΄΄Ποιος
ντουφεκάει, ωρέ κοπέλες; Σα νάρχεται απ΄τα Γιωτοπλέϊκα…΄΄ είπε
αλαφιασμένη η Βγενούλα και κίνησε να πάει να δει τι γίνεται στο σπίτι
της, στον πέρα μαχαλά.
΄΄Που πας, μωρή, δε σκιάζεσαι;΄΄ είπαν οι ξαδερφάδες της. ΄΄Κι αν είναι οι Τουρκαλάδες;΄΄
Οχι, δεν ήταν για κακό οι ντουφεκιές. Την αρρεβώνιαζαν τη Βγενούλα, μόνο που αυτή δεν τόξερε. Τίποτα δεν της είχαν πει. Σάματις θα τη ρώταγαν; Ζύγωνε τα δεκαοχτώ. Να περιμένουν τι;
Μετά κατάλαβε. Επίτηδες την έστειλαν να πάει στις ξαδερφάδες της. Για να τα κανονίσουν με την ησυχία τους.
Ηταν καλός ο Γιάννης, ευτυχώς. Και νόστιμος. Τον άλλο χρόνο, Μάης του ΄12, ήρθε το πρώτο τους παιδί. Ομορφο αλλά κορίτσι, με το συμπάθειο. Το αγόρι άργησε ναρθεί.
Στα Πεστά συνέβαιναν αυτά, έξω απ΄τα Γιάννενα, στο Τούρκικο. Μόνον η Αρτα είχε λευτερωθεί από ολόκληρη την Ηπειρο. Γι αυτό οι Γεωργοπουλαίοι, του Γιάννη η οικογένεια, τα αρσενικά μονάχα δηλαδή, είχαν μεταφερθεί στην Αρτα, από χρόνια. Κάναν εμπόριο σε γαλακτοκομικά. Κτηνοτροφία είχαν τα Πεστά. Με τον καιρό ξανοίχτηκαν. Μέχρι στη Μάλτα έστελναν φορτία. Είχαν και χάνι, στην πλατεία που τώρα λέγεται Κιλκίς, να βρίσκουν καταφύγιο οι ταξιδιώτες, ταλαίπωροι από δρόμους δύσβατους. Να ξαποστάσουν και τα ζωντανά, να φάνε εκείνοι μια μπουκιά ψωμί, να κοιμηθούν μια στάλα. Να διακινήσουν εμπορεύματα και ιδέες. Κάτι σαν καραβάν σαράϊ, αν έχεις ακουστά.
Σε χώμα Ελληνικό, ό,τι κι αν πεις, ήταν καλύτερα. Ούτε ήταν εύκολο το πηγαινέλα στα Πεστά, μια μέρα δρόμος, στα κατσάβραχα, με τ΄ άλογο. Ηταν και Τούρκικο ακόμα, μην ξεχνιόμαστε. Μπορεί να τόχαν συνηθίσει, κόντευαν πεντακόσια χρόνια σκλαβωμένοι, αλλά όσο νάναι ο φόβος του κατακτητή σβήνει; Δε σβήνει.
Eίχαν χειροτερέψει πολύ τα πράματα μετά το 1908. Οι Νεότουρκοι, το εθνικιστικό κίνημα που ξεκίνησε από την τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, παρά τις αρχικές φιλελεύθερες επαγγελίες τους, παραβίαζαν τα προνόμια που είχαν αναγνωριστεί στις χριστιανικές εθνότητες και επιχειρούσαν να εκτουρκίσουν όλους τους πληθυσμούς του ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ετσι, συσπείρωσαν, προσωρινά, σε κοινό μέτωπο, Βαλκανικούς λαούς που μέχρι τότε γνοιάζονταν ποιος θα επικρατήσει. Ελληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι και Μαυροβούνιοι ενώθηκαν ενάντια στον κοινό εχθρό.
Σημαδιακή χρονιά αυτό το 1912, όχι για τη Βγενιώ τη μικρομάνα που έπρεπε να τα βγάλει πέρα μοναχή της, ο Γιάννης μακριά, μα για τη χώρα ολάκερη. Μύριζε στα Βαλκάνια μπαρούτι.
