Mητσοτάκης και Τσίπρας ενώπιον της ιστορίας

Μητσοτάκης και Τσίπρας ενώπιον της Ιστορίας, Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος


Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
 

Είναι κανά δυό χρόνια τώρα. Έπιασα συζήτηση με τον ταξιτζή που με έφερνε σπίτι από το αεροδρόμιο. Το συνηθίζω γιατί στην Ελλάδα, όπως και σε όλο τον κόσμο, οι οδηγοί των ταξί λειτουργούνε σα «βαρόμετρο», αν ξέρεις να τους προκαλέσεις να μιλήσουν και μετά να τους ακούσεις, αντανακλούν με τον καλύτερο τρόπο την κοινωνική και πολιτική ατμόσφαιρα, τη δυναμική μιας δοσμένης κοινωνίας και χώρας.



Όπως μου κατέβαζε τις βαλίτσες, με κύτταξε και μούπε, κάπως εν κατακλείδι της κουβέντας. «Ενα καλό έκανε ο Τσίπρας. Θα ακούνε εκατό χρόνια οι Ελληνες αριστερά και θα τρέχουν».
«Αυτό που λες πιθανότατα θα συμβεί», του απήντησα, «αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι όταν συμβεί θα σου αρέσει». Με κύτταξε παραξενεμένος, αλλά και με την απίστευτη σπιρτάδα που μερικές φορές επιδεικνύουν οι λαϊκοί Ελληνες, σφυρηλατημένη από μερικές χιλιάδες χρόνια μιας τόσο πολυκύμαντης και δραματικής ιστορίας, στη χώρα όπου ανακαλύφθηκε η Διαλεκτική. Κατάλαβε τι τούλεγα χωρίς να πούμε ούτε μια κουβέντα παραπάνω.
Για έναν άνθρωπο, όπως και για μια χώρα, είναι καλύτερο να έχουν δύο πόδια να περπατάνε.

Ο επερχόμενος θρίαμβος Μητσοτάκη

Όλα δείχνουν τώρα ότι ο Κώστας Μητσοτάκης και η ΝΔ θα θριαμβεύσουν στις επόμενες εκλογές.  ‘Όχι τόσο εξαιτίας των ιδιοτήτων τους, όσο παρά τις ιδιότητές τους! Είναι στον κ. Τσίπρα και στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ που κυρίως θα χρωστάνε τον θρίαμβό τους.
Το μόνο που θα μπορούσε, αν όχι να ακυρώσει, πάντως να περιορίσει την έκταση του θριάμβου, επομένως και τον πειρασμό μιας ακραίας πολιτικής, θα ήταν μια απότομη και μαζική εκλογική κινητοποίηση των λαϊκών ιδίως τάξεων, για την υπεράσπιση των απειλούμενων κοινωνικών τους δικαιωμάτων.
Θα έπρεπε μάλιστα να την εύχεται, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, για λόγους που θα εξηγήσουμε, και ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης και η ηγεσία της ΝΔ. ‘Όπως απέδειξε το τερματιζόμενο παράδειγμα Τσίπρα και ΣΥΡΙΖΑ, στους μεγάλους Θριάμβους είναι που κρύβονται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι και οι μεγαλύτερες παγίδες.
Είναι τέτοια δυστυχώς η κατάσταση της χώρας, αλλά και του διεθνούς περιβάλλοντος, που, για πρώτη φορά στην ιστορία μας, ένας υποψήφιος Πρωθυπουργός κινδυνεύει να είναι εκείνος στα χέρια του οποίου θα «μείνει η χώρα»!
Δεν γνωρίζω τι πιστεύει ο κ. Μητσοτάκης. Αν συνειδητοποιήσει πάντως τον εθνικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει και θελήσει κάπως να τιθασεύσει τον εξτρεμιστικό (και εντελώς εκτός εποχής και αναγκών) νεοφιλελευθερισμό στις τάξεις της παράταξής του, που απειλεί να τινάξει κυριολεκτικά στον αέρα ότι απομένει από την Ελλάδα, μάλλον χρειάζεται ισχυρή παρά ασθενή αντιπολίτευση! ‘Όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής χρειαζόταν κάποτε τον Ανδρέα για να αντιμετωπίσει τις πιέσεις Αμερικανών και Τούρκων.
Η Αλαζονεία μετακόμισε στις 26 Μαΐου από το στρατόπεδο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό της ΝΔ. Αλλά βέβαια υπάρχουν και στη ΝΔ άνθρωποι που σκέπτονται. Πρώην κορυφαίος Υπουργός μου εξηγούσε προ ημερών ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παραδίδει στη ΝΔ μια χώρα της οποίας έχει αποκατασταθεί η «διεθνής αξιοπιστία», προσθέτοντας  πόσο ευτυχής είναι με την εξωτερική πολιτική της Αριστεράς (υποθέτω γιατί έβγαλε τη ΝΔ από την υποχρέωση να κάνει τις οδυνηρές παραχωρήσεις, αλλά και την απήλλαξε από τον μαζικό αντιαμερικανισμό). Για να συμπληρώσει όμως εν κατακλείδι, κυττάζοντάς με βαθιά ανήσυχος: “Aν βέβαια αποτύχει και ο Μητσοτάκης, τότε πραγματικά δεν ξέρω τι θα γίνει».

