«Ω, γλυκύ μου έαρ»… με πασχαλιές κι αρώματα! Γράφει η γεωπόνος Πίτσα Στασινοπούλου.

Γράφει η γεωπόνος Πίτσα Στασινοπούλου.
      Μια φορά κι έναν αρχαίο καιρό, μια νύμφη με πανώρια ομορφιά, η Σειρήνα, περιδιάβαινε σε δάση μυθολογικά, μέχρι που ο «κυνηγός» Πάνας την ανακάλυψε και θαμπωμένος από την ομορφιά της την κυνήγησε λυσσαλέα, σπρωγμένος από τις ζωώδεις ορμές του. Απελπισμένη εκείνη, για να του ξεφύγει, μεταμόρφωσε τον εαυτό της σε  φυτό με ομορφιά αντίστοιχη της δικής της… με άνθη εξαίσια… με άρωμα μεθυστικό… Έγινε η Πασχαλιά! Η syringa bulgaris…
που στους κώδικες των βοτανολόγων συμβολίζει την «Θεραπεία, τη Νεότητα, τον Εξαγνισμό» και στη γλώσσα των ρομαντικών «το πρώτο, αθώο σκίρτημα της αγάπης». Και πώς να φανταστείς… Πάσχα χωρίς άρωμα πασχαλιάς;
      Είναι φορές που η «μνήμη» της όσφρησης, την χρήζει αυτοδίκαια βασίλισσα των αισθήσεων, έστω κι αν η… αλαζονική όραση δεν παραχωρεί τα πρωτεία. Που μια μυρωδιά, ξεχασμένη στο χρόνο, καταχωνιασμένη στα σκοτεινά τρίσβαθα,  καπελωμένη από χρώματα κι εικόνες… ξάφνου, απρόοπτα, αναδύεται στο παρόν, έστω με ίχνη. Κι αυτά τα απειροελάχιστα ίχνη, είναι ικανά να ανασύρουν εικόνες, αισθήματα, πάθη, τόσο δυνατά, σαν να μη πέρασε μια στιγμή από «τότε»... Η οικεία μυρωδιά, δεν προκαλεί απλά τη μνήμη, δεν σε καθιστά παθητικό θεατή του «τότε», αλλά με μια ανεξήγητη, πολύπλοκη εγκεφαλική λειτουργία σε κάνει ξανά πρωταγωνιστή των στιγμών που σημάδεψε με το πέρασμά της. Ξαναζείς τη στιγμή από «μέσα» με το αυθεντικό συναίσθημα, ενισχυμένο πια από νοσταλγία, γλυκιά ή πικρή… Κάπως σαν τα οικεία πασχαλινά αρώματα… σαν τις πασχαλιές του Πάσχα.  Που η γλυκερή, μεθυστική τους ευωδιά στον απριλιάτικο αέρα, ανασύρει αυτόματα στο θυμικό, εικόνες αναμμένων λαμπάδων, Εσταυρωμένους και κλαμένες Παναγιές, επιτάφιους θρήνους, αναστάσιμα φιλιά, κόκκινα αυγά… Ένας ολόκληρος κόσμος μοναδικής  «χαρμολύπης», ένα «γλυκύτατο έαρ», κλεισμένα στα μικροσκοπικά μωβ πέταλα με το καταλυτικό άρωμα των ημερών… Αλήθεια, ΠΩΣ να φανταστείς Πάσχα χωρίς πασχαλιές;


      Τις αγαπημένες πασχαλιές στο χωριό, να φυτρώνουν ατίθασες δεξιά κι αριστερά, αυθαίρετες, χωρίς φροντίδα, χωρίς ανθρώπινο χέρι. Να πορεύονται μόνες και πανέμορφες – μεταλλαγμένες, σύγχρονες Σειρήνες – με μόνη τη βοήθεια του… θεού. Να πίνουν  βροχή και να ρουφούν ήλιο. Και να απλώνονται αυθάδικα σε φράχτες και χωράφια, σε  περβόλια και αυλές. Και να φορτώνονται κάθε Απρίλη σε ένα αιώνιο, απαράβατο, θρησκευτικό ραντεβού με το Θείο Δράμα, με μπουκέτα τόσα που να λυγίζουν από το βάρος τους. Και να μοσχοβολά η πλάση Πάσχα! Κάτι σαν ανταπόδοση, σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης στη μοναχική «θεία» φροντίδα… Σαν συντροφιά στην πονεμένη Παναγιά, σαν κατευόδιο στο θρήνο, σαν φόρος τιμής στο ιερό μαρτύριο. Ένα μπουκέτο μυρωμένες πασχαλιές στα πόδια του σταυρού….