Η γενική επιστράτευση άρχισε μέσα Σεπτεμβρίου. Σύρραξη. Του Αη-Δημητριού απελευθερώνεται η Θεσσαλονίκη ενώ, στο μέτωπο Ηπείρου, μαίνεται λυσσαλέα η μάχη στα Πέντε Πηγάδια, εκεί που είχε ο Εσάτ Πασάς το στρατηγείο του. Βαριές οι απώλειες.
Τον άλλο μήνα, 30 Νοεμβρίου ήταν, τα Πεστά απελευθερώνονται μετά από αναμέτρηση πολύ σκληρή που έμεινε στην ιστορία ως ΄΄η μάχη των Πεστών΄΄.
Στον Άγνωστο Στρατιώτη, αν προσέξεις, στην πάνω αριστερή μεριά όπως κοιτάμε, το πρώτο-πρώτο χαραγμένο όνομα γράφει Πεστά. Αν τώρα αναρωτιόσουνα τι νάναι και που νάναι, να σου πω. Χωριουδάκι είναι, χτισμένο στην πλαγιά στο Μακρυβούνι, απέναντι από τη Δωδώνη, το αρχαιότερο μαντείο σε χώρο ελληνικό, στα μέρη των αρχαίων Σελλών, αρχέγονων Ελλήνων.
Στα Πεστά υπάρχει ΄΄μια θαυμάσια πηγή νερού΄΄ γράφει ο Αγγλος περιηγητής Leake, το 1805, που έφτασε ως εκεί αφού πρώτα πέρασε από τα Πέντε Πηγάδια και το Βαρλαάμ.
Εκεί, στο ύψωμα, στον Αγιο Κωνσταντίνο, στήθηκαν τα ελληνικά κανόνια. Το τελευταίο προπύργιο πριν από το Μπιζάνι. Ο τελευταίος προμαχώνας. Εκεί παίζονταν όλα. Θα άνοιγε άραγε ο δρόμος για τη νίκη, για να λευτερωθούν τα Γιάννενα ή θα πηγαίναν στράφι οι θυσίες και το αίμα το χυμένο;
΄΄Στα Πεστά βρήκαμε μεγάλη αντίσταση. Ένας Τούρκος από την Αραπιά με το κανόνι του μας σκότωσε πολλά παιδιά, μας κατέστρεψε ένα πεδινό κανόνι σκοτώνοντας τους πυροβολητές, εκεί στον κάμπο του Τερόβου έμειναν πολλά παλικάρια. Όταν φθάσαμε στα Πεστά, μας υποδέχθηκε ένας γέρος παπάς ονόματι Παπαγιώργης, με ένα ξύλο και ένα άσπρο πανί δεμένο για σημαία φωνάζοντας ΄΄Ζήτω ο Ελληνικός Στρατός΄΄. Και αυτός ο γέρο- Παπαγιώργης μας έδειξε που ήταν η θέση του πυροβόλου του Αράπη και κατορθώσαμε με μεγάλη δυσκολία να πλησιάσουμε προς το μέρος του πυροβολείου, εγώ με δύο άλλους και να σκοτώσουμε τον Αράπη που μας σκότωσε τόσα παιδιά. Μετά το σκοτωμό του Αράπη οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή ΄΄ αφηγείται ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Τσιάνος, εθελοντής από Αμερική.
΄΄Αλλ΄εκείνο το οποίον συνεκλόνισε σύρριζα την ψυχήν μου και εκύλισεν άφθονα τα δάκρυα ήτο η αδύνατη αλλά διαπεραστική φωνή ενδεκαετούς παιδιού, ζητωκραυγάζοντος υπέρ του Ελληνισμού. Ακόμη αντηχεί εις την ακοήν μου το ηχηρόν εκείνο κύμα της παιδικής ζητωκραυγής, η οποία θα παραμείνει μέχρις αυτής της επιθανατίου στιγμής ως η τελευταία του κόσμου τούτου εντύπωσις. Επροχωρήσαμεν προς το χωρίον, αλλ΄εκρατούσα σφικτά από το χέρι το Ηπειρωτάκι εκείνο, το οποίον μέσα εις την πλημμύραν εκείνην των συγκινήσεων πόσα και πόσα δεν εσυμβόλιζε εις την φαντασίαν μου. Όταν τα όνειρα ενσαρκούνται εις την απτήν πραγματικότητα, προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού, μετατοπίζεται καθαυτό η ψυχή΄΄ καταθέτει ο Γιάγκος Τορναρίτης, εθελοντής από την Κύπρο.
