5 αντικείμενα που αν τα έχεις προλάβει τότε είσαι πλέον μεσήλικας (φωτο)


Στο μυαλό σου σε βλέπεις να τρέχεις μαραθώνιο σε χρόνο που θα έκανε τον Γκεμπρεσελασιέ να μοιάζει με αρχάριο δρομικό τσουτσέκι. Νομίζεις πως μπορείς να παρτάρεις 6 μέρες σερί στη Μύκονο, μέχρις ότου να βουλιάξει(ς) το νησί. Έχεις την αίσθηση πως τα πιτσιρίκια σε βλέπουν στο δρόμο και σε φωνάζουν “man!”.

Οι λέξεις-κλειδιά στην παραπάνω παράγραφο είναι οι εξής: «Στο μυαλό σου», «Νομίζεις» και «Έχεις την αίσθηση». Γιατί;
Γιατί, πολύ απλά, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: αν επιχειρήσεις να τρέξεις 100 μέτρα θα καταλήξεις στα επείγοντα με θρόμβωση στεφανιαίας, το μόνο πράγμα που μπορείς πια να κάνεις 6 μέρες σερί είναι το να κοιμάσαι, ενώ τα πιτσιρίκια όταν σε βλέπουν σηκώνονται στο λεωφορείο για να κάτσεις και αυτό που λένε δεν είναι “man!”, αλλά ένα έντρομο «Αμάν!», μιας και δεν είναι σίγουρα για το πόσο ακόμα θα μπορείς να στέκεσαι όρθιος.

Βέβαια, για να μην πάρει τους πάντες η ηλεκτρονική μπάλα, προκειμένου να συμβούν τα όσα αναφέρονται στη δεύτερη παράγραφο, πρέπει να… πληροί κανείς τις προϋποθέσεις. Να είναι, δηλαδή, μεσήλικας.
Πώς θα καταλάβει κανείς αν ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία; Το  menshouse ετοίμασε το απόλυτο τεστ ηλικίας, μέσω 5 απλών εικόνων.
Αν τις θυμάστε, τότε- πώς να το θέσουμε κομψοεπώς…- «καλά στερνά».
Τι λέτε, ξεκινάμε;
Αυτοσχέδιο ντουλάπι… εξωτερικού χώρου για πιάτα

Τρώγατε έξω όλη η οικογένεια σα να μην υπήρχε αύριο- έλα, όμως, που υπήρχε «μετά». Τι κάναμε τα πιάτα μετά το τέλος του γεύματος; Τα βάζαμε στο πλυντήριο, είπατε;
Τι λες ρε παιδί του 21ου αιώνα! Καμία σχέση: ρίχναμε λίγο νεράκι επάνω, τα σαπουνίζαμε και μετά τα βάζαμε σ’ αυτή την υπέροχη κατασκευή με την έξυπνη σήτα (ναι, αυτή ήταν η πρώτη έξυπνη σήτα), η οποία κρατούσε μακριά τα έντομα και άφηνε τα πιάτα να στεγνώσουν με την ησυχία τους.
Εκπληκτική πατέντα, έτσι δεν είναι;
Τι έγινε, άρχισαν να ξυπνάνε σιγά-σιγά αναμνήσεις του όχι-και-τόσο-πρόσφατου-παρελθόντος;
Ο αναπτήρας του Homo Erectus

Zippo, είπατε; Ronson; Έστω Bic ή Hondos Center; Σιγά, είχατε και στο χωριό σας τέτοιους αναπτήρες όταν υπήρχε ακόμα το πολυτονικό στην Ελλάδα;
Όποιος είπε «ναι», προφανώς και είναι συγγενής εξ αίματος καμωμένου από ξύλο με τον Πινόκιο: όχι, στο χωριό μας είχαμε άλλου είδους αναπτήρες. Μήπως ο όρος «τσακμάκι» σας λέει κάτι;
Ο αναπτήρας που έβαζε φωτιά στην παιδική μας ηλικία απαιτούσε τη δύναμη του Ποπάι μετά από λουκούλλειο γεύμα σπανακόρυζου για ν’ «αρπάξει», κάτι που γινόταν συνήθως μετά την 4η-5η προσπάθεια.
Για έναν παράξενο λόγο ο παππούς ήταν ο απόλυτος ειδήμων στη λειτουργία του, πράγμα λογικό αν αναλογιστούμε πως ανέκαθεν ήταν φαν των Prodigy.
Η παππούκας μας, βλέπετε, ήταν firestarter.
Σίδερο με κάρβουνα

