Αν είχα μηχανή του χρόνου…


 Του Σπύρου Γιασεμίδη

1
1. Θα γύριζα πίσω στο Λύκειο της Δασούπολης, στο Λύκειό μου, για να μπω για μια τελευταία περίοδο, οποιουδήποτε μαθήματος, στην παλιά μου τάξη, να καθίσω στο παλιό μου θρανίο, πίσω πίσω, και, παρέα με τους παλιούς μου, αγαπημένους συμμαθητές, να εμφυσήσω ζωή σε παλιές, όμορφες αναμνήσεις που γράφτηκαν στην τάξη με κιμωλία διαρκείας. Θα ξαναέγραφα σκονάκια
πάνω στην υπολογιστική (με μολύβι, για να μην πολυφαίνονται), και θα χτύπαγα τατουάζ στο θρανίο μου με την μύτη του διαβήτη μου. Θα έκοβα χαρτάκια από τις σελίδες των βιβλίων, θα τα έκανα μπαλίτσες και θα τα εκτόξευα πάνω στα κεφάλια ανυποψίαστων συμμαθητών μου. Θα γελούσα τρανταχτά βλέποντας την αντίδραση τους, και ενοχλημένος ο καθηγητής θα με έβγαζε έξω από την τάξη. Θα πήγαινα στον χώρο σύναξης της παρέας, στα κυπαρίσσια, στην πάνω δεξιά γωνιά του παλιού γηπέδου, όπου όλο και κάποιον άλλο ταραξία θα έβρισκα, και, παρέα μαζί, θα καθόμασταν στο παλιό μας παγκάκι και θα κάναμε τσιγάρο, συζητώντας χωρίς ατζέντα συζήτησης, περιμένοντας την καύτρα του τσιγάρου να το φάει όλο για ν’ ανάψουμε άλλο. Κι άλλο, κι άλλο, κι ακόμη ένα, το οποίο ώσπου να τελειώσει να τελειώσει κι η περίοδος μαζί του. Μια τελευταία περίοδος, μια τελευταία φορά
2. Θα περπατούσα την Μακαρίου απ’ άκρη σ’ άκρη, σε περίοδο Χριστουγέννων, τότε που δρόμος και μαγαζιά έσφυζαν από ζωή. Θα κοίταζα με δέος το τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο έξω από την Τράπεζα Κύπρου και το πρόσωπο μου θα έλαμπε παραπάνω από όλα τα λαμπιόνια του μαζί, με μουσική υπόκρουση το ‘Τρίγωνα Κάλαντα’ που θα τραγουδούσε ζωντανά η χορωδία δίπλα στο δέντρο. Θα έσπαζε η μύτη μου από τις μυρωδιές του φρεσκοψημένου κάστανου και του αχνιστού ποπκορν, και δεν θα μπορούσα να αποφασίσω ποιο από τα δυο να πάρω, έτσι θα αγόραζα ένα από το καθένα για να τα μοιραστώ με αυτόν από την παρέα που θα περπατούσε πιο κοντά μου. Θα έμπαινα από κατάστημα σε κατάστημα για να αφήσω το κρύο στην απέξω, κι όταν θα είχα ανάγκη από παραπάνω θαλπωρή θα χτύπαγα μια ζεστή σοκολάτα στο Le Cafe ή στο Da Capo. Θα έμπαινα στο City Plaza και θα έπαιρνα το ασανσέρ για τον τελευταίο όροφο. Θα χάζευα το ντυμένο στα χριστουγεννιάτικα αγαπημένο εμπορικό κέντρο από την γυάλινη κάψουλα στην οποία θα επέβαινα, και όταν θα σταματούσε θα κατέβαινα στο Jumbo, για να χαθώ στους τίγκα στα παιχνίδια διαδρόμους του. Θα τα δοκίμαζα όλα, ή τουλάχιστον αυτά που θα ήταν ανοιχτά, on display, και θα κατέληγα, κοινή συναινέσει με την παρέα μου, στο επιτραπέζιο που θα συνόδευε τις χριστουγεννιάτικες μας νύχτες, μπροστά στο τζάκι κάποιου σπιτιού ή κάποιου ορεινού ξενοδοχείου. Καθοδόν προς το ταμείο, θα μας έκανε παρατήρηση ο φύλακας ασφαλείας γιατί θα ξεσηκώναμε το κατάστημα κάνοντας πατίνι στους διαδρόμους. Ότι λεφτά μας έμεναν θα τα επενδύαμε σε είδη εφηβείας όπως τσιγάρα, αναπτήρες, CDs, μπουκάλια ουίσκι/βότκα – παρεϊστικα, κοινόχρηστα πράγματα
2
3. Θα πάρκαρα την μηχανή στο προαύλιο του Λυκείου μου κι από ‘κει θα έπαιρνα το λεωφορείο για το αεροδρόμιο κι έπειτα το αεροπλάνο για την Ελλάδα. Για την πενταήμερη εκδρομή στην Ελλάδα. Θα αλωνίζαμε στους δρόμους της Αθήνας με την παλιοπαρέα, χωρίς προορισμό, και θα παρακούαμε τους καθηγητές μας που θα μας έλεγαν να μην πάμε μακριά. Θα αγοράζαμε κάθε λογής μπιχλιμπίδι από το Μοναστηράκι, κάνοντας το χιλιάρικο επί δυο για να βρούμε την ισοτιμία σε λίρες, και θ’ ανακαλύπταμε τυχαία λίγο πιο πάνω το Θησείο, όπου και θα μαθαίναμε, με την πρώτη γουλιά, πως οι “καλαμαράες” χρησιμοποιούν γάλα εβαπορέ αντί για φρέσκο στο φραπέ τους. Θα νύχτωνε, και θ’ αναρωτιόμασταν αν από το Σύνταγμα πρέπει να πάρουμε την Σταδίου ή την Πανεπιστημίου για να βγούμε στο Τιτάνια. Θα κάναμε το δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη με λεωφορείο και δεν θα σταματούσαμε να γελούμε και να κάνουμε σαματά για τις οκτώ ώρες που θα διαρκούσε η διαδρομή. Θα φτάναμε Θεσσαλονίκη και θα ξεχυνόμασταν στους δρόμους, κάνοντας παράκαμψη στην Τσιμισκή για τα Λαδάδικα. Το βράδυ θα πηγαίναμε στην Πύλη Αξιού να τα σπάσουμε με Σφακιανάκη-Βανδή, που τότε θα είχαν αρχίσει την απογείωση τους προς τον γαλαξία των μουσικών αστεριών. Θα έπαιρνα κι ένα φιλί στον Λευκό τον Πύργο και θα γύριζα Κύπρο με γεμάτη την καρδιά
3
4. Θα πήγαινα στο Piccadilly και θα άλλαζα μια λίρα σε δέκα διπλοσέλινα, με τα οποία θα τάιζα τα αγαπημένα μου μηχανούθκια, και κυρίως το Street Fighter, το Wonder Boy και το Street Hoops. Θα έβριζα όταν θα έχανα, θα πανηγύριζα όταν θα κέρδιζα ζωή ή προχωρούσα στάδιο και θα εκτελούσα πέναλτι πάνω στην μηχανούα όταν θα μου έτρωγε το διπλοσέλινο μου. Θα έκανα high score και, φουσκωμένος από περηφάνια, θα έγραφα ‘SPY’ σουλατσάροντας στην ηλεκτρονική αλφαβήτα μέσω του joystick και των κουμπιών. Θα πεινούσα και θα χτύπαγα ένα chicken submarine τίγκα στην μαγιονέζα από τον Μίκη δίπλα. Όταν θα βαριόμουν τα μηχανούθκια, θα πεταγόμουν δίπλα, στο Piccadilloui, στον πάνω όροφο, για μια παρτίδα μπιλιάρδο. Θα νύχτωνε, και δεν θα καταλάβαινα πως και πότε. Όλο και κάποιο τρόπο θα έβρισκα για να πάω σπίτι – πόδια, μοτόρα ή ταξί