Οι εύζωνοι ασυγκράτητοι προέλασαν. Με μεγάλη σφοδρότητα. Σημαντική προώθηση για την πορεία του πολέμου. Τώρα πια έμενε μονάχα το Μπιζάνι, το απόρθητο Μπιζάνι, το πανίσχυρο οχυρό. Οι κακουχίες λόγω του πολύ σκληρού χειμώνα εξοντωτικές, απάνθρωπες.
΄΄Ανθρωποι κοιμώμενοι τόσα έτη επί κλίνης, να κοιμώμεθα εις την παγετώδη γην, να βρεχώμεθα, να σηκωνόμεθα μέσα στο χιόνι, λεπτό να μην αισθανόμεθα το πρωί αν έχωμεν ποδάρια διότι καταντούν σαν κρύσταλλο. Φωτιά να ζεσταθούμε σπανίως μας επιτρέπεται ν΄ανάψωμεν, διότι αμέσως οι Τούρκοι μας κτυπούν. Το όπλο όλο εις το χέρι.΄΄
Μου γράφεις μάνα μια γραφή
Και με ρωτάς τι κάνω
Στου Μπιζανιού την παγωνιά
Στο κρύο θα πεθάνω
Στα Πεστά και στο Μπιζάνι
Μάνα μου τι κρύο κάνει.

΄΄Τα πράγματα τα βλέπω σκούρα. Η φυσική θέσις του Μπιζανίου και η επιστημονική οχύρωσις αυτού το καθιστούν απόρθητον και θα υποστώμεν μεγάλας θυσίας εις άνδρας και πάλι αμφίβολον εάν θα το κυριεύσωμεν – είναι πολύ οχυρόν΄΄ γράφει ένας άγνωστος στρατιώτης.
Επεσε κι αυτό. 21 Φεβρουαρίου 1913, ημέρα Πέμπτη ήταν, σα σήμερα. Ο δρόμος άνοιξε.
Τα πήραμε τα Γιάννινα
Μάτια πολλά το λένε,
Μάτια πολλά το λένε,
Όπου γελούν και κλαίνε.
Τα Γιάννενα ΄΄τα γυάλινα και τα μαλαματένια΄΄, όπως τα αποκαλεί ο Γκανάς ο ποιητής.
Την άλλη μέρα, ο Ελληνικός Στρατός, που είχε βάψει με το αίμα του της λευτεριάς το δρόμο, έμπαινε θριαμβευτής στα Γιάννενα.
΄΄Τα κόκκινα φέσια ήταν πεταγμένα κάτω, κοκκίνιζε ο τόπος. Οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα, έπεφταν πυροβολισμοί, σκηνές απερίγραπτου ενθουσιασμού λαού και στρατιωτών. Μας αγκάλιαζαν, μας φιλούσαν και δόξαζαν το Θεό. Ήταν κάτι που δεν μπορεί με λόγια να περιγράψει κανείς. Τα όσα κι αν γράφτηκαν, όσα κι αν λέχθηκαν και λίγα είναι και φτωχά. Μέρες δόξας, αθάνατες στην Ιστορία της Ηπείρου΄΄ λέει ο Τσιάνος.
Προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού, μετατοπίζεται η ψυχή.
Παρά τις νίκες μας δεν πήραμε ανάσα. Μόλις τελειώσαν οι Βαλκανικοί ξεκίνησε ο Μεγάλος Πόλεμος κι ο διχασμός στη χώρα.
