Του Βαγγέλη Μαυροδή
Τώρα, θα απορήσουν
πολλοί, και με το δίκιο τους, και μπορεί
να αναρωτηθούν τι είναι αυτά που φαίνονται
στη φωτογραφία, αλλά όσοι μένουν με την
απορία θα είναι σίγουρα κάτω από τα 50,
γιατί το ...επίκαιρο αντικείμενο του
θέματος, αυτή η «Γκαζόλαμπα» μάλλον
τούς είναι άγνωστη, εκτός κι’ αν την
είδαν κρεμασμένη παράμερα σε κάποιο
καρφί στο πατρικό τους σπίτι και στην
ερώτησή «τι το θέλουμε αυτό;» πήραν την
απάντηση, ότι «άφκη του, bουρεί
να χρειαστεί άμα κουπεί του ρεύμα. . .»
και εκεί έμεινε η απορία τους.
Και για τους
μη γνωρίζοντες λοιπόν αυτά τα παράξενα
τιμαλφή, (αντικείμενα να τα πω;) είναι
τρεις τύποι της πάλαι ποτέ γνωστής και
απαραίτητης σε κάθε σπίτι Γκαζόλαμπας.
Προσωπικά δε
θυμάμαι τα ...φωτιστικά που
χρησιμοποιήθηκαν πριν από την Γλαζόλαμπα
( κεριά και λαδοκάντηλα και πιο παλιά
δαδιά και άλλα), και γιατί από τότε που
θυμάμαι αυτήν είδα στο σπίτι μας, αυτήν
την Γκαζόλαμπα και μάλιστα από τις τρεις
που φαίνονται στη σειρά, στο σπίτι είχαμε
μία σαν αυτή τη γυάλινη που φαίνεται
πρώτη αυτή που είναι μεγαλύτερη από τις
άλλες δυο.
Η άλλη η Τρίτη
στη σειρά η μεταλλική, δεν πολυφάνηκε
στα μέρια μας, ίσως γιατί ναι μεν ήταν
πιο γερή και δεν έσπαζε, ήταν όμως και
ακριβότερη.
Η Γκαζόλμπα
ήταν η μόνη πηγή φωτός κατά τη νύχτα στα
χωριά, και μ’ αυτήν φέγγομάσταν τη
νύχτα, μ’ αυτήν διαβάζαμε και συντροφιά
μ’ αυτήν με κατεβασμένο το φυτίλι και
τη φλόγα «ταπεινωμένη», έπλεκε η Μάνα
για όλους από κάλτσες μέχρι πουλόβερ
και άλλα, καθισμένη κοντά στο τζάκι όταν
εμείς κοιμόμασταν νωρίς νωρίς, αφού δεν
αντέχαμε μια και ξυπνούσαμε αξημέρωτα
. . . .
Η Γκαζόλαμπα
μας συντρόφεψε χρόνια και χρόνια, αφού
ήταν η μοναδική πηγή φωτισμού, και μ’
αυτήν διαβάσαμε τις νύχτες, γράψαμε τα
μαθήματά μας, κι’ αυτή την Γκαζόλαμπα
βρίσκαμε να μας περιμένει χαμηλωμένη
στο τραπέζι δίπλα στο σκεπασμένο πιάτο
με το φαγητό, όταν αρχίσαμε να «αργούμε»
τα βράδια λόγω ηλικίας, τότε που μας
επιτρέπονταν να «αργούμε» τότε που στη
σιγανή γκρίνια του πατέρα, άκουγες τη
Μάνα να λέει «άφκι τουν τράνιψι τώρα.
. .» και την άλλη μέρα οι μικρότεροι στο
σπίτι ρωτούσαν πού ήμασταν και μας
κοιτούσαν με θαυμασμό, περιμένοντας τη
σειρά τους να . . .μεγαλώσουν. . .
Η Γκαζόλαμπα
άμα τη μελετήσεις δεν είναι απλό
κατασκεύασμα, είναι ένα τέλειο φωτιστικό
σώμα και αρκετά . . .σύνθετο.
Διαθέτει το
γιάλινο κάτω μέρος το «δοχείο» μέσα στο
οποίο μπαίνει το καθαρό πετρέλαιο,
διαθέτει τη «Μηχανή» που βιδώνει πάνω
στο κάτω μέρος και αυτή η αρκετά σύνθετη
μηχανή παίρνει μέσα στη σχισμή της το
φυτίλι το οποίο με τη ροδέλλα-ρεγουλατόρο,
το ανεβάζεις και το κατεβάζεις, ανάλογα
με το πόσο φωτεινή θέλεις να είναι η
φλόγα.
Δεν μπορείς
βέβαια να σηκώσεις το φυτίλι πολύ και
να υπερθερμάνεις με τη φλόγα το λαμπογιάλι
γιατί μπορεί να σπάσει, και βέβαια αυτό
το λαμπογιάλι είναι το λεπτό σημείο της
Γκαζόλαμπας, γιατί είναι το μόνο που
μπορεί εύκολα να σπάσει και τρεχα
στον μπακάλη να πάρεις άλλο, και όσες
φορές έσπασε στο σπίτι μας πάντα βέβαια
ηταν νύχτα και τρέχα να βρεις. . .
