Περί διαβάσματος και φιλαναγνωσίας: Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο


Γίνεται να παρηγορηθείς με ένα καλό βιβλίο. Η δουλειά των καλλιτεχνών είναι, μεταξύ άλλων, να ανακουφίζουν τον πόνο. Στην καθημερινότητά μας, ακόμα και οι άνθρωποι που δεν λένε ιστορίες, σκαρφίζονται κάτι όταν παρηγορούν, όταν κάνουν παρέα σε κάποιον που υποφέρει, όταν δρουν ως ερασιτέχνες θεραπευτές.


Έτσι και με τα καλά βιβλία, είναι σύντροφοι που σε στηρίζουν να αντέξεις τα πιο ανθρώπινα συναισθήματα, τον πόνο, το φόβο, τη μελαγχολία, την απώλεια. Γίνεται κάτι πολύ κακό και τα πράγματα μετατοπίζονται − μια καλή ιστορία δεν θα τα βάλει πίσω στη θέση τους, αλλά θα κάνει τα πάντα λιγότερο ξένα, λιγότερο εχθρικά.
Μια καλή ιστορία σού δείχνει ότι το ανθρώπινο μυαλό έχει υπερδυνάμεις. Μπορεί να εστιάζει στην ιστορία που του λένε κι έτσι να ακυρώνει την ασχήμια γύρω του. Μπορεί να το νοιάζει εάν η Μαντάμ Μποβαρί θα ζήσει στο Παρίσι ή στην επαρχία κι έτσι να μην τρώγεται από κάτι που το βασανίζει.
Σε καιρούς που δεν χρειάζεσαι παρηγοριά, ένα καλό βιβλίο μπορεί να σε μεθύσει. Πρέπει όμως να του αφεθείς, να συγκεντρωθείς χωρίς ανυπομονησία. Δηλαδή να καθίσεις να ακούσεις τι έχει να σου πει. Να του θέσεις τα ερωτήματα που σε απασχολούν. Τα καλά βιβλία μπορείς να τα ρωτάς τα πιο δύσκολα πράγματα, όπως «πώς να ζήσω;». Δεν θα σου πουν ακριβώς. Μπορούν, όμως, να σε πάνε σ’ αυτήν τη διάσταση όπου όλα ανοίγουν και απλώνουν και όπου πολλά απ’ αυτά που θες γίνονται.