Σαν έγινε ειρήνη, το 1918, ο Γιάννης αποφάσισε να πάρει και την οικογένεια στην Αρτα, αν και το σόι τους καλόβλεπε τα Γιάννενα που ήταν πιο κοντά κι άρχισαν να κατηφορίζουν λίγοι-λίγοι κατά κει. Το παρακλάδι έμεινε στην Αρτα.
Το πρώτο τους παιδί έμελλε νάναι το μοναδικό που είδε το φως της μέρας στη σκλαβιά. Τρίτο παιδί η μάνα μου. Καταλαβαίνεις τι θα πει; Η προηγούμενη γενιά, η αδερφή της μάνας μου, γεννήθηκε σε Τούρκικο! Μισή ήταν η Ελλάδα. Μέχρι Μελούνα έφτανε, κάτω απ΄την Ελασσόνα, στη Θεσσαλία. Και σύνορο, στην Ηπειρο, της Αρτας το γιοφύρι.
Κράτος καινούργιο η μισή Ελλάδα, η πεντακόσια χρόνια σκλαβωμένη.
Τι ακριβώς περίμενες να καταφέρει, μέσα σε τόσο λίγα χρόνια, αυτή η μικρή βασανισμένη χώρα ; Να γίνει ισοδύναμη με τους πανίσχυρους παλιούς αποικιοκράτες, τους τωρινούς εταίρους της, που ήπιαν το αίμα από τη μισή υφήλιο και καρδάμωσαν ; Να γίνει ίσα κι όμοια με τους Γερμανούς, τους τωρινούς εταίρους της, που δυο φορές σ΄έναν αιώνα αιματοκύλισαν ολόκληρη Ευρώπη και τώρα το επιχειρούν ξανά, με άλλο τρόπο;
Όχι, δε στρογγυλεύω τις γωνίες ούτε προτείνω άφεση για τις δικές μας αμαρτίες, αλλά πώς να το κάνουμε; Αυτή είναι η αλήθεια. Φταίμε και μεις με το φιλοτομαρισμό και τις διχόνοιες μας, αλλά ούτε αυτοί μας άφησαν, έστω μια μέρα, σε χλωρό κλαρί. Οι αφεντάδες, βλέπεις, είτε ντόπιοι είτε ξένοι, είναι μαθημένοι να εκμεταλλεύονται τους άλλους…
Οι λαοί γιατί το ανέχονται;
Αν φταιν οι ανάξιοι κυβερνήτες, τους αλλάζουμε. Εμείς δεν τους διαλέγουμε; Εχει η χώρα άξιους πολεμιστές; Φιλότιμους πολίτες;
Εκατό χρόνια λευτεριά… Από τους Τούρκους. Από τους άλλους ; Καιρός δεν είναι;
Υ.Γ. Αφιερωμένο στον Γιάννη τον παππού μου και στην 19χρονη αδερφή της μάνας μου Αγλαΐα, που σκοτώθηκαν στο βομβαρδισμό της Αρτας από τους Γερμανούς το Πάσχα του ΄41.
Και, με ευγνωμοσύνη, στον Κρητικό εθελοντή που έπεσε στη μάχη των Πεστών τη μέρα της απελευθέρωσης και κει είναι θαμμένος. Σεμαρινάκης το όνομά του. Στην Κρήτη η ελληνική σημαία υψώθηκε τον Μάη του ΄13.
Και στον Ολυμπιονίκη Κωνσταντίνο Τσικλητήρα, που είχε την δυνατότητα να πάρει αναβολή λόγω αθλητικών διακρίσεων, αλλά αρνήθηκε την προνομιακή μεταχείριση και κατατάχτηκε εθελοντικά. Στην πρώτη γραμμή. Πέθανε από τις κακουχίες το Φλεβάρη του 1913. Χρονώ 25. Ναι, υπάρχει και αυτό το είδος Ελληνα !