4
5. Θα καβαλούσα μια Landie (“Λαντούα”) ή μια Chaly (“Σιαλούα”), διπλοκαβάλλα μ’ έναν κολλητό, και θα γυρίζαμε την Λευκωσία νιώθοντας επαναστάτες χωρίς αιτία. Θα μοιραζόμασταν με τον κολλητό τα έξοδα της βενζίνης, προσπαθώντας να φτάσουμε σε σωστή λίρα με το να ενώνουμε “μισούθκια”. Θα πειράζαμε κοπέλες που θα βρίσκαμε στον δρόμο μας, και κάποτε θα σταματούσαμε για να κάνουμε το πείραγμα φλερτ. Θα χάναμε την ισορροπία μας πάνω στο “άππωμα του show” και θα τρίβαμε τα πόδια μας πάνω στην καυτή άσφαλτο. Το βράδυ στο σπίτι, θα λέγαμε στους γονείς μας πως το πάθαμε στο ποδόσφαιρο, και δεν θα βάζαμε τίποτα πάνω στο τραύμα αφού θα θεωρείτο παράσημο του δρόμου και της εφηβείας και δεν θα θέλαμε να το καλύψουμε
5
6. Θα συζητούσα επί ώρες με την παλιοπαρέα ως προς το ποια είναι τα πιο μάγκικα τσιγάρα – τα Marlboro τα κόκκινα ή τα Camel τα άφιλτρα. Θα άναβα ένα από τα πρώτα καθώς θα μπαίναμε στη συζήτηση και θα μου τελείωνε το πακέτο πριν αυτή τελειώσει
6
7. Θα δανειζόμουν βιντεοκασέτες από το Video Club και θα ένωνα δυο βίντεο μεταξύ τους για να τις αντιγράψω και να τις προσθέσω στη συλλογή μου. Θα έβγαζα έγχρωμη φωτοτυπία το original εξώφυλλο και θα έκανα προσεκτικό labelling στα copies μου, για να μπορώ να παινευτώ για τη συλλογή μου. Θα δάνειζα τις βιντεοκασέτες μου στους φίλους μου, με ίσα μέρη χαράς και επιφύλαξης, και θα απαιτούσα να μου τις επιστρέψουν πίσω σε άριστη κατάσταση. Θα νευρίαζα και θα τους τα έψαλλα να συνέβαινε το αντίθετο και, λίγο μετά, θα ηρεμούσα, θα τους πείραζα, και θα τους δάνειζα άλλες τόσες
7
8. Θα ξύριζα το κεφάλι μου και θα πήγαινα με την παλιοπαρέα Αγία Νάπα, για ένα τελευταίο ρεσιτάλ τσιγάρων, ποτών και ξενυχτιών πριν την κατάταξη μας στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς. Θα μέναμε δέκα-δέκα στα apartments που θα νοικιάζαμε και θα τρεφόμασταν αποκλειστικά με γύρους, χάμπουργκερ και σάντουιτς. Θα νοικιάζαμε μοτόρες, και τα παραπάνω χιλιόμετρα στο κοντέρ τους θα τα γράφαμε στον κύριο δρόμο Πρωταρά-Αγίας Νάπας. Θα παίρναμε την δόση μας από αδρεναλίνη πηδώντας από τα Caves του Κάβο Γκρέκο, και θα την αράζαμε όλη μέρα στις παραλίες του Sunrise, του Fig Tree και του Nissi Beach. Την νύχτα, ο χορός θα κρατούσε καλά σε όλα τα clubs της Αγίας Νάπας, και κυρίως στο Black &White, Pizzazz και Castle, και θα παίρναμε βότκα orange για πρόγευμα στο River Reggae. Θα πηγαίναμε για ύπνο όταν ο υπόλοιπος κόσμος θα ξυπνούσε, και θα ξυπνούσαμε λίγες ώρες μετά, φουλ αναζωογονημένοι και χωρίς ίχνος hangover. Θα κολλούσαμε σε τουρίστριες, αλλά στην τελική θα προτιμούσαμε τις δικές μας – παπούτσι απ’ τον τόπο μας. Θα επιστρέφαμε Λευκωσία κομμάτια, και θα μετρούσαμε αντίστροφα τις μέρες που θα οδηγούσαν στην κατάταξη
8
9. Θα πήγαινα σε όλα τα σχολικά πάρτι και θα χόρευα (slow και fast) μέχρι τελικής πτώσης. Θα έπινα ότι ποτό είχε διαθέσιμο το μπαρ και πιθανότατα θα έσπαζα και κάτι πάνω στο μεθύσι μου, κάτι γυάλινο, άθελα μου. Θα έπεφτε η όχι-και-τόσο-καλή ιδέα να πάμε “πάρακατω” με τις μοτόρες. Θα τσακωνόμασταν τι μουσική θα έπαιζε και θα δινόταν μάχη στήθος με στήθος μεταξύ Nirvana και Spice Girls. Λογικά, η ιστορία θα επαναλάμβανε τον εαυτό της και, έτσι, θα νικούσαν οι τελευταίες…
9
10. Θα πήγαινα με καινούρια σχολική τσάντα την πρώτη μέρα στο σχολείο και, μέχρι να σχολάσουμε, θα έπαιρνες όρκο πως έχει πάνω της 3-4 σχολικά έτη, μίνιμουμ. Στο σπίτι, όταν θα την έβλεπε σ’ αυτό το χάλι η μαμά μου, θα μου ορκιζόταν πως δεν θα μου ξαναγόραζε καινούρια σχολική τσάντα μέχρι την αποφοίτηση μου από το Λύκειο. Τον επόμενο Αύγουστο, θα πηγαίναμε μαζί στον Μαυρομμάτη για να διαλέξω την νέα μου τσάντα. Τον Σεπτέμβρη που θ’ ακολουθούσε, θα έπαιρνα ακριβώς τον ίδιο όρκο
10
11. Θα επέστρεφα στην τελευταία μέρα στο Λύκειο, και θα διέθετα το (φορεμένο) πουκάμισο μου προς ανελέητο βανδαλισμό από τα οπλισμένα με μαρκαδόρους, αυγά και αλεύρι χέρια των παλιών μου συμμαθητών. Θα το παίζαμε αντικομφορμιστές και θα “ράβαμε” τα αυτοκίνητα των καθηγητών μας με αυγά και θα κρυβόμασταν πίσω από τον τοίχο για να δούμε την αντίδραση τους όταν θα τα αντίκριζαν. Θα γελούσαμε δυνατά, θα μας έβλεπαν, θα μας φώναζαν, θα το σκάγαμε, και θα χανόμασταν στους δρόμους. Θα δοκιμάζαμε να μπούμε σ’ ένα καφέ, οποιοδήποτε, και θα τρώγαμε πόρτα γιατί θα μοιάζαμε σαν ανθρώπινες ομελέτες που μόλις αποφοίτησαν, κι έτσι θα καταλήγαμε σε κανένα σπίτι, όπου και θα αντιμετωπίζαμε έντρομα γονικά βλέμματα. Θα βγάζαμε την σχολική μας στολή για τελευταία φορά και, αφού θα την τοποθετούσαμε επιμελώς στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, θα βάζαμε σκισμένο blue jean και λευκό t-shirt και θα ξαναπηγαίναμε καφέ και αυτή την φορά θα μπαίναμε και θα καθόμασταν στο αγαπημένο μας τραπεζάκι και θα παραγγέλναμε το αγαπημένο μας φραπέ