Όταν δεν έχεις ανάγκη απ’ αυτά, μπορείς να αφεθείς σε μια γαλήνια περιπλάνηση. Εγώ για τέτοιες περιπτώσεις επιλέγω έργα πολλών τόμων. Όχι το έργο του Προυστ οπωσδήποτε, που δίνει τον τίτλο του σ’ αυτό εδώ το κείμενο. Μπορεί να διαβάσω Κασκ ή Κνάουσγκορντ. Μερικές φορές χαλαρώνω διαβάζοντας περιοδικά για χόμπι που δεν έχω. Περιοδικά για αναρρίχηση ή περιοδικά για περιποίηση κήπων. Ηρεμώ με τις προσεκτικές παραινέσεις προς αυτούς που θέλουν να βάψουν ένα βάζο. Μ’ αρέσουν τα περιοδικά που παίρνουν πάρα πολύ στα σοβαρά την κατασκευή ενός ραφιού. Τα βιβλία που αναλύουν τα χρώματα σε έναν πίνακα του Γκογκέν. Τα προτιμώ απ’ την ψυχαναγκαστική βόλτα σε σελίδες που σου γεμίζουν τον ύπνο ασυνάρτητο κουτσομπολιό, γκρίνια και σαχλαμάρα.
Όταν νιώθεις ότι βάλτωσες, ένα σωστά διαβασμένο βιβλίο μπορεί να σε ενεργοποιήσει, να σε επαναφέρει στο θαύμα της ζωής σου. Μπορεί να σε κάνει να θες να μυρίσεις κορμούς δέντρων, να θες να κολυμπήσεις σε λίμνες, να θες να ξαπλώσεις σε γρασίδια και να ρουφάς τις ηλιαχτίδες.
Εμένα πιο πολύ μ’ αρέσουν τα βιβλία που σε κάνουν να θες να διαβάσεις κι άλλα βιβλία. Όπως στον «Γαλατά» (εκδόσεις Gutenberg), όπου η ηρωίδα περπατάει και διαβάζει. Όμως, μου αρέσουν και τα βιβλία που δείχνουν τη ζωή ως μια αλληλουχία επιλογών. Κάποια πράγματα σου τυχαίνουν, άλλα τα επιλέγεις. Μου αρέσουν οι ιστορίες όπου ο ήρωας ξεπέφτει, χάνει τον εαυτό του και τελικά όλα καταστρέφονται. Και μου αρέσουν κι αυτές που ούτε ξεπέφτει, ούτε πετυχαίνει, αλλά ζει τη ζωή του κανονικά, με αποτέλεσμα άλλοτε να πετυχαίνει κι άλλοτε να ξεπέφτει, ενώ η ιστορία αρθρώνεται με μαστοριά ως ένα σύνολο από επιλογές και τυχαιότητες, όπως στο μυθιστόρημα «Στόουνερ» (εκδόσεις Gutenberg) ή στο «4321» (εκδόσεις Μεταίχμιο).
Όταν ξεκινάς το διάβασμα, δεν χρειάζεται να ξέρεις κάτι. Και όσοι λένε το αντίθετο, μιλούν από μια δική τους ανάγκη να παραστήσουν πως κάνουν κάτι που «δεν είναι για όλους».
Όμως, το διάβασμα είναι σαν το τρέξιμο. Χρειάζεται, για αρχή, μόνο να θέλεις να το κάνεις. Να ξέρεις να κουνάς τα πόδια σου και ν’ ανασαίνεις. Δεν θα γίνουν όλοι δρομείς. Δεν χρειάζεται. Αλλά κανείς δεν έχασε ποτέ επειδή έτρεξε ένα εικοσάλεπτο το πρωί. Και κανείς δεν συμπάθησε ποτέ αυτούς τους περίεργους στα πάρκα που σου υποδεικνύουν τη βέλτιστη διαδρομή, το βέλτιστο κολάν και τον σωστό τρόπο να βάζεις το ένα πόδι μπροστά από τ’ άλλο.
Τα καλά γραμμένα βιβλία σε βάζουν στους κόσμους τους, δεν σε εξετάζουν ούτε σε αποκλείουν χωρίς λόγο. Αν είναι και καλά και δύσκολα, θα έχουν τους λόγους τους και τότε γίνονται προκλήσεις, αιτίες για να βελτιωθείς αναγνωστικά και να φτάσεις στο επίπεδο όπου μπορείς να τα απολαύσεις, αν θέλεις.
Δεν είχα στόχο να γράψω ένα εγκώμιο των βιβλίων. Τα κείμενα για τη «φιλαναγνωσία» και τον «χώρο του βιβλίου» μπορούν να ξεκάνουν και τον πιο καλόπιστο, μετρίως έξυπνο αναγνώστη.
Ήθελα να γράψω κάτι για τη ζωή με νόημα. Στο τέλος ενός καλού βιβλίου τίποτα δεν είναι το ίδιο. Κι αυτό με κάνει να σκέφτομαι ότι ίσως η απάντηση στην ερώτηση «τι έχει νόημα τελικά» να βρίσκεται στον ξανακερδισμένο χρόνο, στον χρόνο που τον κάνεις κάτι, ενώ περνά, στη σωστή εστίαση της προσοχής, σε μια σειρά από περήφανες αρνήσεις σε χίλια δυο πράγματα που διεκδικούν το ενδιαφέρον μας και μας αδειάζουν. Οι ώρες θα περάσουν έτσι κι αλλιώς. Όμως είναι επιλογή μας πώς θα ‘μαστε στο τέλος διαφόρων μικρών διαδρομών στον χρόνο.
_______________________
   ~ ΒΙΒΙΑΝ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
    Πηγή: lifo.gr
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com