Του Δημήτρη Πετρόπουλου
http://www.mediasoup.gr
΄΄Που πας, μωρή, δε σκιάζεσαι;΄΄ είπαν οι ξαδερφάδες της. ΄΄Κι αν είναι οι Τουρκαλάδες;΄΄
Οχι, δεν ήταν για κακό οι ντουφεκιές. Την αρρεβώνιαζαν τη Βγενούλα, μόνο που αυτή δεν τόξερε. Τίποτα δεν της είχαν πει. Σάματις θα τη ρώταγαν; Ζύγωνε τα δεκαοχτώ. Να περιμένουν τι;
Μετά κατάλαβε. Επίτηδες την έστειλαν να πάει στις ξαδερφάδες της. Για να τα κανονίσουν με την ησυχία τους.
Ηταν καλός ο Γιάννης, ευτυχώς. Και νόστιμος. Τον άλλο χρόνο, Μάης του ΄12, ήρθε το πρώτο τους παιδί. Ομορφο αλλά κορίτσι, με το συμπάθειο. Το αγόρι άργησε ναρθεί.
Στα Πεστά συνέβαιναν αυτά, έξω απ΄τα Γιάννενα, στο Τούρκικο. Μόνον η Αρτα είχε λευτερωθεί από ολόκληρη την Ηπειρο. Γι αυτό οι Γεωργοπουλαίοι, του Γιάννη η οικογένεια, τα αρσενικά μονάχα δηλαδή, είχαν μεταφερθεί στην Αρτα, από χρόνια. Κάναν εμπόριο σε γαλακτοκομικά. Κτηνοτροφία είχαν τα Πεστά. Με τον καιρό ξανοίχτηκαν. Μέχρι στη Μάλτα έστελναν φορτία. Είχαν και χάνι, στην πλατεία που τώρα λέγεται Κιλκίς, να βρίσκουν καταφύγιο οι ταξιδιώτες, ταλαίπωροι από δρόμους δύσβατους. Να ξαποστάσουν και τα ζωντανά, να φάνε εκείνοι μια μπουκιά ψωμί, να κοιμηθούν μια στάλα. Να διακινήσουν εμπορεύματα και ιδέες. Κάτι σαν καραβάν σαράϊ, αν έχεις ακουστά.
Σε χώμα Ελληνικό, ό,τι κι αν πεις, ήταν καλύτερα. Ούτε ήταν εύκολο το πηγαινέλα στα Πεστά, μια μέρα δρόμος, στα κατσάβραχα, με τ΄ άλογο. Ηταν και Τούρκικο ακόμα, μην ξεχνιόμαστε. Μπορεί να τόχαν συνηθίσει, κόντευαν πεντακόσια χρόνια σκλαβωμένοι, αλλά όσο νάναι ο φόβος του κατακτητή σβήνει; Δε σβήνει.
Eίχαν χειροτερέψει πολύ τα πράματα μετά το 1908. Οι Νεότουρκοι, το εθνικιστικό κίνημα που ξεκίνησε από την τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, παρά τις αρχικές φιλελεύθερες επαγγελίες τους, παραβίαζαν τα προνόμια που είχαν αναγνωριστεί στις χριστιανικές εθνότητες και επιχειρούσαν να εκτουρκίσουν όλους τους πληθυσμούς του ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ετσι, συσπείρωσαν, προσωρινά, σε κοινό μέτωπο, Βαλκανικούς λαούς που μέχρι τότε γνοιάζονταν ποιος θα επικρατήσει. Ελληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι και Μαυροβούνιοι ενώθηκαν ενάντια στον κοινό εχθρό.
Σημαδιακή χρονιά αυτό το 1912, όχι για τη Βγενιώ τη μικρομάνα που έπρεπε να τα βγάλει πέρα μοναχή της, ο Γιάννης μακριά, μα για τη χώρα ολάκερη. Μύριζε στα Βαλκάνια μπαρούτι.
Η γενική επιστράτευση άρχισε μέσα Σεπτεμβρίου. Σύρραξη. Του Αη-Δημητριού απελευθερώνεται η Θεσσαλονίκη ενώ, στο μέτωπο Ηπείρου, μαίνεται λυσσαλέα η μάχη στα Πέντε Πηγάδια, εκεί που είχε ο Εσάτ Πασάς το στρατηγείο του. Βαριές οι απώλειες.
