Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12

«Χρυσές δουλειές» κάνουν οι μετανάστες

«Χρυσές δουλειές» κάνουν οι μετανάστες

Περίπτερα, φούρνοι, κομμωτήρια, ταξί και σούπερ μάρκετ στα χέρια αλλοδαπών επιχειρηματιών

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΠΑΝΟΣ Θ. ΤΖΙΦΑΣ

«Χρυσές δουλειές» κάνουν εκατοντάδες πλέον μετανάστες, που κατάφεραν από εργάτες να γίνουν εργοδότες και δεινοί επιχειρηματίες στο κέντρο της Αθήνας. Κομμωτήρια, περίπτερα, καφετέριες, ταξί μέχρι και σούπερ μάρκετ πέρασαν στα χέρια αλλοδαπών που μπόρεσαν, όπως φαίνεται, μέσα από τις δηλώσεις τους και την έρευνα του «Π» να γίνουν επιτυχημένοι επιχειρηματίες σε μια Ελλάδα που γογγύζει από την οικονομική κρίση και την αβεβαιότητα. Σε αντίθεση με ό,τι θα πίστευαν οι περισσότεροι, πελάτες των επιτυχημένων μεταναστών που στη πλειονότητά τους είναι Άραβες
(Αιγύπτιοι, Σύροι κ.λπ.), πολίτες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (Ρώσοι, Γεωργιανοί κ.λπ.) και Αλβανοί, δεν είναι μόνο ομοεθνείς τους που προσπαθούν να τους υποστηρίξουν οικονομικά. Ανάμεσα στο μόνιμο πελατειακό τους κοινό είναι και χιλιάδες Έλληνες που κάνουν σε πολλές περιπτώσεις διαδρομές χιλιομέτρων, προκειμένου είτε να κουρευτούν με 5 ευρώ (έναντι 10 και 15 που έχει ενδεικτικά ένα ανδρικό κούρεμα χωρίς λούσιμο) είτε ένα ζευγάρι παπούτσια κυριολεκτικά στη μισή τιμή, αν όχι και λιγότερο!

«Έλληνίδες οι πελάτισσες»
«Οι μισές πελάτισσές μου έρχονται από το Χαλάνδρι, την Αγία Παρασκευή και την Κηφισιά. Δεν τους ενδιαφέρει που είμαι Γεωργιανή, ούτε που που βρισκόμαστε στην κακόφημη –κατά πολλούς– οδό Αχαρνών. Τους φτάνει που πληρώνουν ελάχιστα χρήματα και που τις περιποιούμαι επαγγελματικά, όπως τα μεγάλα κομμωτήρια της Αθήνας», δηλώνει στο «Π» η κα Νίκη από τη μακρινή Γεωργία, που διατηρεί με ιδιαίτερη επιτυχία κομμωτήριο στην οδό Αχαρνών τα τελευταία τρία χρόνια.

«Αγαπάμε τους Έλληνες»
Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί, οι λόγοι που οι αλλοδαποί κατάφεραν να γίνουν δεινοί επιχειρηματίες δεν είναι μόνο οι χαμηλές τιμές που έχουν, ούτε το ότι δεν κόβουν αποδείξεις. Όπως μας λέει ο Ομάρ, που διατηρεί σούπερ μάρκετ στο κέντρο της Αθήνας: «Στο κατάστημά μου θα βρείτε προϊόντα από όλο τον κόσμο. Ως Αιγύπτιος, εισάγω ό,τι μπορείτε να φανταστείτε από χώρες της Μέσης Ανατολής και έτσι Έλληνες και ξένοι πελάτες έρχονται από όλο το λεκανοπέδιο για να βάλουν στο τραπέζι τους γνήσια έθνικ προϊόντα και σε χαμηλές τιμές». Απόδειξη των όσων δήλωσε ο κ. Χαμίντ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι: «Είναι το δεύτερο μαγαζί που έχω, αυτό στο οποίο με επισκέπτεστε. Είμαι στην Ελλάδα 20 χρόνια και λίγα μέτρα πιο κάτω διατηρώ καφετέρια, με τιμές ασύγκριτα χαμηλές και φυσικά ναργιλέδες για τους μερακλήδες Άραβες, αλλά και Έλληνες πελάτες σε δεκάδες διαφορετικές γεύσεις. Αυτό, πάντως, που πρέπει να καταλάβουν όλοι είναι ότι δουλεύουμε πολύ σκληρά και δείχνουμε κατανόηση στους πελάτες μας, που ζουν υπό το καθεστώς της κρίσης. Είμαστε ιδιαίτερα ευγενείς ακριβώς γιατί ως μετανάστες όλοι είναι καχύποπτοι και με εμάς και με τα προϊόντα που τους πουλάμε. Εμείς, όμως, παλεύουμε για την Ελλάδα και την οικονομία της, πληρώνουμε φόρους και αγαπάμε τους γείτονές μας».

