Κατάρρευση σε αργή κίνηση…

Κατάρρευση σε αργή κίνηση…
Ο θίασος που κυβερνά την Ελλάδα εδώ και τέσσερα χρόνια μας έχει δώσει το δικαίωμα να ανησυχούμε οποτεδήποτε πανηγυρίζει, οποιοσδήποτε κι αν είναι ο λόγος.
Τελευταίος ήταν η πρόσφατη επιτυχής έκδοση του δεκαετούς ομολόγου από τον ΟΔΔΗΧ, κάτι που, η αλήθεια είναι, αποτελεί καλό νέο, πέρα από κομματικές ή και προσωπικές αντιπάθειες.
Το ελληνικό χρέος πρέπει κάπως να χρηματοδοτηθεί, οι Ευρωπαίοι εταίροι απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση να το χρηματοδοτούν εκείνοι όταν βγήκαμε (δηλαδή βγήκαν) από το μνημόνιο και κανένας Έλληνας με σώας τας φρένας (με τα χρήματά του εντός συνόρων τουλάχιστον) δεν θα θέλει να χρεοκοπήσει η χώρα του, έστω κι αν η τελευταία δανείζεται με συγκριτικά υψηλά επιτόκια.

Ωστόσο πρέπει να πούμε, αγνοώντας το πολύ πιθανό ενδεχόμενο να χαρακτηριστούμε μεμψίμοιροι, πως μαζί με το χρέος χρηματοδοτείται και μία νοσηρή κατάσταση, όπου

...περίπου 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι του ιδιωτικού τομέα είναι υποχρεωμένοι με την εργασία τους να παραγάγουν κάτι, οτιδήποτε,

...για να συντηρήσουν 4 εκατομμύρια που
  • είτε δεν παράγουν αρκετά (δημόσιο – κεντρικό και ευρύτερο) 
  • είτε δεν παράγουν καθόλου (συνταξιούχοι, άνεργοι).

Ο πιο σίγουρος τρόπος για να χειροτερέψουν τα πράγματα, βέβαια, είναι να χρεοκοπήσουμε για αυτό και είναι καλό που οι αγορές μας δανείζουν, αλλά δεν φαινόμαστε και ιδιαίτερα διατεθειμένοι να τα αλλάξουμε για να καλυτερεύσουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μένουν στάσιμα.

Σημαίνει ότι χειροτερεύουν, απλώς, πιο αργά και τούτο γιατί κανένας λογικός άνθρωπος δεν θέλει να εργάζεται για να συντηρεί κάποιον άλλον:

Ή θα προσπαθήσει να μετακινηθεί στην ομάδα με τα 4 εκατομμύρια (πλην ανέργων) ή θα φύγει στο εξωτερικό.

Αυτή η διαπίστωση δεν υποτιμά το γεγονός της επιτυχούς έκδοσης του δεκαετούς ομολόγου, αλλά την ικανότητά μας να τη διαχειριστούμε.

Ομόλογα εκδίδαμε πολύ πετυχημένα και πριν την κρίση, με τα οποία συντηρούσαμε μία, επίσης, μη παραγωγική, μη ανταγωνιστική οικονομία.

Η διαφορά είναι πώς τώρα, αυτή την οδυνηρή δεκαετία, είχαμε την ευκαιρία να αλλάξουμε. Δεν την έχουμε πια…

Διάγουμε μία νέα «κανονικότητα», όπου η κυβέρνηση, προεκλογικής χρονιάς ένεκεν, έχει την πολυτέλεια να ανεβάζει τη συχνότητα προσλήψεων στο δημόσιο και να κάνει το χατίρι σε όποια κοινωνική ομάδα συγκεντρώσει πάνω από εκατό άτομα έξω από υπουργείο…

Σαν τις παλιές καλές μέρες, με τη διαφορά ότι αυτή την εποχή όποιος έχει την ατυχία να μην έχει τις κατάλληλες γνωριμίες ή το «ελάττωμα» να θέλει να αξιολογείται για τη δουλειά του (υπάρχουν και τέτοιοι…) μπορεί να φύγει πολύ εύκολα από την Ελλάδα.