Τον άλλο μήνα, 30 Νοεμβρίου ήταν, τα Πεστά απελευθερώνονται μετά από αναμέτρηση πολύ σκληρή που έμεινε στην ιστορία ως ΄΄η μάχη των Πεστών΄΄.
Στον Άγνωστο Στρατιώτη, αν προσέξεις, στην πάνω αριστερή μεριά όπως κοιτάμε, το πρώτο-πρώτο χαραγμένο όνομα γράφει Πεστά. Αν τώρα αναρωτιόσουνα τι νάναι και που νάναι, να σου πω. Χωριουδάκι είναι, χτισμένο στην πλαγιά στο Μακρυβούνι, απέναντι από τη Δωδώνη, το αρχαιότερο μαντείο σε χώρο ελληνικό, στα μέρη των αρχαίων Σελλών, αρχέγονων Ελλήνων.
Στα Πεστά υπάρχει ΄΄μια θαυμάσια πηγή νερού΄΄ γράφει ο Αγγλος περιηγητής Leake, το 1805, που έφτασε ως εκεί αφού πρώτα πέρασε από τα Πέντε Πηγάδια και το Βαρλαάμ.
Εκεί, στο ύψωμα, στον Αγιο Κωνσταντίνο, στήθηκαν τα ελληνικά κανόνια. Το τελευταίο προπύργιο πριν από το Μπιζάνι. Ο τελευταίος προμαχώνας. Εκεί παίζονταν όλα. Θα άνοιγε άραγε ο δρόμος για τη νίκη, για να λευτερωθούν τα Γιάννενα ή θα πηγαίναν στράφι οι θυσίες και το αίμα το χυμένο;
΄΄Στα Πεστά βρήκαμε μεγάλη αντίσταση. Ένας Τούρκος από την Αραπιά με το κανόνι του μας σκότωσε πολλά παιδιά, μας κατέστρεψε ένα πεδινό κανόνι σκοτώνοντας τους πυροβολητές, εκεί στον κάμπο του Τερόβου έμειναν πολλά παλικάρια. Όταν φθάσαμε στα Πεστά, μας υποδέχθηκε ένας γέρος παπάς ονόματι Παπαγιώργης, με ένα ξύλο και ένα άσπρο πανί δεμένο για σημαία φωνάζοντας ΄΄Ζήτω ο Ελληνικός Στρατός΄΄. Και αυτός ο γέρο- Παπαγιώργης μας έδειξε που ήταν η θέση του πυροβόλου του Αράπη και κατορθώσαμε με μεγάλη δυσκολία να πλησιάσουμε προς το μέρος του πυροβολείου, εγώ με δύο άλλους και να σκοτώσουμε τον Αράπη που μας σκότωσε τόσα παιδιά. Μετά το σκοτωμό του Αράπη οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή ΄΄ αφηγείται ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Τσιάνος, εθελοντής από Αμερική.
΄΄Αλλ΄εκείνο το οποίον συνεκλόνισε σύρριζα την ψυχήν μου και εκύλισεν άφθονα τα δάκρυα ήτο η αδύνατη αλλά διαπεραστική φωνή ενδεκαετούς παιδιού, ζητωκραυγάζοντος υπέρ του Ελληνισμού. Ακόμη αντηχεί εις την ακοήν μου το ηχηρόν εκείνο κύμα της παιδικής ζητωκραυγής, η οποία θα παραμείνει μέχρις αυτής της επιθανατίου στιγμής ως η τελευταία του κόσμου τούτου εντύπωσις. Επροχωρήσαμεν προς το χωρίον, αλλ΄εκρατούσα σφικτά από το χέρι το Ηπειρωτάκι εκείνο, το οποίον μέσα εις την πλημμύραν εκείνην των συγκινήσεων πόσα και πόσα δεν εσυμβόλιζε εις την φαντασίαν μου. Όταν τα όνειρα ενσαρκούνται εις την απτήν πραγματικότητα, προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού, μετατοπίζεται καθαυτό η ψυχή΄΄ καταθέτει ο Γιάγκος Τορναρίτης, εθελοντής από την Κύπρο.