11
12. Θα περνούσα την πύλη του στρατοπέδου μου, όπου υπηρέτησα σαν κληρωτός οπλίτης, την μέρα της απόλυσης μου. Θα έπινα για μια τελευταία φορά φραπέ γλυκύ όλο γάλα από το ΚΨΜ, και θα έκανα ένα τελευταίο τσιγάρο με τους παλιούς μου “σειράες”, πριν να φορτωθώ το “λουκάνικο” μου στον ώμο και να ξαναπεράσω την πύλη, αυτή τη φορά με κατεύθυνση εξόδου. Θα χαιρετούσα τον φρουρό, θα έδενα το λουκάνικο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου, και θα έκοβα βόλτες ώσπου να γίνει μέρος του δρόμου και η τελευταία του κλωστή. Θα πήγαινα σπίτι και θα έβγαζα για τελευταία φορά τα άρβυλα και την παραλλαγή, ή τουλάχιστον ώσπου να πάω έφεδρος. Θα άναβα τσιγάρο, και μέσα στον καπνό του θα έκανα όνειρα για τη φοιτητική μου ζωή που θα ξεκινούσε σύντομα
12
13. Θα πήγαινα πίσω στο αποχαιρετιστήριο μου πάρτι πριν να φύγω φοιτητής για Αγγλία, εκείνο το βράδυ που έπαιρνα κατευόδιο από φίλους και συγγενείς για ένα από τα πιο όμορφα μου ταξίδια – το ακαδημαϊκό. Θα έκανα το ένα σφηνάκι πίσω από το άλλο, κι όταν θα τελείωνε η τεκίλα θα την ακολουθούσα με βότκα, σε μια προσπάθεια να γεμίσω το ρεζερβουάρ της ψυχής μου με οινόπνευμα. Θα αγκάλιαζα τους πάντες για τελευταία φορά, και η αγκαλιά μας θα πυροδοτούσε όλες τις στιγμές που ζήσαμε μαζί μέχρι τότε, σαν καρέ από κινηματογραφική ταινία μεγάλου μήκους, της οποίας το τέλος δεν έχει ακόμη γραφτεί. Θα αποχαιρετιζόμασταν με βουρκωμένα μάτια και καρδιά μουδιασμένη από το αλκοόλ και την λύπη του αποχωρισμού, και θα υποσχόμασταν να εκμηδενίζουμε καθημερινά την απόσταση με τηλεφωνήματα. Θα έφευγαν όλοι λίγο πριν από την πτήση μου, και θα έμενα μόνος μου, να πακετάρω ρούχα, τσιγάρα κι αναμνήσεις, σε μια βαλίτσα που θα μου φαινόταν υπερβολικά μικρή για να τα χωρέσει όλα. Αντί να κοιμηθώ για τις λίγες ώρες που θ’ απέμεναν μέχρι την πτήση, θα έβλεπα μια ταινία κι ένα trailer, και τα δυο θα τα πρόβαλλα στο μυαλό μου – την ταινία της ζωής μου μέχρι τα είκοσι μου χρόνια και το trailer της νέας μου ζωής για τα επόμενα τέσσερα. Το ‘STOP’ στο video του μυαλού μου θα το πατούσε ο χτύπος του μπαμπά μου στην πόρτα του δωματίου μου – συνθηματικό για να ξεκινήσουμε για το αεροδρόμιο. Κάθε ένα από το τριάντα λεπτά της διαδρομής θα φάνταζε σαν ώρα. Στο αεροδρόμιο, η σφιχτή αγκαλιά της μαμάς μου πριν τον έλεγχο των διαβατηρίων θα με επέστρεφε στην γλυκιά ζεστασιά και ασφάλεια του αμνιακού σάκου. Η καύτρα του τελευταίου μου τσιγάρου θα έκαιγε κυπριακό οξυγόνο και, πέντε ώρες αργότερα, το διπλανό τσιγάρο στο ίδιο πακέτο θα έκανε το ίδιο με αγγλικό. Θα ήμουν ευτυχισμένος που θα είχα τον μπαμπά μου, δίπλα μου, στα πρώτα μου μπουσουλήματα σ’ αυτή την νέα μου ζωή
14. Θα πήγαινα στην τελική εκδρομή του Λυκείου, στα Πλατάνια, και θα απολάμβανα κάθε στιγμή εφηβικής ανεμελιάς που θα πρόσφερε αυτή η τελευταία μας εξόρμηση σαν τάξη. Θα διαλέγαμε το καλύτερο παγκάκι με την παλιοπαρέα, και θα τα πίναμε κάνοντας χαβαλέ. Θα απομονώναμε την στιγμή εν αγνοία του συνειδητού μας μυαλού, μα το υποσυνείδητο μας θα έστελνε σήμα στην καρδιά να καταγράψει τα πάντα. Θα παρατηρούσαν οι καθηγητές πως είμαστε ζαλισμένοι από το ποτό και θα μας τα έψαλλαν και θα ξεσπούσαμε σε ασυγκράτητα γέλια και αυτοί θα γίνονταν έξαλλοι και θα μας τα έψαλλαν ακόμη παραπάνω κι εμείς θα γελούσαμε ακόμη πιο πολύ και θα δημιουργούσαμε ένα φαύλο κύκλο εφηβικών γέλιων και ενήλικων επιπλήξεων. Κάποιος από την παρέα θα πρότεινε να παίξουμε μπουκάλα και θα χωνόμασταν στο δάσος για να μετουσιώσουμε την πρόταση. Θα γυρίζαμε την μπουκάλα σαν ρουλέτα, που αντί για λεφτά ποντάραμε πάνω συναισθήματα, και θα περιμέναμε με αγωνία το αποτέλεσμα, το οποίο , όποιο και να ‘ταν, θα το υποδεχόμασταν με ενθουσιασμό και φωνές, κάποτε και με πειράγματα, πολλά πειράγματα. Θα ακούγαμε τους καθηγητές που θα μας φώναζαν πως ήταν ώρα να φύγουμε, και θα τρέχαμε στο λεωφορείο για να πάρουμε τις πίσω θέσεις. Θα επιστρέφαμε στο σχολείο και θα προσέχαμε, όπως θα κατεβαίναμε από το λεωφορείο, πως ο οδηγός θα φαινόταν ιδιαίτερα χαρούμενος που θα μας αποχωριζόταν. Θα πηγαίναμε καφέ αντί σπίτι, για μια ανασκόπηση της εκδρομής αλλά και για να βάλουμε κάτω τα σχέδια του σαββατοκύριακου, τα μόνα μελλοντικά σχέδια που είχαν αξία για μας τότε
????????????????????????????????????