Για να μπορέσεις να το σηκώσεις έπρεπε να σε λένε «Πύρρο» στο μικρό, «Δήμα» στο επώνυμο και να έχεις ρεκόρ καριέρας στο ζετέ 215 κιλά- ή, απλούστερα, να είσαι η γιαγιά του σπιτιού.
Το συγκεκριμένο σίδερο λειτουργούσε με κάρβουνο (ρεύμα και αηδίες) που βάζαμε στο κάτω, το «βαθουλό», μέρος του και όταν πυρακτωνόταν για τα καλά η γιαγιά άρπαζε την ξύλινη λαβή και στρωνόταν στη δουλειά.
Έχετε προσέξει ποτέ ότι στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ούτε ένα μέλος της οικογενείας δε φοράει τσαλακωμένα ρούχα;
Ε, γιατί συνέβαινε αυτό λέτε; Τα πείραζαν στο photoshop;
Έλεος, όχι άλλο κάρβουνο.
Λάμπες πετρελαίου

Αρχικά γέμιζες την υποδοχή για το λάδι. Μετά, φρόντιζες να φτιάξεις στην εντέλεια το φιτίλι από βαμβάκι. Στο τέλος έπαιρνες το τσακμάκι ή ακόμα και τα κάρβουνα που  περίσσευαν από το σίδερο της γιαγιάς και έβαζες φωτιά.
Έπειτα, μαστούρωνε ολόκληρη η πλάση, καθώς το καμένο λάδι σ’ έκανε να βλέπεις οράματα στα οποία ήσουν ο πρωταγωνιστής στο «Μικρό σπίτι στο Λιβάδι». Όπως και να ’χε η δουλειά γινόταν, καθώς «γεννούσαμε» φως.
Οι λάμπες πετρελαίου λειτουργούσαν σαν γεννήτριες όταν έπεφτε το ρεύμα στο χωριό- κάτι που συνέβαινε τουλάχιστον τα μισά βράδια του μήνα, του κάθε μήνα- και έσπαγαν λίγο τη μαύρη μαυρίλα η οποία είχε πλακώσει ολούθε.
Αν έχετε προλάβει Κρυφό Σχολειό, ξέρετε.
Βρυσάκι/ θερμοσίφωνας εξωτερικού μπάνιου

Σπάνια μεταλλική κατασκευή, ξεχωριστή θέση για σαπούνι στο πλάι και στην άκρη, στην σιδερένια «απόληξη», ένα βρυσάκι το οποίο χρησιμοποιούσες για να πλύνεις το πρόσωπό σου, ενίοτε τα πιάτα ή τα ποτήρια και στο τσακίρ κέφι έκανες κι ένα μπάνιο.
Το τρικ, απλό: άφηνες το όλο σύστημα στον ήλιο να το χτυπάει για ένα τίμιο και κολασμένο εξάωρο, το νερό έπιανε θερμοκρασίες ήλιου και μετά- όταν, για παράδειγμα, γυρνούσες από τη θάλασσα ή από βόλτα στο βουνό- έμπαινες από κάτω να κάνεις το μπανάκι σου.
Η συνήθης κατάληξη ήταν εγκαύματα δευτέρου βαθμού, όμως όλο και κάποιο γιατροσόφι είχε εύκαιρο η γιαγιούλα σου για να μην ξεφλουδιστείς μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής σου.
Αν τα Παγκόσμια Βραβεία Ευρεσιτεχνίας δεν τα έστηναν οι Μασόνοι για το στοίχημα και παίζονταν στα «ίσια», τούτο το αριστούργημα θα ’χε σαρώσει τα πάντα στο υγρό του διάβα.
Πηγή: Menshouse
ΠΗΓΗ