      Στα τσιμέντα της πόλης σπανίζουν πια… Μόνο καμιά μοναχική και παραπονεμένη σε κάποιον από τους λίγους αστικούς κήπους, αφού δεν κέρδισε ποτέ την εύνοια του σύγχρονου… ντιζάιν μιας μοντέρνας κηποτεχνικής μελέτης, καθότι τα αειθαλή φυτά κρατούν τα σκήπτρα, για «να έχει ο κήπος πράσινο όλο τον χρόνο»! Ενώ η φυλλοβόλα πασχαλιά, έχει το… ελάττωμα να ξεγυμνώνεται το χειμώνα και να δείχνει «φτωχή», άσε που θυμίζει και «χωριό» στον νεόπλουτο με τους εξωτικούς φοίνικες! Θα τη συναντήσεις όμως ξεχασμένη, σε παλιά αυλή χαμηλού σπιτιού που γλύτωσε την αντιπαροχή. Να στέκει αγέρωχη και πάντα φορτωμένη Απρίλη μήνα με νοσταλγικά αρώματα αλλοτινών Πάσχα της γειτονιάς… παρέα με μενεξέδες, κατιφέδες, βιολέτες, κρίνα και γαρύφαλλα…
      Τότε που η Μεγαλοβδομάδα μοσχομύριζε λιβάνι, μελισσοκέρι, ύμνους και μπαχάρια. Με λαμπάδα λευκή στολισμένη με κορδέλα κι ένα ανθάκι, από τα χέρια της νονάς, δίπλα στα γιορτινά, πασχαλιάτικα παπούτσια. Με αυγά βαμμένα κόκκινα από ζουμί παντζαριών, πράσινα από σπανάκι, μπλε από κοκκινολάχανο, κίτρινα από φλούδες πορτοκαλιών, πολύχρωμα από φλούδες κρεμμυδιών! Ή «ξομπλιαστά» με ζωγραφιές περίτεχνες. Τότε που η φτιάξη του τσουρεκιού, η αγωνία της μαγιάς , η «ιερή» διαδικασία του φουσκώματος της ζύμης - σκεπασμένης με  μάλλινες κουβέρτες - έκρινε καθοριστικά το… πρεστίζ της καλής νοικοκυράς, με το αγωνιώδες ερώτημα «φούσκωσε;;;;» να ταλανίζει σύσσωμη την γειτονιά! Κι όταν τα ταψιά πηγαινοέρχονταν στους φούρνους, το μοσχοβόλημα από το ψήσιμο να φέρνει λιγοθυμιά… γιατί ήταν στη μέση και η απαράβατη νηστεία, όπου και μόνο η σκέψη για πιθανή παρασπονδία, επέφερε «δια κολάσεως» τιμωρία! Ο στολισμένος επιτάφιος με λουλούδια κομμένα απ’ την αυλή, μυρωμένος, περιφερόμενος, υμνούμενος από εγκώμια απαράμιλλης τέχνης στα χείλη πιστών ή αγνά εύπιστων με κεριά στα χέρια και φαναράκια αναμμένα στις φτωχικές αυλές. «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον…» Και η Ανάσταση… με καμπάνες να ηχούν στα πέρατα τον θρίαμβο της ζωής πάνω στο θάνατο, από χέρια παλληκαριών σκαρφαλωμένων στο καμπαναριό, περήφανων για τη μεγάλη τιμή. Άγιο φως, προσεκτικά φυλαγμένο για το σταύρωμα στο κατώφλι, τσούγκρισμα αυγών, φιλιά αγάπης μα και … κλεφτά του έρωτα με αναστάσιμο άλλοθι, συγχώρεση, θεία κοινωνία… και σπιτική  μαγειρίτσα με μυρωδάτο άνηθο. Κι ανήμερα η σούβλα, το άρωμα της τσικνισμένης γιορτής σε κάθε ταπεινή αυλή,  ανακατεμένο με το άρωμα της πασχαλιάς, του τσουρεκιού, της οικογενειακής χαράς με τα γέλια των παιδιών και τα τραγούδια των μεγάλων…