15. Θα επέστρεφα εκείνο το βράδυ της άνοιξης του ’99 στο Falcon, όπου μπροστά σ’ ένα κατάμεστο αμφιθέατρο δώσαμε ρεσιτάλ στην καλλιτεχνική γιορτή του Λυκείου της Δασούπολης. Θα πειραζόμασταν στα παρασκήνια, και θα αφήναμε μια υποψία άγχους να ξεγλιστρήσει από την μάτσο πανοπλία της εφηβείας που φοράγαμε συνεχώς. Θα βγαίναμε στη σκηνή όταν θα ερχόταν η σειρά μας και, για μια στιγμή, θα νιώθαμε να μας διαπερνά ένα κύμα από φόβο, αλλά μετά θα κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο στα μάτια και θα παίρναμε και θα δίναμε δύναμη και ο φόβος θα πήγαινε να κρυφτεί στα παρασκήνια απ’ όπου και ξεκίνησε και εμείς θα νιώθαμε απόλυτα ελεύθεροι στο προσκήνιο και θα δίναμε την τελευταία μας παράσταση σαν έφηβοι, πριν το τέλος, και θα έπεφτε η αυλαία για τα πιο όμορφα χρόνια, τα μαθητικά, και θα ανεβαίναμε όλοι στη σκηνή, μια ολόκληρη χρονιά ενός ολόκληρου σχολείου, και θα αγκαλιαζόμασταν όλοι μαζί, ενωμένοι, και θα κλαίγαμε παρέα, για μια ζωή που τέλειωνε και γι’ άλλη μια που ξεκινούσε
16. Θα ξυπνούσα νωρίς ένα Σάββατο πρωί, κατά τη διάρκεια των λυκειακών μου χρόνων, και θα μάζευα την παλιοπαρέα για εξόρμηση στην Μακαρίου. Όλο και κάποιος γονιός θα προθυμοποιείτο να μας πάρει με το αυτοκίνητο του “κάτω”, και η βόλτα μας θα άρχιζε με επίσκεψη στο Woolworth, και συγκεκριμένα στο υπόγειο όπου ήταν τα παιχνίδια. Αφού θα παίρναμε την δόση μας από νέες παραλαβές παιχνιδιών (και, πολύ πιθανόν, από σοκολάτα από το Food Court), θα βγαίναμε έξω στην Λεωφόρο και θα πηγαίναμε από κατάστημα σε κατάστημα, σε κάποια επειδή το θέλαμε (όπως Funny Business, Fanfare, Groovy, Drakkar και Virgin) και σε άλλα επειδή το ήθελε το αμόρε και εμείς θέλαμε το τελευταίο και δεν μπορούσαμε να του αρνηθούμε (όπως Mango, Stradivarius και Zara). Θα έφευγαν ορισμένοι από την παρέα για να προλάβουν να εξασφαλίσουν τραπεζάκι στο Le Café, στο Pizza Hut Downtown ή στο Da Capo, και θα πηγαίναμε μετά να τους βρούμε και το φραπέ μας θα μας περίμενε παγωμένο, διατηρώντας τον πλούσιο αφρό του. Θα ακούγαμε να φωνάζουν το όνομα μας και θα γυρίζαμε για να δούμε γνωστούς μας να κάθονται λίγα τραπεζάκια παρακάτω. Τραπέζια και παρέες θα ενώνονταν για να γίνουν ένα, καταργώντας παρεϊστικα σύνορα και οριοθετήσεις. Οι ελεύθεροι της παρέας θα έβλεπαν με τη φαντασία τους μια άτυπη πασαρέλα να παρελαύνει στα πεζοδρόμια της Μακαρίου και, μεταξύ τους, θα βαθμολογούσαν τα περαστικά κορίτσια. Οι δεσμευμένοι θα έκαναν πως δεν έβλεπαν. Και καλά! Η στάθμη του φραπέ θα έπιανε πάτο και θα έμενε ο αφρός και θα πίναμε μέρος του μαζί με την τελευταία μας γουλιά και θα νιώθαμε την πίκρα του στο στόμα μας και οι υπόλοιποι θα γελούσαν με την γκριμάτσα που θα κάναμε και η όλη φάση θα καταχωρείτο σαν μια ακόμη ψηφίδα στο κολλάζ των εφηβικών μας αναμνήσεων
16
17. Θα έμπαινα στο αυτοκίνητο με άλλους τέσσερις φίλους από την παλιοπαρέα, Κυριακή πρωί, φίσκα το highway από αυτοκίνητα, και θα παίρναμε τον δρόμο για Αγία Νάπα. Θα περνούσαμε μέσα από τα χωριά, λίγο πριν να φτάσουμε στον προορισμό μας, και οι ντόπιοι που θα ήταν αραγμένοι στους καφενέδες θα μας κοίταζαν λες και είμαστε από άλλο πλανήτη. Θα φτάναμε στο Nissi Beach και θα παρατούσαμε το αυτοκίνητο στην πιο κοντινή χωράφα, μαζί με άλλα αυτοκίνητα, σ’ ένα παιχνίδι ντόμινο-παρκαρίσματος. Θα πατούσαμε την καυτή άμμο, και θα την αράζαμε πρώτη πετσέτα κύμα. Θα ελκύαμε τον ήλιο στα κορμιά μας με καροτέν αντί να τον μπλοκάρουμε με αντηλιακό. Θα τραβούσαμε κλήρο ποιος θα πάει στο μπαρ να φέρει τα ποτά, κι όταν ο “τυχερός” θα επέστρεφε φορτωμένος, δεν θα μας έβρισκε γιατί θα κολυμπούσαμε προς το νησί, όλοι μαζί, συμμαχικά, κι όχι ανταγωνιστικά
17
18. Θα χτυπούσε το κουδούνι για σχόλασμα στο Λύκειο, και σύσσωμη η τάξη θα πεταγόμασταν από τις καρέκλες μας, σαν καλοκουρδισμένα ελατήρια, και θα φεύγαμε από το σχολείο σε χρόνο dt. Δεν θα πηγαίναμε κατευθείαν σπίτια μας. Αντ’ αυτού, θα υπακούαμε στο κάλεσμα των γειτονιακών σφαιριστηρίων και θα πηγαίναμε σ’ ένα από τα αγαπημένα μας, πιθανότατα στο Παπαφιλιππούι. Θα στοιβάζαμε τις σχολικές μας τσάντες σε μια γωνιά και θα ενώναμε τους πόρους μας, τόσο σε χρήματα όσο και σε μαεστρία στο gameplay, για να εξασφαλίσουμε όση πιο πολλή ώρα παιχνιδιού ήταν δυνατό. Για κάθε ζωή που θα χάναμε στο παιχνίδι, θα έτρωγε και μια κλωτσιά η μηχανούα, και για κάθε τέτοια κλωτσιά θα τρώγαμε με τη σειρά μας κατσάδιασμα από τον υπεύθυνο του σφαιριστηρίου. Θα παίζαμε διπλό στο Street Fighter και θα τσακωνόμασταν ποιος θα διαλέξει τον Ken και αυτός που θα υποχωρούσε θα διάλεγε τον Ryu και θα προσπαθούσαμε να νικήσουμε ο ένας τον άλλο αποκλειστικά με “ατούκεν”, ρίχνοντας τα τελευταία με μαθηματική ακρίβεια για να πετύχουν τον αντίπαλο πάνω που θα σηκωνόταν και θα τσακωνόμασταν γιατί δεν θα ήταν δίκαιο και θα φωνάζαμε και θα τρώγαμε κι άλλο κατσάδιασμα, και αρκετά διπλοσέλινα, κλωτσιές και κατσαδιάσματα μετά θα φεύγαμε και θα πηγαίναμε σπίτι για να την αράξουμε στον καναπέ και να δούμε όσες αμερικάνικες νεανικές σειρές προλαβαίναμε. Θα τρώγαμε, ίσως, και μεσημεριανό. Αργά το απόγευμα
