«Τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας συχνά
οφείλονται σε υλικές αλλαγές, στην αύξηση του πληθυσμού και σε άλλα
θεμελιώδη οικονομικά αίτια, τα οποία, λόγω του βαθμιαίου χαρακτήρα τους
διαφεύγουν της προσοχής των παρατηρητών της εποχής, αποδίδονται στις
ανοησίες των ηγετών των κρατών ή στον φανατισμό των άθεων».
Αυτή η φράση του John Maynard Keynes,
αποτελεί το έναυσμα για την μελέτη της σημασίας που έχει η
μετανάστευση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ενός κράτους, και τις
επιπτώσεις της σε συγκεκριμένους τομείς, όπως η οικονομία, η κοινωνική
συνοχή και η ασφάλεια, τόσο σε επίπεδο εθνικό, όσο και σε επίπεδουπερεθνικό.
Εν όψει των αυξημένων μεταναστευτικών
ροών που παρατηρείται το τρέχον διάστημα και της εξαιρετικά μεγάλης
δημοσιότητας που έχει λάβει το θέμα, χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε
ορισμένες πληροφορίες που αφορούν το ευρωπαϊκό νομοθετικό καθεστώς
σχετικά με την υποδοχή και προώθηση των προσφύγων.
Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999) και
με βάση τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Τάμπερε, Οκτώβριος
1999) δημιουργήθηκε το Κοινό Ευρωπαϊκού Συστήμα Ασύλου (ΚΕΣΑ).
- Οδηγίας 2004/83/ΕΚ (προϋποθέσεις για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα και το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας): Σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ το ενωσιακό καθεστώς του πρόσφυγα λαμβάνει «κάθε υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του και αρνείται να επιστρέψει σε αυτήν επειδή φοβάται ότι θα υποστεί δίωξη λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, των πολιτικών του φρονημάτων ή λόγω του ότι ανήκει σε κάποια κοινωνική ομάδα, μπορεί να υποβάλει αίτηση για καθεστώς πρόσφυγα. Οι απάτριδες μπορούν να έχουν πρόσβαση στο ίδιο καθεστώς». Αιτήσεις, πάντως είναι δυνατόν να απορρίπτονται για άτομα που έχουν διαπράξει: ένα έγκλημα πολέμου, κατά της ανθρωπότητας ή κατά της ειρήνης, ένα σοβαρό έγκλημα του κοινού δικαίου ή πράξεις που αντιστρατεύονται τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.
- Οδηγίας 2005/85/ΕΚ (διαδικασία χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα): Η Οδηγία 2005/85/ΕΚ έχει ως στόχο να καθορίσει τους ελάχιστους βασικούς κανόνες για την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα, να μειώσει τις ανισότητες μεταξύ των εθνικών διαδικασιών εξέτασης και να εξασφαλίσει την ποιότητα της λήψης αποφάσεων στα Κράτη-μέλη.
- Αρχικού Κανονισμού 343/2003/ΕΚ (Δουβλίνο ΙΙ) και σήμερα με τον 604/2013/ΕΕ (Δουβλίνο III) (προσδιορισμός του Κ-μ, το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου): Ο Κανονισμός 343/2003/ΕΚ (Δουβλίνο ΙΙ) αντικατέστησε τις διατάξεις της Σύμβασης του Δουβλίνου (1990) με κοινοτική νομοθεσία. Σκοπός του ήταν ο προσδιορισμός, το συντομότερο δυνατό, του Κ-μ το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου και ο καθορισμός λογικών προθεσμιών για κάθε στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου Κράτους-μέλους.
Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του
Κανονισμού 343/2003, κάθε κράτος μέλος δύναται, ακόμη κι αν δεν είναι
υπεύθυνο κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων του Κανονισμού, να επανενώνει
οικογένειες καθώς και άλλους εξαρτημένους συγγενείς για ανθρωπιστικούς
λόγους, βάσει ιδίως οικογενειακών ή πολιτισμικών κριτηρίων (ανθρωπιστική
ρήτρα). Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος, κατόπιν
αιτήματος άλλου κράτους μέλους, εξετάζει την αίτηση ασύλου του
ενδιαφερομένου. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να συναινούν. Επίσης, στις
περιπτώσεις που το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εξαρτάται από τη βοήθεια του
άλλου λόγω εγκυμοσύνης ή πρόσφατου τοκετού, σοβαρής ασθένειας, σοβαρής
αναπηρίας ή μεγάλης ηλικίας, τα κράτη μέλη δύνανται να τοποθετούν μαζί ή
να επανενώνουν τον αιτούντα άσυλο με άλλο συγγενή που βρίσκεται στο
έδαφος ενός εκ των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι οι οικογενειακοί
δεσμοί υπήρχαν στη χώρα καταγωγής.
Πέραν της ανθρωπιστικής ρήτρας, η οποία
προωθεί την ενοποίηση των οικογενειών, προβλέπονται και περαιτέρω
περιπτώσεις που ο αιτών άσυλο θεωρείται ότι έχει ειδικές ανάγκες και πιο
συγκεκριμένα ανήκει σε μια εκ των ακόλουθων κατηγοριών: α) άτομα με
αναπηρίες, β) ηλικιωμένοι άνθρωποι, γ) έγκυες γυναίκες, ε) ανήλικοι, στ)
θύματα βασανιστηρίων, βιασμών ή άλλης σοβαρής ψυχολογικής, σωματικής ή
σεξουαλικής βίας. Στις περιπτώσεις αυτές, το κράτος μέλος μεταφοράς θα
πρέπει να ενημερώνει το κράτος μέλος υποδοχής, έτσι ώστε να μπορεί το
τελευταίο να παρέχει επαρκή βοήθεια. Προς τούτο, διατυπώθηκαν σοβαρές
ανησυχίες σχετικά με την ενδεχόμενη άσκοπη μεταφορά των ατόμων με
ειδικές ανάγκες. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο να υπάρχει κατάλληλα
εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό ώστε να διενεργεί την αξιολόγηση της
καταλληλότητας του αιτούντος για μεταφορά. Μια τέτοια αξιολόγηση θα
πρέπει να γίνεται κάτω από τις κατάλληλες ηθικές εγγυήσεις