 Όλα εδώ πληρώνονται!

Χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί, δεν είναι πολύ πιθανό να συμβεί μια τέτοια, απότομη αναστροφή της στάσης των λαϊκών στρωμάτων. Η αλαζονεία που επέδειξε ο Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, η πολύ περιορισμένη ενσυναίσθηση που διαθέτουν για την πολιτική κατάσταση και τα λαϊκά αισθήματα, το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε ποτέ πολιτική δύναμη μαζική και με οργανικούς δεσμούς με τον ελληνικό λαό (όπως ήταν το ΠΑΣΟΚ), ένας εντελώς ανεπαρκής πολιτικός λόγος τον εμποδίζουν, μεταξύ και πολλών άλλων παραγόντων, να αναστρέψει την κατάσταση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε πολύ γρήγορα, εκμεταλλευόμενος το ισχυρότατο ανοδικό κύμα μιας κοινωνίας που προσπάθησε να αντισταθεί, στηρίζοντάς τον, στον ζυγό των ξένων Πιστωτών και που είδε έντρομη την κατάρρευση και χρεωκοπία των παλαιών «κομμάτων εξουσίας» της χώρας. Δεν σφυρηλατήθηκε σε αγώνες και δεν απέκτησε ποτέ μια βαθύτερη αντίληψη για τη χώρα. Αντελήφθη την Ιστορία ως τρέχουσα Πολιτική και την Πολιτική ως Επικοινωνία και ως κόλπο. Η πτώση του κινδυνεύει να είναι εξίσου εκκωφαντική με την άνοδό του. Κι αν διατηρεί ακόμα μια βάση, είναι εξαιτίας της κοινωνικής μηχανικής. Το ένα τρίτο ή τέταρτο των Ελλήνων φοβάται απλούστατα ότι οι άλλοι θα το πετάξουν κυριολεκτικά στον Καιάδα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύτηκε ενώνοντας (στο επίπεδο δυστυχώς μόνο των συμβόλων και της επικοινωνίας) τη δύναμη της εθνικής και της κοινωνικής, λαϊκής ταυτότητας των Ελλήνων, όπως έκαναν, πριν από αυτόν, το ΕΑΜ και το ΠΑΣΟΚ, αλλά ούτε καν το καλοκατάλαβε!
Τη χαριστική βολή την έδωσε ο ίδιος στον εαυτό του όταν ήρθε σε μετωπική σύγκρουση με το εθνικό αίσθημα της πλειοψηφίας των Ελλήνων υπογράφοντας και επιβάλλοντας αυταρχικά στον ελληνικό λαό τη συμφωνία των Πρεσπών που δεν ήθελε και βρίζοντας και προσβάλλοντας μάλιστα όσους αντιτάσσονταν σε αυτή, μεταξύ των οποίων ίσως και μια πλειοψηφία των ψηφοφόρων του. Το καταπληκτικό και ενδεικτικό της πολιτικής του «αναπηρίας» είναι ότι δεν το έχει καν συνειδητοποιήσει!
Κοντός ψαλμός βέβαια Αλληλούια. Το βράδυ της Κυριακής θα ξέρουμε, δεν θα πιθανολογούμε.