18
19. Θα μαζευόμασταν με την παλιοπαρέα και θα κάναμε μαραθώνιο προβολής ταινιών με βιντεοκασέτα. Θα τσακωνόμασταν για το έργο το οποίο θα εκκινούσε τον μαραθώνιο και θα καταλήγαμε, με πλήρη ομοφωνία, στο πρώτο American Pie. Θα ήμασταν κι εμείς τελειόφοιτοι στο Λύκειο τότε, και θα ταυτιζόμασταν με τους πρωταγωνιστές και θα σχολιάζαμε με ποιούς μοιάζουμε πιο πολύ και τα αγόρια θα ήθελαν να μοιάσουν πιο πολύ στον Στίφλερ και τα κορίτσια στην Βίκυ και θ’ αντιλαμβανόμασταν πως θα ήταν η εκατοστή φορά που βλέπουμε το συγκεκριμένο έργο και θα λυνόμασταν στα γέλια και θα το απολαμβάναμε για εκατοστή πρώτη σαν να το βλέπαμε για πρώτη φορά στο σινεμά. Θα τελείωνε, και θα το ακολουθούσαμε με το I Know What You Did Last Summer, όπου όλοι θα ξέραμε τον δολοφόνο αλλά αυτό δεν θα μας γλύτωνε από βέβαιο τρόμο και αχαλίνωτη αγωνία σε κάθε καρέ του έργου. Έπειτα, θα βάζαμε κι άλλο έργο, κι ακόμη ένα, και πριν προλάβουμε να ρωτήσουμε ο ένας τον άλλο τι ώρα πήγε, την απάντηση θα μας την έδινε ο ήλιος που θα είχε αρχίσει να ανατέλλει
19
20. Θα ξάπλωνα στο παλιό μου κρεβάτι και θα μίλαγα με τις ώρες στο (σταθερό) τηλέφωνο με τους φίλους μου, με μοναδικό μου περισπασμό να αποτελεί το τσιγάρο και το φραπέ, τα οποία θα απολάμβανα ταυτόχρονα. Θα άκουγα επανειλημμένα ‘κλικ’ κατά την διάρκεια της συνομιλίας μου και θα καταλάβαινα πως κάποιος από το σπίτι μου προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο αλλά βρίσκει την γραμμή κατειλημμένη από εμένα. Στα πολλά, θα άκουγα την φωνή της μαμάς μου στην γραμμή, να μου φωνάζει να το κλείσω. Θα το έκλεινα για να μην ανάψουν τα αίματα τηλεφωνικώς, και θα πήγαινα και θα την έβρισκα για να ανάψουν (και για τα καλά μάλιστα!) προσωπικώς

a standard grey telephone with a coily cord
a standard grey telephone with a coily cord
21. Θα πήγαινα για bowling στον Κύκκο και θα πείραζα τους φίλους μου, των οποίων η μπάλα θα έπεφτε πάντα στο αυλάκι. Θα ερχόταν η σειρά μου να ρίξω και τότε θα με πείραζαν αυτοί. Όλο και κάποιος θα γλιστρούσε στο παρκέ, και τότε το πείραγμα θα έπεφτε σύννεφο και ομαδικώς. Το σημάδι μας θα καλυτέρευε αισθητά όταν θα έρχονταν κορίτσια στην παρέα μας, και το μηχάνημα δεν θα προλάβαινε να επανατοποθετεί τις πεσμένες κορίνες. Οι πιο gamers της παρέας θα το σκάγαμε περίτεχνα για να πάμε στο δωμάτιο με τα μηχανούθκια και να καταθέσουμε τα διπλοσέλινα μας στον βωμό του video gaming. Όταν θα τελειώναμε το παιχνίδι, θα καθόμασταν στην καφετερία για χάμπουργκερ και milkshake βανίλια και θα καυχιόμασταν στα κορίτσια για το σκορ μας (στο bowling, και όχι στα μηχανούθκια) και αυτές δεν θα έδειχναν να ενδιαφέρονται και πολύ αλλά θα ήταν εντάξει με μας γιατί ούτε κι εμείς θα ενδιαφερόμασταν τόσο για το σκορ μας στο bowling όσο για το σκορ μας στις κατακτήσεις
21
22. Θα γύριζα πίσω, όταν τα δυο μου αδέρφια ήταν ακόμη μικρά και εξαρτιόνταν από εμένα, τον μεγάλο αδερφό, για τις διακινήσεις τους με αυτοκίνητο. Θα δανείζονταν το στυλ μου και μαζί του και τα ρούχα μου, και θα τσακωνόμασταν όταν θα έβρισκα τρύπες από τσιγάρο πάνω στα καινούρια μου πουκάμισα ή όταν θα έβλεπα κατεστραμμένα τα μπατζάκια των jeans μου επειδή θα τα πατούσαν. Θα τους έπαιρνα μαζί μου σε clubs για πιο μεγάλους, και θα κοκορεύονταν στους φίλους τους γι’ αυτό. Θα τους έδινα συμβουλές για όλα αυτά που έχουν αξία και σημασία στη ζωή – την φιλία, την αγάπη, τον έρωτα, τα τραγούδια, το να ζεις και ν’ απολαμβάνεις τη ζωή στο έπακρο, να καβαλικεύεις τα κύματα που έρχονται καταπάνω σου και να κινείσαι πάντα μπροστά, να γελάς δυνατά κι ελεύθερα και με όλη σου την καρδιά, λες κι ο κόσμος κι ο χρόνος πάγωσαν προσωρινά για να επιτρέψουν στο γέλιο σου να είναι ακόμη πιο εμφαντικό. Θα ερχόμουν σπίτι από τα clubs, μεθυσμένος, παραπάνω από την ζωή παρά από το αλκοόλ, και θα παίζαμε Playstation ώσπου να χαράξει. Τα γέλια κι οι φωνές μας θα ξυπνούσαν τους γονείς μας, αλλά ταυτόχρονα θα τους πρόσφεραν μια ψυχική γαλήνη που θα τους ξεκούραζε πιο πολύ κι από τον πιο γλυκό και βαθύ ύπνο, αφού θα μας ένιωθαν σπίτι, ασφαλείς. Θα κοιμόμασταν και θα ξυπνούσαμε όλοι μαζί, μεσημέρι, και θα χτυπούσαμε το φραπέ μας με μισόκλειστα μάτια αλλά με την καρδιά ορθάνοιχτη, και θα βουλιάζαμε στον καναπέ της κουζίνας, χωρίς πρόγραμμα, παραδομένοι στην στιγμή. Η οικογενειακή θαλπωρή, που θα ήταν διάχυτη στο πατρικό μας, θα μας αγκάλιαζε ζεστά και θα την νιώθαμε πάνω μας σαν ένα πέπλο ασφαλείας, το οποίο θα κρατούσε απέξω οτιδήποτε μπορούσε