Οι εύζωνοι ασυγκράτητοι προέλασαν. Με μεγάλη σφοδρότητα. Σημαντική προώθηση για την πορεία του πολέμου. Τώρα πια έμενε μονάχα το Μπιζάνι, το απόρθητο Μπιζάνι, το πανίσχυρο οχυρό. Οι κακουχίες λόγω του πολύ σκληρού χειμώνα εξοντωτικές, απάνθρωπες.
΄΄Ανθρωποι κοιμώμενοι τόσα έτη επί κλίνης, να κοιμώμεθα εις την παγετώδη γην, να βρεχώμεθα, να σηκωνόμεθα μέσα στο χιόνι, λεπτό να μην αισθανόμεθα το πρωί αν έχωμεν ποδάρια διότι καταντούν σαν κρύσταλλο. Φωτιά να ζεσταθούμε σπανίως μας επιτρέπεται ν΄ανάψωμεν, διότι αμέσως οι Τούρκοι μας κτυπούν. Το όπλο όλο εις το χέρι.΄΄
Μου γράφεις μάνα μια γραφή
Και με ρωτάς τι κάνω
Στου Μπιζανιού την παγωνιά
Στο κρύο θα πεθάνω
Στα Πεστά και στο Μπιζάνι
Μάνα μου τι κρύο κάνει.

΄΄Τα πράγματα τα βλέπω σκούρα. Η φυσική θέσις του Μπιζανίου και η επιστημονική οχύρωσις αυτού το καθιστούν απόρθητον και θα υποστώμεν μεγάλας θυσίας εις άνδρας και πάλι αμφίβολον εάν θα το κυριεύσωμεν – είναι πολύ οχυρόν΄΄ γράφει ένας άγνωστος στρατιώτης.
Επεσε κι αυτό. 21 Φεβρουαρίου 1913, ημέρα Πέμπτη ήταν, σα σήμερα. Ο δρόμος άνοιξε.
Τα πήραμε τα Γιάννινα
Μάτια πολλά το λένε,
Μάτια πολλά το λένε,
Όπου γελούν και κλαίνε.
Τα Γιάννενα ΄΄τα γυάλινα και τα μαλαματένια΄΄, όπως τα αποκαλεί ο Γκανάς ο ποιητής.
Την άλλη μέρα, ο Ελληνικός Στρατός, που είχε βάψει με το αίμα του της λευτεριάς το δρόμο, έμπαινε θριαμβευτής στα Γιάννενα.
΄΄Τα κόκκινα φέσια ήταν πεταγμένα κάτω, κοκκίνιζε ο τόπος. Οι καμπάνες ηχούσαν χαρμόσυνα, έπεφταν πυροβολισμοί, σκηνές απερίγραπτου ενθουσιασμού λαού και στρατιωτών. Μας αγκάλιαζαν, μας φιλούσαν και δόξαζαν το Θεό. Ήταν κάτι που δεν μπορεί με λόγια να περιγράψει κανείς. Τα όσα κι αν γράφτηκαν, όσα κι αν λέχθηκαν και λίγα είναι και φτωχά. Μέρες δόξας, αθάνατες στην Ιστορία της Ηπείρου΄΄ λέει ο Τσιάνος.
Προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού, μετατοπίζεται η ψυχή.
Παρά τις νίκες μας δεν πήραμε ανάσα. Μόλις τελειώσαν οι Βαλκανικοί ξεκίνησε ο Μεγάλος Πόλεμος κι ο διχασμός στη χώρα.
Σαν έγινε ειρήνη, το 1918, ο Γιάννης αποφάσισε να πάρει και την οικογένεια στην Αρτα, αν και το σόι τους καλόβλεπε τα Γιάννενα που ήταν πιο κοντά κι άρχισαν να κατηφορίζουν λίγοι-λίγοι κατά κει. Το παρακλάδι έμεινε στην Αρτα.
