Τους τέσσερις τελευταίους μήνες, αν μιλήσει κανείς με υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη, διακρίνει μία «βουβή» ανησυχία και έναν κρυμμένο φόβο. Φυσικό επόμενο, μιας και η παρατεταμένη πολιτική και οικονομική αστάθεια πλήττει, πρώτα και κύρια, τον επαγγελματικό τους χώρο.
Ο πέλεκυς της ρευστότητας κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους, απειλητικός. Και τον νοιώθουν σε κάθε τους κίνηση.
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες όμως η κατάσταση έχει επιδεινωθεί εντυπωσιακά. Η ανησυχία έχει πλέον αποκτήσει φωνή και εκφράζεται ξεκάθαρα. Ο φόβος, αν και εξακολουθεί να μην εκφέρεται με λόγια, είναι εμφανέστατος.
Η νευρικότητα είναι τόσο έντονη και διάχυτη στις εκφράσεις και τα λόγια τους, που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος ότι προέρχεται από κάτι άλλο.
Τι συμβαίνει και έχει ενταθεί τόσο η ανησυχία τους; Εδώ μιλάμε για στελέχη με τεράστια εμπειρία, συνηθισμένα να εργάζονται και να αποδίδουν στο maximum, υπό μεγάλη πίεση. Αρκεί η ελλειμματική ρευστότητα και μόνο για να τους δημιουργείται τέτοια αναστάτωση; Μήπως υπάρχει κάτι περισσότερο;
Σίγουρα η ρευστότητα αποτελεί μεγάλο μπελά και προκαλεί πονοκέφαλο. Αλλά με εκφρασμένη την θέληση της Ε.Κ.Τ. να παρέχει ικανά ποσά, δεν δικαιολογείται σοβαρή ανησυχία. Τουλάχιστον όχι πέρα από έναν, φυσιολογικό, βαθμό. Προς τι λοιπόν η αναστάτωση; Η απάντηση βρίσκεται σε δύο παράγοντες: την επίτευξη ή μη χρηματοδότησης της χώρας από τους εταίρους και τον χρόνο.
Όσο υπήρχε εμφανής ελπίδα να επιτευχθεί συμφωνία οι τραπεζίτες αισθάνονταν, σχετικά, ασφαλείς. Ο Mario Draghi έχει ξεκάθαρα δηλώσει ότι θα επαναφέρει την εξαίρεση επιλεξιμότητας των ελληνικών ομολόγων και εγγυήσεων Δημοσίου, όταν η ολοκλήρωση της αξιολόγησης είναι βέβαιη. Αυτό, αυτόματα, θα σήμαινε για τις τράπεζες περισσότερη, σταθερότερη και φθηνότερη ρευστότητα.
Όσο όμως η συμφωνία δεν πλησιάζει αλλά αντίθετα μοιάζει ν’ απομακρύνεται, η ανησυχία τους γιγαντώνεται. Διότι γνωρίζουν ότι η Ε.Κ.Τ.:
- αφενός δεν μπορεί να διατηρήσει την παροχή E.L.A. επ’ αόριστο
- αφετέρου δεν έχει την δυνατότητα να την παρέχει καν, εάν και εφόσον γίνει φανερό πως δεν μπορεί να υπάρξει αξιολόγηση, σε ορατό χρονικό ορίζοντα.
Οποιοδήποτε από τα δύο συμβεί θα σημαίνει, στην καλύτερη περίπτωση περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, στην χειρότερη κλειστές τράπεζες. Με τις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία να είναι από δραματικές έως τρομακτικές.
Άρα τα συναισθήματα των τραπεζιτών είναι εξηγήσιμα και δικαιολογημένα; Εν μέρει, ναι. Κατά ένα μεγάλο μέρος όμως, όχι. Διότι αυτές οι πιθανότητες αυτές τους ήταν γνωστές. Από πολύ νωρίς και πολύ καλύτερα, από ό,τι στους περισσότερους. Δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι είναι «στα καρφιά», απλά γιατί μοιάζει να υλοποιείται το χειρότερο σενάριο. Σε τελική ανάλυση, ακόμη και αν κλείσουν οι τράπεζες προσωρινά, δεν διαλύονται. Επομένως, τι είναι αυτό που τους αγχώνει περισσότερο;
Δυστυχώς, η μόνη λογική εξήγηση είναι πως υπάρχει ζήτημα κεφαλαιακής επάρκειας. Τρέχοντα στοιχεία δεν υπάρχουν δημοσίως διαθέσιμα και άρα δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι με βεβαιότητα. Είναι όμως πολύ λογικό, με την ανύπαρκτη γενική οικονομική δραστηριότητα των τελευταίων 3 μηνών, να έχει αυξηθεί σημαντικά το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (Non-Performing Loans - NPLs). Την στιγμή που οι προβλέψεις της Τραπέζης της Ελλάδος για το 2015 ήταν να υπάρξει αντιστροφή της τάσης των τελευταίων χρόνων και μείωση. Με απλά λόγια το πλάνο για το έτος, έχει «πάει περίπατο». Και όχι μόνο.
Αν όντως η ανησυχία των τραπεζικών στελεχών ξεκινά από εκεί, δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι θεωρούν απαραίτητο να αυξήσουν τις προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις. Αυτό μεταφράζεται σε ανάγκη αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου. Στο υπάρχον οικονομικό περιβάλλον όμως, κάτι τέτοιο αγγίζει τα όρια του αδύνατου.
Άρα μοναδική εναλλακτική, με βάση τα νέα στάνταρντς, το bail-in.
Δηλαδή το «κούρεμα» μετόχων, πιστωτών και καταθετών. Και μόνο η αναφορά στην λέξη, δικαιολογεί απολύτως όλα όσα αισθάνονται οι τραπεζίτες.
Αυτά βέβαια ισχύουν μόνον για αυτούς. Εμείς οι υπόλοιποι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να έχουμε ανησυχία, φόβο ή αγωνία. Η κυβέρνηση με την «δημιουργική ασάφεια», θα πάρει χρηματοδότηση, χωρίς «υφεσιακά μέτρα». Όχι βέβαια στο τακτικό Eurogroup στις 24/4. Αυτό το χάσαμε. Σε έκτακτο που θα γίνει, λέει, στις 11/5.
Κανένα πρόβλημα.
Σάμπως είναι απόλυτη ανάγκη να πάρει μπροστά η οικονομία;
Μήπως κινδυνεύει η χώρα με χρεοκοπία;
Δεν νομίζω. Εσείς τι λέτε;
Πέτρος Λάζος