Η σκιά της Ιστορίας και το παράδειγμα του 1946

Τηρουμένων των αναλογιών, τα όσα συμβαίνουν σήμερα, παρουσιάζουν μερικές εντυπωσιακές ομοιότητες με όσα συνέβησαν αμέσως μετά την Κατοχή οδηγώντας στον Εμφύλιο, έστω και αν, προφανώς, σήμερα δεν έχουμε τον δραματικό, βίαιο χαρακτήρα της εποχής εκείνης (αν και οι οικονομικές, κοινωνικές και ψυχολογικές μεταβολές της «μνημονιακής» εποχής είναι επίσης πολύ βίαιες).
Τα μεσαία στρώματα που είχαν περάσει υπό την επιρροή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ τον τελευταίο ένα- ενάμισυ χρόνο της Κατοχής, όταν ΕΑΜ και ΚΚΕ ηγούντο της εποποιίας της Εθνικής Αντίστασης, μετατοπίστηκαν μαζικά προς την αστική παράταξη στο διάστημα ενός, βία ενάμισυ έτους, από τα τέλη 1944 έως τις αρχές 1946, διαπιστώνοντας ότι η ηγεσία της Αριστεράς δεν ήξερε τι ήθελε.
Αλλά και τα λαϊκά στρώματα, παραζαλισμένα από τα διαρκή ζιγκ – ζαγκ της ηγεσίας της Αριστεράς, απεσύρθησαν σταδιακά από το παιχνίδι, με αποκορύφωμα την εγκληματική απόφαση που πήρε ο Ζαχαριάδης, χωρίς να ρωτήσει κανέναν άλλο στο κόμμα του, για Αποχή, απόφαση που άνοιξε όχι μόνο τη λεωφόρο για τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά διευκόλυνε και την ήττα της Αριστεράς σε αυτόν.
Σήμερα, τα μεσαία στρώματα διαπίστωσαν, όπως και όλοι οι άλλοι, ότι το σχέδιο της εθνικής απελευθέρωσης από τα δεσμά της «καταστρεφόμενης Αποικίας Χρέους» δεν υλοποιήθηκε. Ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ σκότωσαν το 2015 την ελπίδα και κατέφεραν ένα πολύ σοβαρό πλήγμα στην αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση του ελληνικού λαού, που δεν πιστεύει πια ότι μπορεί να βρει κόμματα ή ηγέτες που να μην τον «πουλήσουν». Είναι αλήθεια ότι η εκ μέρους του διαχείριση της μνημονιακής καταστροφής υπήρξε πιο «φιλάνθρωπη» και σεβάστηκε περισσότερο την κοινωνική συνοχή. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Στην πολιτική κατάσταση που δημιουργήθηκε τα μεσοστρώματα σπεύδουν στο δικό τους plan Β («Ας σωθούνε όσοι μπορούν κι ας πάνε στο διάολο όσοι δεν μπορούν», μπορούμε να συνοψίσουμε το υπόβαθρό της στροφής), ενώ μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων, απογοητευμένο από τους ΣYΡΙΖαίους, «αποσύρεται» και δεν συμμετέχει στην εκλογική αναμέτρηση.
Η στροφή είναι πολύ εντυπωσιακή και μπορεί να αποδειχθεί ιστορικής σημασίας, αντανακλάται άλλωστε στο πολύ εντυπωσιακό γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης, σε αντίθεση με όλους τους άλλους πολιτικούς που πέρασαν από τη χώρα, επέκρινε την ίδια την ιδέα άμβλυνσης των κοινωνικών διαφορών. ‘Ότι κι αν έκαναν στην πράξη οι πολιτικοί μας, κάτι τέτοιο δεν το διεκήρυσσαν ποτέ ανοιχτά!
Βεβαίως μπορεί ο κ. Μητσοτάκης και η ΝΔ να κόψουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, αν και θα πρέπει να περιμένουμε για να δούμε τι ακριβώς θα κάνουν. Μόνο που, έχοντας αποδεχθεί και κινούμενοι εντός των δημοσιονομικών παραμέτρων των συμφωνιών που έχουν προσυπογράψει, μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ, το 2015 και νωρίτερα, ο μόνος τρόπος που μπορεί να γίνει αυτό είναι διαλύοντας το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και ότι έχει απομείνει από το Δημόσιο και το Κράτος. «Να γκρεμίσουμε τα δημόσια νοσοκομεία», λέει ο Μπάμπης Παπαδημητρίου, να κόψουμε τις συντάξεις η Κα Ξαφά, όχι διευκολύνσεις και δόσεις στους κακοπληρωτές, λέει ο κ. Στουρνάρας, ένα τεράστιο γραφείο της Uber μου λένε ότι άνοιξε ένας παράγων προσκείμενος στη ΝΔ. Αυτά δεν πρέπει να θεωρούνται ατομικές εκδηλώσεις, αλλά η από τώρα έκφραση μιας εξτρεμιστικής τάσης μέσα στη ΝΔ.
Οσους φόρους ή εισφορές όμως κι αν γλυτώσουν, τα μεσαία στρώματα δεν θα επιβιώσουν και αυτά, και πάντως αποκλείεται να ευημερήσουν, εντός μιας αποδιαλυόμενης Ελλάδας.
Με τον τρόπο όμως που πολιτεύτηκαν Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως εκπέμποντας καθεστωτική αλαζονεία, αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες όσων τους υποστήριξαν, για την ηθική πτυχή της πολιτικής, έχουν αδρανοποιήσει και μεγάλο μέρος της ίδιας της βάσης τους, που δεν έχει διάθεση να κινητοποιηθεί για να τους σώσει. «Οι αριστεροί θα ρίξουν τον ΣΥΡΙΖΑ» μου προφήτεψε, και είχε κάποιο δίκιο, ένας συντηρητικός φίλος πριν κιόλας τις ευρωεκλογές.