Βέβαια η
εναλλακτική λύση ήταν η δεύτερη Γκαζόλαμπα
που πάντα υπήρχε στα περισσότερα σπίτια,
αλλά το λαμπογιάλι, πάντα ήταν το
κατεξοχήν αντικείμενο που το χειρίζονταν
και το καθάριζε η Μάνα με πολλή προσοχή.
Στην Γκαζόλαμπα συνέβαιναν και «ατυχήματα»
από το σπάσιμο και την ολική απώλεια,
μέχρι το ξεκόλημμα της «μηχανής».
Και όσο για το
σπάσιμο δεν υπήρχε «θεραπεία» αλλά για
το ξεκόλημα της μηχανής η πενία βρήκε
διάφορες τέχνες-τρόπους να μπαλώσει τη
ζημιά.
Έτσι, αν θυμάμαι
καλά, για να ξανακολλήσει η Μηχανή στο
γιάλινο «αποκάτω» έκαιγαν στίψη (ή
ζάχαρη;) και κολλούσαν τη μηχανή, μέχρι
να ξαναξεκολλήσει και άντε πάλι απ’
την αρχή.
Εκτός όμως από
το ξεκόλλημα της «Μηχανής» (και αν κάνω
λάθος στο συγκολλητικό υλικό ας με
διορθώσει κάποιος), η βλάβη η οποία
θεωρούνταν σοβαρή, ήταν αυτή που
παρουσίαζε η Μηχανή να σηκώσει ή να
κατεβάσει το φυτίλι και εκεί ήταν που
έπρεπε να αντικατασταθεί αυτή η «Μηχανή»
γιατί δεν υπήρχε γιατριά.
Βέβαια για να
λειτουργλησει η Γκαζόλαμπα και να
αποδώσει τη μέγιστη «φωτοδοτική» της
δυνατότητα, έπρεπε το λαμπογιάλι να
είναι καθαρό, και κάθε μέρα η μάνα το
έπλενε με σαπουνάδα, και όταν δεν ήταν
πολύ «θαμπό», το καθάριζε με ένα πανί
που έβαζε μέσα, και το κλωθογύριζε με
το αδράχτι μέχρι να γίνει λαμπίκος.
Υπήρχε όμως και
ένα μοναδικό « μέτρο ασφαλείας» θα το
έλεγα για το λαμπογιάλι, και δεν ήταν
τίποτα άλλο, από ένα πιαστράκι που το
έβαζε η Μάνα στην πάνω μεριά του
λαμπόγιαλου, ένα πιαστράκι απ’ αυτά
που συγκρατούν οι γυναίκες τα μαλιά
τους, και τόβαζε , για να εμποδίσει την
ξαφνική υπερθέρμανση και να αποφύγει
το μοιραίο σπάσιμο . . .
Αυτά τα λαμπογιάλια
ήταν γνωστά με νούμερα και εμείς στο
σπίτι μας παίρναμε το Νο
9. . .
Έτσι συνεπής
με τα παλιά και τα παλιότερα, εδώ που
είμαι, πήγα και βρήκα, βρήκα και αγόρασα
μια Γκαζόλαμπα με λαμπογιάλι νούμερο
εννιά, τη γέμισα καθαρό πετρέλαιο και
την έχω κρεμασμένη στο κατώι για τις .
. .διακοπές του ρεύματος, και σας βεβαιώ
ότι αρκετές φορές χρειάστηκε, αλλά οι
νεότεροι που αγνοούν τη μυρωδιά της
Λάμπας, διαμαρτυρήθηκαν,και με το δίκιο
τους αφού τέτοια πράγματα δεν τα γνώρισαν
. . .
Και βέβαια εκεί
που την έχω κρεμασμένη τη Λάμπα, θυμήθηκα
αυτό που έβλεπα παλιά, και πάνω στο
λαμπογιάλι έβαλα ένα χωνάκι χάρτινο,
για να μην σκονιζεται και νάναι πάντα
έτοιμο για . . .όποτε. . .
Δεν είναι γνωστή
η Γκαζόλαμπα στους νεότερους, αλλά αυτή
η ταπεινή λάμπα, σημάδεψε μια εποχή,
αφού δεν υπήρχε τίποτα άλλο για να
«φεχτείς» να κάνεις τις δουλειές στο
σπίτι τη νύχτα, να σε συντροφέψει στα
ξενύχτια και στα νυχτέρια.
Δεν υπήρχε άλλος
τρόπος να γράψεις και να διαβάσεις,
ακόμα και να «δεις» το θερμόμετρο τη
νύχτα.
Και από όσο θυμάμαι,
και στο Δημοτικό και παραπέρα, με την
Γκαζόλαμπα διάβασα, και μ’ αυτήν έγραψα.
Αλλά από τότε που
έίχα αρχίσει να μεγαλώνω και να «αργώ»
τα βράδια, θα μού μείνει για πάντα η
εικόνα της Μάνας που με περίμενε πλέκοντας
δίπλα στην «ταπεινωμένη» (χαμηλωμένη)
λάμπα και χαμογελώντας περήφανη με
καλωσόριζε λέγοντας . . . . Καλώς τον. . .
.Ήρθες;. . . .
Με τις ευχές
μου σε όλους για Καλές Γιορτές και,
.υπομονή. . .θα
έρθουν και καλύτερες μέρες . . .αλλά όσο
για το πότε θάρθουν. . . .Άγνωστο. . . .
Βαγγέλης
Μαυροδής, Ο Δεκέμβρης 13 και η Σελήνη . .
.12 ημερών . .