να μας βλάψει. Αργότερα, θα τραβούσε ο καθένας τον δικό του δρόμο με την δική του παρέα, μα το βράδυ θα μας έβρισκε πάλι μαζί, ενωμένους και τους τρείς κάτω από την ίδια στέγη, να γελάμε, και να πίνουμε, και να καπνίζουμε, και να συζητούμε, και να γελάμε ακόμη παραπάνω, και να μην γνωρίζουμε τότε πως αυτές οι στιγμές θα μας φαίνονταν μετά πως διαρκούν όσο ο καπνός ενός τσιγάρου και πως, αν κι ο καθένας μας θα αποκτούσε την δική του στέγη, και θα δημιουργούσε εκεί μέσα τις αναμνήσεις της ενήλικης ζωής του, η πατρική μας στέγη θα ήταν αυτή που θα είχε στεγάσει πρώτη τα πρώτα μας συναισθήματα, τα αρχικά κομμάτια της ψυχοσύνθεσης μας – το πρώτο μας κλάμα, πρώτο γέλιο, πρώτο φιλί που λάβαμε, πρώτα μπουσουλήματα, πρώτα βήματα, πρώτη πτώση από κρεβάτι, πρώτη πτώση από τα σύννεφα, πρώτος έρωτας, πρώτος χωρισμός, πρώτος αποχωρισμός. Δεν θα το καταλαβαίναμε τότε, μα ο ομφάλιος λώρος που θα μας ένωνε με το σπίτι όπου γεννηθήκαμε θα παρέμενε άθικτος για όλη την υπόλοιπη μας ζωή
22
23. Θα γύριζα πίσω στα φοιτητικά μου χρόνια, στο Newcastle, και θα ζούσα την κάθε στιγμή όπως ακριβώς την έζησα και τότε. Θα βγαίναμε με τους κολλητούς μου για clubbing, έξι νύχτες από τις εφτά που έχει η εβδομάδα, και αν το πρωί το πάπλωμα και το κεφάλι μου μου φάνταζαν πολύ βαρετά, θα έστελνα μήνυμα να μου πάρουν notes για τα πρώτα μαθήματα της ημέρας και θα γύριζα πλευρό. Τα notes δεν θα έρχονταν ποτέ, αφού κι οι κολλητοί το ίδιο θα έκαναν. Θα ξυπνούσαμε με τον συγκάτοικο μου όταν θα βαριόμασταν να κάνουμε άλλο snooze και θα φορούσαμε το πρώτο παντελόνι και hoodie που θα βρίσκαμε πεταμένο, είτε στο πάτωμα είτε πάνω σε καμιά καρέκλα και θα παίρναμε πρόγευμα στα πρόχειρα, ότι θα είχε μείνει από την πίτσα Domino’s της προηγούμενης νύχτας, η οποία μάλλον θα αποτελούσε τα απομεινάρια από την παραγγελία δύο νύχτες πριν, και θα ρίχναμε στον ώμο τις σχολικές-φοιτητικές μας τσάντες και θα ανοίγαμε την εξώπορτα και θα μας χτυπούσε στα μούτρα το διαπεραστικό κρύο του αγγλικού βορρά και θα αποφασίζαμε πως καλό θα ήταν να βάζαμε κι ένα σακάκι και θα ξαναμπαίναμε μέσα και θα ξαναβγαίναμε με ένα έξτρα στρώμα polyester ζεστασιάς και θα διασχίζαμε το Sandyford, περνώντας μπροστά από σπίτια με βικτωριανές προσόψεις τα οποία θα φάνταζαν όλα τα ίδια, σαν να περπατούσαμε μέσα σε μια γιγάντια μακέτα, και θα περνούσαμε την γέφυρα του Sandyford, η οποία ενώνει το τελευταίο με το πανεπιστήμιο του Northumbria σαν διαστημόπλοιο με το μητρικό του σκάφος, και θα πηγαίναμε κατευθείαν στο Union για καφεδάκι και το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, και όλο και κάποιο γνωστό μας θα βρίσκαμε και θα μέναμε για λίγο παραπάνω απ’ ότι θα είχαμε αρχικά υπολογίσει, και όταν τελικά θα βρίσκαμε τον δρόμο για το lecture theatre θα καθόμασταν στα αναδιπλούμενα καθίσματα και θα αποτελούσαμε κομμάτι ενός πολύχρωμου, πολυεθνικού ψηφιδωτού αποτελούμενου από μελλοντικούς CEOs και CFOs των οποίων οι φοιτητικοί τους εαυτοί κάποτε ντύνονταν με σκισμένο blue jean, φανέλα Rolling Stones και δερμάτινο μπουφάν αντί με δίκουμπο κοστούμι, κάπνιζαν Marlboro κόκκινα αντί ηλεκτρονικό τσιγάρο, έπιναν βότκα αντί κρασί και έγραφαν γράμματα αντί e-mails. Το μάθημα θα τελείωνε και θα πηγαίναμε να βρούμε τους υπόλοιπους της παρέας στο Starbucks στο Monument ή στο Neon στο Bigg Market. Θα τρώγαμε McDonald’s ή Burger King όταν θα πεινούσαμε, αργά το απόγευμα, και θα πηγαίναμε σπίτι για ν’ αρχίσουμε την προθέρμανση με αλκοόλ, για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στο bar hopping που θ’ ακολουθούσε. Θα κλείναμε την νύχτα με Blu Bambu, Baja Beach Club ή Sea, και θα περπατούσαμε μεθυσμένοι, από το ένα άκρο της Millennium Bridge ως το άλλο, και θα την βλέπαμε ν’ αλλάζει χρώματα, ζωντανά χρώματα, και για κάθε φωτεινό κοστούμι που θα φόραγε η γέφυρα θα φορούσαμε κι εμείς ένα χαμόγελο, χαμόγελο που θα μαρτυρούσε ευτυχία, ενθουσιασμό και λαχτάρα για να ξημερώσει η επόμενη μέρα σ’ αυτήν την τόσο όμορφη πόλη του Βορρά ούτως ώστε να την ζήσουμε τόσο έντονα όσο και την προηγούμενη, ίσως και κομματάκι παραπάνω
23