 Η Διαλεκτική του «Εμφύλιου». Προς μια «Ελλάδα χωρίς Ελληνες»

Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, η ταυτότητα του Εθνους και η ταυτότητα του Λαού ενώθηκαν παράγοντας το μεγαλείο της Αντίστασης. Μετά την Απελευθέρωση αντιπαρατέθηκαν, κάνοντας την Ελλάδα τη μόνη ευρωπαϊκή χώρα που γνώρισε έναν φοβερό Εμφύλιο Πόλεμο, το αόρατο, ηθικό κόστος του οποίου πληρώνει και σήμερα η χώρα αφού, η αστική παράταξη και οι Αγγλοαμερικανοί, για να τον κερδίσουν, έκαναν καθεστώς τους συνεργάτες των Γερμανών.
Και δεν ήταν κανένας άλλος παρά οι ίδιοι οι λαμπρότεροι εκπρόσωποι της αστικής παράταξης, αυτοί που, δια του Εμφυλίου, σταθεροποίησαν τη δυτική επιρροή στην Ελλάδα, που αγανάκτησαν στο τέλος με το καθεστώς που είχε επιβληθεί (και με τη δική τους συνδρομή).
Ο κατ’ εξοχήν πολιτικός που βοήθησε στην εμπέδωση του αγγλικού (αργότερα αμερικανικού) ελέγχου στην Ελλάδα, ο Γεώργιος Παπανδρέου, είδε τους Αμερικανούς να τον ανατρέπουν, όταν αρνήθηκε το σχέδιο Άτσεσον για την Κύπρο. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είπε το περίφημο «Ποιος κυβερνάει αυτή τη χώρα;» προτού φύγει για το Παρίσι. Ο Παναγής Τσαλδάρης προσπάθησε πιθανότατα δια του Τζωρτζ Πολκ να σταματήσει τον Εμφύλιο με αποτέλεσμα τη δολοφονία του σπουδαίου Αμερικανού δημοσιογράφου. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης προσπάθησε να βρει διέξοδο στη Μόσχα, για να δει να του βγάζουν τα σκάνδαλα της Ζήμενς.
Τώρα βέβαια δεν υπάρχει στην ελληνική κοινωνία η ζωτικότητα που χρειάζεται για έναν εμφύλιο, πόσο μάλλον που ένα μεγάλο κομμάτι των νέων φεύγει, για τον οποίο εμφύλιο δεν συντρέχουν άλλωστε και άλλες προϋποθέσεις. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί η χώρα να διολισθήσει προς «εμφύλιο χαμηλής έντασης», με ιδιαίτερη όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων.
Υπάρχει μια άλλη μεγάλη και σημαντική διαφορά με τη δεκαετία του 1940. Τότε, οι ανάγκες του αρχόμενου Ψυχρού Πολέμου, υποχρέωσαν τους Αμερικανούς να βοηθήσουν στη διατήρηση του ελληνικού κράτους, έστω και υπό τη μορφή ενός μίζερου μισο-προτεκτοράτου, έως το 1974.
Τώρα, υπάρχουν ισχυρές δυνάμεις εντός του παγκόσμιου κατεστημένου, που επιδιώκουν πιθανώς τον τερματισμό μας, μια Ελλάδα χωρίς ‘Ελληνες. Το «πρόγραμμα» που επιβλήθηκε (και συνεχίζει να εφαρμόζεται) στην Ελλάδα δεν ήταν πρόγραμμα «νεοφιλελεύθερης διόρθωσης», ήταν πρόγραμμα «καταστροφής έθνους» και δεν ήταν λάθος, γιατί αν ήταν λάθος θα είχε διορθωθεί.
Οι Ελληνες δεν κατάλαβαν ότι δεν τους χρειαζόμαστε πλέον, έγραψε κυνικά και υπεροπτικά ο Φρίντμαν του Stratfor το 2010.