      Μετά οι καιροί άλλαξαν… Οι πασχαλιές θάφτηκαν στα θεμέλια πολυκατοικιών, μαζί με τους μενεξέδες και τα κρίνα, οι χωμάτινες αυλές στρώθηκαν τσιμέντο για πάρκινγκ. Οι λαμπάδες, πιο φορτωμένες κι από περίπτερα, έγιναν απλά το άλλοθι – μέσον - όχημα για την αγορά του πολυδιαφημισμένου υπερήρωα και τα πολυκαταστήματα, ως μέγας καταναλωτικός ναός, απαίτησαν το προσκύνημα ενός νονού με φορτωμένη τσέπη. Οι χημικές βαφές αντικατέστησαν τα φυσικά χρώματα, το «μπελαλίδικο» τσουρέκι ήρθε στο τραπέζι έτοιμο και τυποποιημένο, μη σου πω κι η μαγειρίτσα. Η πλούσια εστία φτώχυνε απελπιστικά από νοσταλγικές μυρωδιές… Η εκκλησία, σε χρόνια διεφθαρμένα, σηκώνοντας «σταυρό αμαρτιών» πιο βαρύ από του Εσταυρωμένου, καθηλωμένη πια σε γραφική τυπολατρεία, αδυνατεί να εμπνεύσει παρηγορητική κατάνυξη στη ψυχή… Ο επιτάφιος στολισμένος από χορηγό- ανθοπώλη, η λειτουργία μηχανική, οι καμπάνες προγραμματισμένες από… κομπιούτερ σε ήχους πένθιμους ή χαρμόσυνους, η Ανάσταση μια μάχη εντυπώσεων και βεγγαλικών με τραυματίες…. Και μετά τα βιαστικά, μηχανικά, αγχωμένα «Χριστός Ανέστη»… μαζικά στα μπουζούκια με τις μεγάλες φίρμες μέχρι πρωίας! Κι άντε μετά να ξυπνήσεις μεσημέρι με το κεφάλι «κουδούνι» για να φας το αρνί, ψημένο στην ηλεκτρική σούβλα, άσε πια την αγγαρεία να υποστείς το σόι! Κι όλα αυτά, αν βεβαίως ο φραγκάτος δεν αποδήμησε σε μέρη εξωτικά για να γιορτάσει Πάσχα στη… Σιγκαπούρη, την Ταϋλάνδη, τη Μάλτα, την Αίγυπτο, τις Δαλματικές ακτές ή τα Κανάρια νησιά!
      Μπορεί σήμερα να φτωχύναμε σε χρήμα, να περιορίσαμε αναγκαστικά τον καταναλωτισμό των ακριβών δώρων, των εξωτικών ταξιδιών, της δαπανηρής ψυχαγωγίας, να ψάχνουμε «εναλλακτικούς» τρόπους και διεξόδους, όμως το συναίσθημα που αλλοτριώθηκε παραμένει ανάπηρο, η αθωότητα που προδόθηκε παραμένει χαμένη, η αυθεντική χαρά της γιορτής παραμένει ζητούμενη… Το μέγα μήνυμα της εκ θανάτου αναγέννησης, της «Θείας» ή της φυσικής που απλόχερα τριγύρω, σε πείσμα των κακών σειρήνων, «ηχεί» θριαμβευτικά σε τοπία δοξαστικά και ανοιξιάτικα, μένει ακόμα ανεπίδοτο… αναζητά ευαίσθητους παραλήπτες μέσα σε ένα σύμπαν υλιστικό και μάταιο. Ένα σύμπαν που εξοβέλισε την πνευματικότητα ως «μίασμα» και οι δυνατοί συμβολισμοί με τα σπουδαία σημαινόμενα ψάχνουν με αγωνία χώρο να ξαποστάσουν… Και μένουν κάποιες ξεχασμένες πασχαλιές με μεθυστικά πασχαλινά αρώματα να πληγώνουν τη μνήμη των μεταμελημένων… ή να θυμίζουν ότι η «Ανάσταση» είναι πάντα εδώ, στους αιώνες…
                      
     ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ σε όλους και μια προσωπική ΑΝΑΣΤΑΣΗ στον καθένα!
                                                                          Από καρδιάς!!!