Τρίτη, Μαΐου 3

Σικάγο, Σάββατο 1η Μάη 1886 - Ηταν μια θαυμάσια μέρα: Τα εργοστάσια άδεια και οι αποθήκες κλειστές

ΣΙΚΑΓΟ 25 του Απρίλη 1886 οι εργάτες  τραγουδούσαν ένα τραγούδι που ηχούσε απειλητικά στα αυτιά της εργοδοσίας:

“Θέλουμε να τ” αλλάξουμε τα πράγματα/ Βαρεθήκαμε να μοχθούμε απ” τα χαράματα/ Ισά – ίσα μόνο για να ζούμε/ και να μην έχουμε μια ώρα να σκεφτούμε/ Θέλουμε να νιώσουμε του ήλιου τη φωτιά/ και των λουλουδιών την ευωδιά/ Και θέλημα του θεού μες στους αιώνες/ να εφαρμοστούν οι οχτώ ώρες/ Μαζεύουμε τις δυνάμεις μας απ” τα γιαπιά,/ τα εργοστάσια,/ τα μαγαζιά/ Οχτώ ώρες ανάπαυση, οχτώ ώρες δουλειά/ κι οχτώ ώρες για ό,τι θέλει ο καθένας από μας!”

Οι μεγαλοβιομήχανοι του Σικάγου, ακόμα και σε ομαλές εποχές, διακρίνονταν για τη νεξαιρετική σκληρότητά τους. Η αστυνομία (…) “χρησιμοποιούνταν από καιρό σαν ιδιωτική δύναμη στην υπηρεσία της εργοδοσίας (…) Όπως και σήμερα...

 

τους δύο μήνες που προηγήθηκαν της Πρωτομαγιάς, “γίνονταν συνέχεια ταραχές και οι αστυνομικές άμαξες, γεμάτες οπλισμένους άντρες, περιπολούσαν αδιάκοπα και ξεφύτρωναν σε κάθε σημείο της πόλης” (…) Ο Αλμπερτ Ρ. Πάρσονς και ο Ογκαστ Σπάις δούλεψαν όσο ποτέ άλλοτε, πείθοντας τα τιπικά σωματεία να υποστηρίξουν την κινητοποίηση του Μάη (…)


Ο Πάρσονς επέστρεψε στο Σινσινάτι και το βράδυ της 4ης Μάη μίλησε σε εργατική συγκέντρωση. Η ομιλία του τέλειωσε στις δέκα. Χωρίς καμία αφορμή, ξαφνικά, μια μεγάλη ομάδα αστυνομικών πλησιάζει προς τον επόμενο ομιλητή και απαιτεί να διαλυθεί η συγκέντρωση. Την ώρα που ο ομλητής, ο Φίλντεν, προσπαθούσε να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη. Κάποιος είχε ρίξει μια βόμβα. Μεταξύ των θυμάτων ήταν ένας νεκρός αστυνομικός και εφτά βαριά τραυνατισμένοι. Η προβοκάτσια είχε ξεκινήσει.
HACAT_V23Αλμπερτ Πάρσονς


«Την άλλη μέρα», σημειώνουν οι συγγραφείς, «το Σικάγο και όλη η χώρα είχαν μεταμορφωθεί σε ένα τέρας που διψούσε για εκδίκηση (…) Οι εφημερίδες της χώρας δήλωναν με ένα στόμα ότι δεν είχε σημασία αν ο Πάρσονς, ο Σπάις και ο Φόλντεν είχαν βάλει τη βόμβα ή όχι. Επρεπε να κρεμαστούν για τις πολιτικές απόψεις τους (…)».



Η δίκη ξεκίνησε στις 21 Ιούνη. Οι ένορκοι ήταν κυρίως επιχειρηματίες.
Ο Σπάις, απευθυνόμενος στον δικαστή είπε: «Αν νομίζετε ότι με το να μας κρεμάσετε, θα συντρίψετε το εργατικό κίνημα, το κίνημα απ” όπου τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων, τα εκατομμύρια αυτών που εργάζονται σκληρά μέσα στη φτώχεια και τη μιζέρια, περιμένουν τη λύτρωση, αν αυτή είναι η γνώμη σας, τότε κρεμάστε μας! Εδώ θα ποδοπατήσετε μια σπίθα, αλλά εκεί κι εκεί, πίσω σας και μπροστά σας, παντού φλόγες ξεφυτρώνουν. Είναι μια υπόγεια φωτιά. Δεν μπορείτε να τη σβήσετε…».
Οι Σπάις, Φίσερ, Ενγκελ και Πάρσονς οδηγήθηκαν στην αγχόνη. Στο τελευταίο του γράμμα προς την γυναίκα του, την Λούσι έγραψε: «Φτωχή μου, αγαπημένη μου γυναίκα… Σε αφήνω κληρονομιά μου στο λαό. Εσενα, γυναίκα του λαού. Θέλω να σου ζητήσω κάτι: Μην κάνεις καμιά απερισκεψία όταν φύγω, αλλά να αναλάβεις εσύ στη θέση μου τον αγώνα για τον σοσιαλισμό (…)».
Λίγο πριν την αγχόνη ο Σπάις φώναξε: «Θα έρθει μια μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που πνίγετε σήμερα»…
ογκαστ-σπαις
Ογκαστ Σπάις
* σσ: Διάσημο γραφείο ιδιωτικών ντεντέκτιβ, το οποίο είχε «ειδικευθεί» στις απεργοσπασίες, τις απειλές σε πρωτοπόρα συνδικαλιστικά στελέχη, ακόμη και σε δολοφονίες.
Σικάγο 1886
 .toperiodiko.gr