Το πρώτο τους παιδί έμελλε νάναι το μοναδικό που είδε το φως της μέρας στη σκλαβιά. Τρίτο παιδί η μάνα μου. Καταλαβαίνεις τι θα πει; Η προηγούμενη γενιά, η αδερφή της μάνας μου, γεννήθηκε σε Τούρκικο! Μισή ήταν η Ελλάδα. Μέχρι Μελούνα έφτανε, κάτω απ΄την Ελασσόνα, στη Θεσσαλία. Και σύνορο, στην Ηπειρο, της Αρτας το γιοφύρι.
Κράτος καινούργιο η μισή Ελλάδα, η πεντακόσια χρόνια σκλαβωμένη.
Τι ακριβώς περίμενες να καταφέρει, μέσα σε τόσο λίγα χρόνια, αυτή η μικρή βασανισμένη χώρα ; Να γίνει ισοδύναμη με τους πανίσχυρους παλιούς αποικιοκράτες, τους τωρινούς εταίρους της, που ήπιαν το αίμα από τη μισή υφήλιο και καρδάμωσαν ; Να γίνει ίσα κι όμοια με τους Γερμανούς, τους τωρινούς εταίρους της, που δυο φορές σ΄έναν αιώνα αιματοκύλισαν ολόκληρη Ευρώπη και τώρα το επιχειρούν ξανά, με άλλο τρόπο;
Όχι, δε στρογγυλεύω τις γωνίες ούτε προτείνω άφεση για τις δικές μας αμαρτίες, αλλά πώς να το κάνουμε; Αυτή είναι η αλήθεια. Φταίμε και μεις με το φιλοτομαρισμό και τις διχόνοιες μας, αλλά ούτε αυτοί μας άφησαν, έστω μια μέρα, σε χλωρό κλαρί. Οι αφεντάδες, βλέπεις, είτε ντόπιοι είτε ξένοι, είναι μαθημένοι να εκμεταλλεύονται τους άλλους…
Οι λαοί γιατί το ανέχονται;
Αν φταιν οι ανάξιοι κυβερνήτες, τους αλλάζουμε. Εμείς δεν τους διαλέγουμε; Εχει η χώρα άξιους πολεμιστές; Φιλότιμους πολίτες;
Εκατό χρόνια λευτεριά… Από τους Τούρκους. Από τους άλλους ; Καιρός δεν είναι;
Υ.Γ. Αφιερωμένο στον Γιάννη τον παππού μου και στην 19χρονη αδερφή της μάνας μου Αγλαΐα, που σκοτώθηκαν στο βομβαρδισμό της Αρτας από τους Γερμανούς το Πάσχα του ΄41.
Και, με ευγνωμοσύνη, στον Κρητικό εθελοντή που έπεσε στη μάχη των Πεστών τη μέρα της απελευθέρωσης και κει είναι θαμμένος. Σεμαρινάκης το όνομά του. Στην Κρήτη η ελληνική σημαία υψώθηκε τον Μάη του ΄13.
Και στον Ολυμπιονίκη Κωνσταντίνο Τσικλητήρα, που είχε την δυνατότητα να πάρει αναβολή λόγω αθλητικών διακρίσεων, αλλά αρνήθηκε την προνομιακή μεταχείριση και κατατάχτηκε εθελοντικά. Στην πρώτη γραμμή. Πέθανε από τις κακουχίες το Φλεβάρη του 1913. Χρονώ 25. Ναι, υπάρχει και αυτό το είδος Ελληνα !
Του Δημήτρη Πετρόπουλου
http://www.mediasoup.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Οιοσδήποτε θίγεται από άρθρο ή σχόλιο που έχει αναρτηθεί στο oxafies.com , μπορεί να μας ενημερώσει, στο oxafies@gmail.com ώστε να το αφαιρέσουμε άμεσα. Ομοίως και για φωτογραφίες που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα.
Στo oxafies.com ακούγονται όλες οι απόψεις . Αυτό δε σημαίνει ότι τις υιοθετούμε η ότι συμπίπτουν με τις δικές μας .