24. Θα έκανα ένα mixtape για κάποιον που αγαπώ, είτε ήταν φίλος είτε αμόρε, πάνω σε audio cassette. Θα έβαζα πάνω κομμάτια όπως ‘Το νου σου κύριε οδηγέ’ και ‘Κάποιο καλοκαίρι’ από Καλλίρη, ‘Δικός σου για πάντα’ και ‘Καρδούλα μου εγώ κι εσύ’ από Ρακιντζή, ‘Κι αν δεν συναντηθούμε’ και ‘Όσα χιλιόμετρα’ από Λιβιεράτο, ‘Διαδόσεις’ και ‘Ανεμώνα’ από Δημήτρη Κόκοτα, και πολλά άλλα καψουροτράγουδα της τότε εποχής – τόσα όσα θα χώραγε η μαγνητική ταινία της κασέτας. Θα της έδινα ταυτότητα και χαρακτήρα δώρου γράφοντας ‘από’ και ‘προς’ στο cover της, και θα την άκουγα από την αρχή ως το τέλος πριν την παραδώσω. Λίγο καιρό μετά, θα έπαιρνα ως αντάλλαγμα το δικό μου mixtape. Δεν θα γνώριζα τότε πως ο ερχομός των CDs θα επέφερνε ολική έκλειψη στην κασέτα σαν μέσο ακούσματος μουσικής και πως το αντίστοιχο του να μπλεχτεί η μαγνητική ταινία και να αλλοιωθεί η ποιότητα του ήχου σε κάποια σημεία, θα αποτελούσαν οι γρατζουνιές στο πίσω μέρος του CD. Το mixtape τότε θα γινόταν mixCD (δεν θα είχε το ίδιο ωραίο άκουσμα) και θα μας πιστωνόταν λίγος καιρός ακόμη πριν το audio streaming να εξαφανίσει ολοκληρωτικά κασέτες και CDs, και μαζί τους και την μαγεία του να συνθέτεις ένα playlist πάνω σε χειροπιαστό μέσο, το οποίο μετά να δωρίζεται και να αποτελεί κομμάτι της ψυχής αυτού που το δίνει και, μετέπειτα, να βρίσκει θέση στην καρδιά αυτού που το λαμβάνει
24
25. Θα περνούσα μια ολόκληρη μέρα του Αυγούστου στην παλιά μου γειτονιά, τότε που τα Λύκεια θα ήταν κλειστά και όλη η παρέα θα ξύπναγε και θα κοιμόταν όποτε γούσταρε. Ο πρώτος που θα ξύπναγε θα αναλάμβανε χρέη ξυπνητηριού για τους υπόλοιπους και, αφού θα μαζευόμασταν όλοι μαζί σε κάποιο σπίτι για να προγευματίσουμε με σοκολάτες, πατατάκια και κόκα κόλα, θα ξεκινούσαμε για το ΑΤΙ, πασάροντας την μπάλα του μπάσκετ, ο ένας στον άλλο στον παράλλο, καθ’ όλη την διάρκεια της σύντομης διαδρομής. Θα μπαίναμε στο γήπεδο του ποδοσφαίρου, μέσα από την τρύπα στο σύρμα που ίσα που θα μας χώραγε, και θα πηδούσαμε πάνω από τις πέτρινες κερκίδες, τις οποίες θα είχαμε υπογράψει με μπογιά στο παρελθόν, και από ‘κει θα πηγαίναμε στο γήπεδο του μπάσκετ για παιχνίδι. Παιχνίδια. Πολλά παιχνίδια. Ώσπου να κουραστούμε. Και όταν η κούραση θα μας επισκεπτόταν, θα την διώχναμε ευθύς με ένα παγωμένο τενεκεδάκι κόκα κόλα που θα βγάζαμε από το vending machine δίπλα από την βρύση, κάποτε με κέρματα και άλλοτε με κλωτσιές. Θα βάζαμε στοιχήματα, ποντάροντας το χαρτζιλίκι μας σε βολές και layups, ο καλύτερος από πέντε προσπάθειες, και όταν θα φτάναμε ισοπαλία στις τέσσερις, οι πέντε θα γίνονταν έξι, και κάποτε θα ξεπερνούσαμε τις δέκα, και η αγωνία μας θα έτρεχε με εκατό. Αρκετές βολές, layups και κόκα κόλες μετά, θα επιστρέφαμε σε κάποιο σπίτι και θα παραγγέλναμε delivery KFC και θα χαζεύαμε τηλεόραση και, όταν θα βαριόμασταν, θα το γυρίζαμε στα video games, παίζοντας Super Mario World στο SNES ή Sonic στο Mega Drive, και όταν θα το βαριόμασταν κι αυτό θα πηγαίναμε στο Παπαφιλιππούι για Double Dragon, Street Fighter, τσιγάρο, παγωτό βανίλια-φράουλα, και όταν θα μας έβρισκε η νύχτα, θα παίρναμε από μια πίτα σουβλάκια από το σουβλατζίδικο μέσα στο Παπαφιλιππούι και θα την τρώγαμε περπατώντας στα στενά της παλιάς μας γειτονιάς, κάτω από το φώς της αυγουστιάτικης πανσελήνου, και θα καταλήγαμε εκεί όπου είχαμε ξεκινήσει το πρωινό μας, στο γήπεδο μπάσκετ του ΑΤΙ, και θα ξαπλώναμε πάνω στις ξύλινες κερκίδες και θα βλέπαμε το ολόκληρο φεγγάρι σαν να ήτανε γυάλινη σφαίρα που είχε την δύναμη να προβάλει το μέλλον μας, και θα κάναμε μεγαλόφωνα όνειρα για αγάπες που θα ‘ρθουν και για φιλίες που θα κρατούσαν για μια ζωή και για ταξίδια που θα κάναμε και για κόσμο που θα γνωρίζαμε και, για μια στιγμή, το σεληνόφως θα έμοιαζε σαν φλας φωτογραφικής μηχανής που θα αποθανάτιζε την εφηβεία μας στα καλύτερά της, στην πιο αγνή της φάση, χωρίς φίλτρο. Θα την αποθανάτιζε, και μετά θα φύλαγε την φωτογραφία στην καρδιά μας, στο μοναδικό μέρος όπου θα ήταν απόλυτα προστατευμένη από την διάβρωση που φέρνει ο χρόνος, και όπου τα χρώματα της θα διατηρούνταν για πάντα ζωντανά και δεν θα ξεθώριαζαν. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν, εκείνη η φωτογραφία των αραχτών παιδιών στις κερκίδες του ΑΤΙ, να κοσμοθεωρούν και να πλάθουν όνειρα με πρώτη ύλη την ψυχή τους, κάτω από τον προβολέα του σεληνόφωτος, πρωταγωνιστές στο έργο της ζωής τους, θα ξυπνούσε το παιδί μέσα τους κάθε φορά που η ενήλικη ζωή θα προσπαθούσε να το νανουρίσει με την μονότονη κι επαναλαμβανόμενη φύση της
26. Θα καθόμουν στο παλιό μου γραφείο, στο παλιό μου φοιτητικό δωμάτιο στο Newcastle, και θα έγραφα ένα γράμμα στους γονείς μου. Το χαρτί θα μύριζε φρεσκοκομμένο ξύλο και θα έπινε το μελάνι με λαιμαργία και θα φιλοξενούσε τις λέξεις στις γραμμές του σαν καλός οικοδεσπότης που θέλει να κρατήσει τους φιλοξενούμενους του όσο πιο πολύ γίνεται. Θα έθαβα τις λάθος λέξεις κάτω από στρώματα tippex και θα έγραφα νέες από πάνω τους, δημιουργώντας πολλαπλά συναισθηματικά στρώματα, αφού κάθε λέξη, σωστή ή λάθος, θα πήγαζε από την καρδιά μου. Θα σφράγιζα ερμητικά τον τετράγωνο λευκό φάκελο και θα έγραφα μπροστά ‘Κύπρος’ και πίσω, πάνω στο τρίγωνο, ‘Αγγλία’. Θα πήγαινα με τα πόδια στο ταχυδρομείο, κρατώντας τον φάκελο σφιχτά, και θα αγόραζα και θα του κολλούσα μπλε βασίλισσες για να τον συνοδεύσουν στο ταξίδι του προς την Κύπρο. Θα έφευγα από το ταχυδρομείο με άδεια χέρια και γεμάτα μάτια, κουβαλώντας μαζί μου το όμορφο συναίσθημα της συγκίνησης του να στέλνεις ένα κομμάτι από την ψυχή σου πίσω στην πατρίδα
