Παναγιώτης Μαυροειδής
Λένε πως αν τύχει και μια μάνα χάσει το παιδί της, τότε αυτή πεθαίνει κάθε χρόνο τουλάχιστον μια φορά. Στην επέτειο του πρόωρου θανάτου. Και πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος και πιο βαριά ισόβια καταδίκη.
 
Δεν είναι όμως ως φαίνεται πάντα έτσι. Υπάρχει ένας παράξενος θεός που είναι στοργικός με τις μανάδες που έχουν πονέσει πολύ. Σε αυτές που έτυχε να τους σκοτώσουν, να τους αδικήσουν ή να τους πληγώσουν πολλά από τα παιδιά τους, τους χαρίζει κάποιους μοναδικούς γιούς και υπέροχες κόρες. Αυτά τους τα ιδιαίτερα παιδιά, σα χαθούν, όχι μόνο δε γίνονται πηγές δακρύων, αλλά γεννιούνται κάθε χρόνο, ξανά και ξανά. Γλυκαίνοντας τον πόνο της μάνας για τη μεγάλη απώλεια, αλλά και χαρίζοντας χαμόγελα και αισιοδοξία σε όλους.
 
Μια τέτοια μάνα μοιάζει να είναι η Λατινική Αμερική. Της συνέβηκαν τα χειρότερα. Να πως περιγράφει ο Galeano τον κακοτυχία των παιδιών της:
 
Το 1492 οι αυτόχθονες ανακάλυψαν ότι ήταν Ινδιάνοι, ανακάλυψαν ότι ζούσαν στην Αμερική, ανακάλυψαν ότι ήταν γυμνοί, ανακάλυψαν ότι υπήρχε αμαρτία,
ανακάλυψαν ότι όφειλαν υπακοή σε έναν βασιλιά και μια βασίλισσα ενός άλλου κόσμου και σε έναν θεό ενός άλλου ουρανού,
κι ότι εκείνος ο θεός είχε επινοήσει την ενοχή και τα ρούχα και διέταζε να καεί ζωντανός όποιος λάτρευε τον ήλιο, το φεγγάρι, τη γη και τη βροχή που την ποτίζει.
 
Φαίνεται πως ήταν δίκαιο λοιπόν αυτή η ανθρωπο-μάνα ήπειρος, των φριχτών δικτατοριών, της ιμπεριαλιστικής ευρωπαϊκής και βόρειο-αμερικάνικης καταλήστευσης, των αντάρτικων, των επαναστάσεων και των μεγάλων ελπίδων, να αποχτήσει κάποια ξεχωριστά παιδιά. Αυτά που μπορούν να ξαναγεννιούνται συνέχεια και να αναγεννούν την ίδια.
 
Ένα τέτοιο παιδί της Λατινικής Αμερικής ήταν αυτός που έμεινε στην ιστορία με το όνομα Che Guevara. Σαν σήμερα, στις 9 Οκτωβρίου του 1967,  έπεφτε νεκρός, από τις σφαίρες του Βολιβιανού στρατού.
 
Πέθανε, πριν συμπληρώσει τα 40 χρόνια του, αλλά η παρακαταθήκη του αποδείχτηκε ολοζώντανη και πανίσχυρη σε όλες τις ταραγμένες εποχές που ακολούθησαν, μα και στην τωρινή εποχή.
 
Πως να το εξηγήσουμε, χωρίς να φονεύσουμε την ανεξήγητη μαγεία που κουβαλάει η μορφή του; Πώς να τιμήσουμε τον επαναστάτη, χωρίς να ατιμάσουμε το επαναστατικό του πνεύμα;
 
Όχι, δεν ήταν δυνατός σα μυθικός ήρωας. Από δύο χρονών διαγνώστηκε με άσθμα. Σε όλη του τη σύντομη ζωή ήταν αδύναμος και φιλάσθενος.
 
Όπως λένε δεν ήταν και όμορφος σαν τους φτιαγμένους πρωταγωνιστές. Αντίθετα, κοντούλης και τουλάχιστον μέτριος ήταν.
 
Είχε όμως μια άγρια, πρωτόγνωρη και συνάμα τόσο γλυκιά ομορφιά η ζωή του.
 
Ο Che πολέμησε κάτω από μια σημαία που έγραφε ‘’Πατρίδα ή θάνατος’’, αλλά η χώρα στην οποία ρισκάρισε τη ζωή του επαναστατώντας, η Κούβα, δεν ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα όπου ήρθε στον κόσμο, δηλαδή η Αργεντινή. Πολέμησε στο Κογκό, έγραψε τα λιγοστά έργα του στην Τανζανία, αγωνιούσε για την επαναστατημένη Αλγερία και ανέπνευσε τελευταία φορά στα βουνά της Βολιβίας. Πατρίδα του ήταν τελικά το δίκιο και η λευτεριά για τους ανθρώπους.
 
Διάλεξε το δρόμο της επανάστασης. Φόρεσε το κοστούμι του Διοικητή της Τράπεζας της Κούβας, την επίσημη φορεσιά του Υπουργού Βιομηχανίας της χώρας που δόξασε η δράση του. Μα με την ίδια φυσικότητα, έφυγε για την Αφρική αρχικά και τη Βολιβία στη συνέχεια για να πολεμήσει το άδικο και να δώσει το αδύναμο δικό του χέρι σε όλους αυτούς που θεωρούσε αδέρφια του. Η επανάσταση δεν ήταν για αυτόν το μελλοντικό  άλλοθι της παροντικής μιζέριας. Η κυβέρνηση και η εξουσία δεν ήταν το έπαθλο μιας προσφοράς, μα μόνο ένα καθήκον. Ο κομμουνισμός ήταν και στόχος και δρόμος ταυτόχρονα. Ήταν μέσο και σκοπός. Ήταν ζωή. Και κυρίως η επιλογή για να ζήσεις για τους άλλους. Δηλαδή να ζήσεις πραγματικά.
 
Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά πως κατάφερε να επιζήσει η κληρονομιά του. Δεν την  έσβησαν οι χούντες της Λατινικής Αμερικής, ούτε τα πειράματα του νεοφιλελευθερισμού στη Χιλή. Ούτε και η εμπορευματοποίηση της μπλούζας και η διαφήμιση της coca cola. Μα ούτε και η ναφθαλίνη των κρατικών μαυσωλείων.
 
Ο Che είναι παντού. Στο Μάη του 68, στις εργατικές απεργίες του Χονγκ Κόνγκ του 2009, στις αντιμνημονιακές διαδηλώσεις στην Κύπρο το 2012, στους τούρκικους μαχαλάδες το 2013, ακόμη και στις εκκλησίες της Λατινικής Αμερικής δοξάζεται σαν ο θεός των φτωχών.
 
Και γεννιέται συνέχεια. Λίγες μέρες πριν την επέτειο της δολοφονίας του, εμφανίστηκε ξανά και απροσδόκητα. Σε  μια φτωχογειτονιά του Χαρτούμ, πρωτεύουσας του Σουδάν.
 
Εκεί, στις 28 Σεπτέμβρη 2013,  ο Salah Sanhouri, 28 ετών, έπεφτε νεκρός από δύο σφαίρες της αστυνομίας, μία στο κεφάλι και μία ολόισα στο στήθος του. Ήταν φαρμακοποιός στο επάγγελμα.
 
Είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στο Αμπού Ντάμπι, πρωτεύουσα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Σπούδασε στο Πακιστάν και θα μπορούσε να έχει μια καλή καριέρα στο εξωτεριko.