Έτσι, υγιείς δυνάμεις που θα μπορούσαν να «σπρώξουν» το πολιτικό σύστημα προς ορθολογικότερη αντιμετώπιση της κρίσης αποδεκατίζονται και μένουν χωρίς ουσιαστική πολιτική έκφραση, με αποτέλεσμα το «νέο» στις ερχόμενες εκλογές να εκπροσωπείται από έναν τύπο που πουλούσε στην τηλεόραση τις κατά τον ίδιο «χειρόγραφες επιστολές του Ιησού» και να συνεχίζουν να ξεφυτρώνουν πολιτικοί φορείς και σχηματισμοί που θέλουν να τα βάλουν, ακόμα, με τον νεοφιλελευθερισμό – μιλάμε πάντα για τη χώρα νούμερο 108 στην οικονομική ελευθερία…

Συν το ότι το κόμμα που ως κυβέρνηση υποθήκευσε τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα μέσα σε μόλις 17 ώρες, ζημίωσε την χώρα από 100 έως 200 δισ. μέσα σε ένα εξάμηνο και αφιέρωσε τα υπόλοιπα ολόκληρα τριάμισι χρόνια θητείας του στην αποκατάσταση της αριστερής εικόνας του – κυρίως κάνοντας αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση στα εσωτερικά θέματα και πουλώντας αριστερό διεθνισμό στα εξωτερικά –, φαίνεται να εξασφαλίζει ένα ποσοστό της τάξης του 20%.

Με αυτά τα δεδομένα και μετά από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, είναι επίσημο πια, αυτή η χώρα ζει στον δικό της κόσμο.

Με ή χωρίς μερίδιο ευθύνης από πλευράς ξένων εταίρων ή αγορών, κατάφερε να κάνει την εμφανή παρακμή της σημαία της.

Με “brain drain” στα ύψη και τη γεωπολιτική της θέση στα βάθη, με δημόσιες υπηρεσίες να υπο-υπολειτουργούν, ΔΕΚΟ να χρεοκοπούν η μία μετά την άλλη και αστικές υποδομές στην κυριολεξία να σαπίζουν, έχουμε καταφέρει να κάνουμε την κατάρρευσή μας όχι απλά «κανονικότητα» γενικώς και αορίστως, αλλά, πλέον, καθημερινότητα που θεωρείται δεδομένη:

Έχουμε περάσει προ πολλού το στάδιο όπου η είδηση ότι οι τράπεζες έχουν χάσει τα 3/4 της αξίας τους μας ήταν αδιάφορη και όπου τα capital control μας έγιναν συνήθεια. Τώρα είμαστε στο στάδιο όπου θεωρούμε κανονικότητα τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις.

Έτσι πάνε αυτά όμως…

Με ανοικτές ή κλειστές τις αγορές, αν επιμείνεις πολύ, κάποια στιγμή τα βελάκια που δείχνουν προς τα κάτω στο χαρτί και οι δυσμενείς δείκτες στην θεωρία, γίνονται απτή πραγματικότητα.

Ελπίζουμε να είναι επιτυχής και η επόμενη έκδοση ελληνικού ομολόγου, τα χρήματα μας αγοράζουν πάνω από όλα χρόνο, αλλά το ζήτημα πια δεν είναι ο χρόνος…

Τι να τον κάνουμε αν συνεχίζουμε να πορευόμαστε λάθος; Να απολαμβάνουμε την κατάρρευση σε αργή κίνηση;

Αφού η αλλαγή στην πορεία μας δεν ήρθε όσο οι αγορές ήταν κλειστές, ε, μάλλον αυτό θα κάνουμε…


Γράφει ο Μιχάλης Δεμερτζής
grpost