26
27. Θα περνούσα μια ολόκληρη νύχτα στην βεράντα του πατρικού μου, να πίνω ποτά και ναργιλέ με την παλιοπαρέα, χωρίς να μας καίγεται καρφάκι για το πρόγραμμα της επόμενης μέρας, γιατί πολύ απλά δεν θα υπήρχε πρόγραμμα. Θα ξυπνούσαμε τους γονείς μου, ουκ ολίγες φορές, μα αυτοί δεν θα νευρίαζαν γιατί θα ένιωθαν πως είμαι σπίτι και ασφαλής. Οι γείτονες, από την άλλη, δεν θα ήταν και τόσο κατανοητικοί! Θα ανιχνεύαμε ότι ποτό είχε στο σπίτι, σαν καλά λαγωνικά του αλκοόλ, και θα το πίναμε, και μόνο το καθαρό οινόπνευμα θα γλύτωνε από τα χέρια μας. Ο ήλιος θα χάραζε, ζωγραφίζοντας προοδευτικά τον ορίζοντα πορτοκαλοκόκκινο, και μόνο τότε θα συνειδητοποιούσαμε πόση ώρα πέρασε αλλά δεν θα καταλαβαίναμε το πώς. Θα κοιμόμασταν και θα βλέπαμε όνειρα ραντισμένα με αλκοόλ και θα ξυπνούσαμε νιώθοντας το κεφάλι μας δέκα νούμερα μεγαλύτερο και θα προσπαθούσαμε να το φέρουμε πίσω στα φυσιολογικά του μέτρα με καφέ, και κάπου κοντά στο τέλος του τρίτου φραπέ θα αντιλαμβανόμασταν πως ίσως να το είχαμε παρακάνει λιγουλάκι την προηγούμενη νύχτα
28
28. Θα πήγαινα στο σουπερμάρκετ με την μαμά μου, το πιο πιθανόν στον Πηλαβάκη στη λεωφόρο Αθαλάσσας, μερικώς για να την βοηθήσω και μερικώς επειδή μαζί της είχα το ελεύθερο να βάζω ότι θέλω στο καροτσάκι, αφού το τελευταίο λειτουργούσε σαν λευκή επιταγή για ότι υπήρχε στα ράφια του σουπερμάρκετ. Θα αγόραζα σοκολάτες Cadbury (Twirl και Flake), μπισκότα γεμιστά με σοκολάτα Hello Panda, κουφετούλες PEZ με νέο dispenser, πατατάκια Corina, κόκα κόλες, εξάδες ατομικών παγωτών Mars και Twix, παίχτες Panini και πολύ άλλο πλιάτσικο, σε σημείο που να δημιουργούνταν δύο επίπεδα στο καροτσάκι – ένα με κανονικά ψώνια κι άλλο ένα με “πελλάρες”. Σαν τζέντλεμαν που θα ήμουν, δεν θα άφηνα την μαμά μου να ακουμπήσει πάνω σε σακούλα με ψώνια, τόσο από το σουπερμάρκετ προς το πορτμπαγκάζ, όσο και από το πορτμπαγκάζ προς το σπίτι. Κάπου εκεί θα αποσυρόμουν στο δωμάτιο μου με τα λάφυρα μου για να κάνω βουτιά στον μαγικό κόσμο της ζάχαρης, χωρίς ενοχές και συνεπακόλουθα, αφού ο μεταβολισμός μου θα λειτουργούσε τόσο έντονα που θα αναχαίτιζε κάθε μόριο ζάχαρης πριν καν το τελευταίο προλάβει να ξεκινήσει για το ταξίδι της εναποθήκευσης του
28
29. Θα πήγαινα με τους παλιούς μου συμμαθητές στην πορεία διαμαρτυρίας για το ψευδοκράτος, ένα απόγευμα μιας 14ης Νοεμβρίου, μεταξύ του 1996 και του 1998. Θα ξεκινούσαμε από το Λύκειο μας, από τη Δασούπολη, και θα καταλήγαμε στο Λήδρα Πάλας. Θα διαλέγαμε ένα ωραίο σημείο πάνω στο γρασίδι του roundabout και θα απλώναμε τα sleeping bags μας, που μόνο για ύπνο δεν θα μας χρησίμευαν. Θα περιφερόμασταν ανάμεσα στις παρέες που θα είχαν έρθει πριν από εμάς και θα προσπαθούσαμε να βρούμε φίλους, γνωστούς, ή ακόμα και αγνώστους, με τους οποίους θα γνωριζόμασταν και, με το πέρας της νύχτας, θα καταλήγαμε φίλοι. Θα νύχτωνε και θα έπεφτε κρύο και γύρω μας θα άναβαν φωτιές, και θα έκαιγαν τόσο έντονα όσο κι η φωτιά μέσα μας, και θα θέριευαν τα συναισθήματα μας κοιτάζοντας “απέναντι”…θυμός, εφηβικός θυμός…επαναστάτες με αιτία. Η ώρα θα περνούσε με χαρτί, τσιγάρο, ποτό, κουβέντα, ψευτοφλερτ στις λίγες κοπέλες που θα ήταν εκεί, κανένα μικροεπεισόδιο, και όταν το ρολόι θα έδειχνε μεσάνυχτα και θα είχε πλέον αλλάξει η μέρα, οι φίλοι μου θα θυμούνταν πως το ημερολόγιο θα έπαιρνε ακόμη μια μέρα στην πλάτη του κι εγώ έναν ακόμη χρόνο στην δική μου, και θα μου έκαναν τα γενέθλια μου, εκεί, ανάμεσα σε sleeping bags, φωτιές και γνωστούς πλέον αγνώστους. Τα κεριά μου θα ήταν οι φλόγες και η τούρτα μου το γρασίδι. Θα σκεφτόμουν πως κάθε χρόνο τέτοια μέρα μεγαλώνω κατά ένα χρόνο, μα όλα τ’ άλλα γύρω μου μένουν τα ίδια. Και από δω και στην απέναντι. Γιατί; Δεν θα είχα απάντηση
29
30. Θα “δανειζόμουν” την βιντεοκάμερα του μπαμπά μου, θα έπαιρνα έναν κολλητό, θα μπαίναμε στο αυτοκίνητο, νύχτα, και θα αλωνίζαμε σαν αγρίμια στη Λευκωσία, βιντεοσκοπώντας τις περιπέτειες μας, οι οποίες θα έπαιρναν για καύσιμο την αστείρευτη, εφηβική μας τρέλα. Θα καταγράφαμε την διαδικασία της παραγγελίας μας στο drive-in των McDonald’s, στη λεωφόρο Αθαλάσσας, καθώς και την παραλαβή της, και θα αποθανατίζαμε την έκπληξη των υπαλλήλων όταν θα έβλεπαν την κάμερα. Θα περνούσαμε από τα clubs της Έγκωμης και, καθώς θα βγάζαμε βίντεο τον κόσμο, θα βρίσκαμε γνωστούς μας και θα τους επιβιβάζαμε στο αυτοκίνητο, και όσο θα προχωρούσε η νύχτα θα μεγάλωνε κι η παρέα πιο πολύ, ώσπου να μην έμενε άλλος χώρος στο αυτοκίνητο, ούτε και στην κασέτα της κάμερας, μα η κασέτα του μυαλού και της καρδιάς μας δεν θα γνώριζε όρια χωρητικότητας και θα συνέχιζε να καταγράφει και να καταχωρεί τα πάντα
30
like.philenews.com