«Δουλεύουμε όλη μέρα»
Ο Αλί από τη Συρία δίνει τη δική του «μάχη» στο μοναδικό πλέον ανοιχτό περίπτερο στην Πλατεία Βάθης: «Τα πράγματα είναι δύσκολα. Βλέπετε πού βρισκόμαστε. Ανάμεσα σε οίκους ανοχής και χώρους συνάθροισης τοξικομανών. Μόλις σκοτεινιάσει, δουλεύουμε δύο άτομα. Ένας μέσα και ένας έξω από το περίπτερο υπό τον φόβο κλοπής ή άλλου επεισοδίου» και συνεχίζει αποκαλύπτοντάς μας το μυστικό της επιτυχίας του: «Το μυστικό μας μας είναι απλό. Δουλεύουμε πολλές ώρες, κρατάμε χαμηλές τις τιμές μας και κυρίως είμαστε ευγενικοί ακόμα και με τους πιο δύστροπους πελάτες».

«Ευκαιρία η κρίση»
Ο Ρασίντ από το Πακιστάν διατηρεί κοντά στην Πλατεία Ομονοίας κατάστημα πώλησης και επισκευής ηλεκτρονικών ειδών. Το κατάστημά του είναι μονίμως γεμάτο και γι’ αυτόν και τους υπαλλήλους του οι γιορτές είναι κάτι άγνωστο: «Εδώ και έξι χρόνια έχω καταφέρει, παρόλο που ακριβώς δίπλα υπάρχει και άλλο κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών, να κερδίσω την εμπιστοσύνη των πελατών μου, καθώς είμαι γρήγορος, αποτελεσματικός και κυρίως ασύγκριτα φτηνός. Δεν κοροϊδεύω τους πελάτες μου, τους προσφέρω αυτό ακριβώς που θα τους υποσχεθώ και οι τιμές μου είναι τουλάχιστον 50% κάτω από αυτές που υπάρχουν ακόμα και στα καταστήματα γύρω από το δικό μου». Στη συνέχεια, προσθέτει όλο χαρά: «Έχω καταφέρει να πείσω τους πάντες ότι, βγαίνοντας από το κατάστημά μου, θα έχουν λύσει το πρόβλημα του μηχανήματός τους, αλλά και οι τιμές που τους δίνω είναι σαφώς πολύ χαμηλότερες των υπολοίπων. Όπως αντιλαμβάνεστε έρχομαι από πολύ μακριά, αγαπάω την Ελλάδα και θέλω να μείνω μόνιμα στη χώρα μας, όπως συνηθίζω να την αποκαλώ. Τέλος, να ξέρετε ότι έχουμε μάθει να ζούμε με λίγα και έτσι δεν μας κακοφαίνεται η κρίση. Για να ακριβολογήσω, τη βρήκα ως ευκαιρία και είμαι κοντά στο να ανοίξω και δεύτερο κατάστημα, αφού δεν προλαβαίνω τις παραγγελίες».

«Οικογενειακή υπόθεση»
Ακόμη ένας παράγοντας επιτυχίας των αλλοδαπών επιχειρηματιών είναι η οικογενειακή συνοχή. Όπως μας εξηγεί ο Αλβανός φούρναρης κ. Ρέντης, του οποίου το κατάστημα βρίσκεται κοντά στην Ακρόπολη: «Ο φούρνος είναι μια σκληρή δουλειά που απαιτεί τουλάχιστον πέντε άτομα προσωπικό και είναι ανοιχτό 17 ώρες την ημέρα, επί επτά ημέρες την εβδομάδα» και συνεχίζει λέγοντας: «Όλη η οικογένεια χωρίζεται σε βάρδιες και, ανάλογα με την ειδικότητα του καθενός μας, εργάζεται ακατάπαυστα. Έτσι, ο φούρνος μας μέσα σε πέντε χρόνια κατάφερε να γίνει αυτό που λέτε ‘‘ο φούρνος της γειτονιάς’’. Προσέχουμε τα υλικά μας, είμαστε ευγενικοί με όλους, σεβόμαστε την κρίση και κρατάμε χαμηλές τις τιμές, ενώ συνεχώς προσθέτουμε νέα προϊόντα στον κατάλογό μας. Τέλος, για να προσελκύσουμε πελάτες, συνεχώς κάνουμε προσφορές, όπως για παράδειγμα με 1,5 ευρώ πουλάμε τον καφέ της αρεσκείας σας μαζί με ένα μπουκάλι νερό, αλλά και ένα θεσσαλονικιώτικο κουλούρι, καλύπτοντας όλες τις ανάγκες ενός πρωινού».

* Ρεπορτάζ από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας Παρασκήνιο το Σάββατο 10/01/2015.
zougla.gr/blog