Οι θρίαμβοι και οι παγίδες τους

Το Σάββατο, παραμονή των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015, τρώγαμε μερικοί φίλοι, ανάμεσά τους και ένας επιχειρηματίας που συνδεόταν στενά με μία από τις ηγετικές προσωπικότητες της ΝΔ. Μας είπε: «Θέλω να κερδίσει οι εκλογές η Αριστερά, να κυβερνήσει, γιατί είναι μόνο έτσι που θα απαλλαγούμε από δαύτη».
Τώρα ο φίλος βλέπει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το «όνειρό» του να γίνεται πραγματικότητα, έστω κι αν δεν συγκαταλέγεται στους φίλους ιδιαιτέρως του κ. Μητσοτάκη. Διερωτώμαι αν του περνάει από το μυαλό ότι κάποιος θα μπορούσε να αντιστρέψει την παρατήρηση που έκανε ο ίδιος πριν από τέσσερα χρόνια και να πει τώρα: «Θέλω να κερδίσει ο Μητσοτάκης και η ΝΔ με μεγάλο ποσοστό, να κυβερνήσουν άνετα, να δει ο κόσμος τι σημαίνει Δεξιά».
Το μόνο πρόβλημα είναι ότι «απαλλασσόμενοι» πότε από τον ένα και πότε από τον άλλο, δεν συσσωρεύουμε παρά καταστροφές και στο τέλος θα απαλλαγούμε από τη χώρα μας. Μοιάζουμε με μύγα που χτυπάει πότε στο αριστερό και πότε στο δεξιό πλευρό του ποτηριού πούναι εγκλωβισμένη.
Δεν υπάρχει άλλωστε ασφαλέστερη ένδειξη του που βρισκόμαστε από την προεκλογική εκστρατεία που ζήσαμε, πιθανώς την πιο ασυνάρτητη μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974. Καμμιά σοβαρή συζήτηση για τα τεράστια προβλήματα, δυνάμει υπαρξιακά της χώρας και καμιά πρόταση. Καμιά συζήτηση για το «εξαιρετικά μη βιώσιμο» χρέος κατά ΔΝΤ, για το πρωτοφανές καθεστώς καταστρεφόμενης αποικίας χρέους που έχει επιβληθεί στη χώρα, καμιά συζήτηση για την εσωτερική οικονομική, κοινωνική, κρατική κατάσταση, πολύ χειρότερη σήμερα από το 2010, ή για το δημογραφικό πρόβλημα, που είναι το αποτέλεσμα και η συμπύκνωση όλων των άλλων.
Μόνο εκατέρωθεν βρισιές και προσβολές.
Τώρα, δεν έχει νόημα, όπως αντιλαμβάνονται οι νοήμονες αναγνώστες, να σχολιάσουμε το «αφήγημα» της ΝΔ για μια ανάπτυξη 4%, με ξένες επενδύσεις, που θα μας επιτρέψει να απογειωθούμε και να αφήσουμε πίσω το χρέος και τα σχετικά προβλήματα. Είναι πολύ λογικότερο να αγοράσει κανείς πολλά λαχεία, παρά να περιμένει την υλοποίησή του.
Δεν γνωρίζω αν όντως τα πιστεύουν στην ηγεσία της ΝΔ ή απλώς θεωρούν χρήσιμη μια τέτοια προεκλογική εξαγγελία. Ελπίζω ότι ο διεθνής παράγων δεν έχει φροντίσει να δημιουργήσει μια «εικονική πραγματικότητα» στον κ. Μητσοτάκη, όπως φρόντισε να κάνει στο παρελθόν με τους προκατόχους του, καταφέρνοντας μέσω αυτής να τους οδηγήσει εκεί που ήθελε να πάνε.
Αρκετά στελέχη της ΝΔ, ξαφνιασμένοι και οι ίδιοι από την αναπάντεχη και τόσο μεγάλη επιτυχία στις ευρωεκλογές, κυττάνε τώρα με χαρά που δεν μπορούν να κρύψουν προς τα πλεονεκτήματα της εξουσίας. Και διαπνέονται από την ίδια σιγουριά που είχε ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ στο παρελθόν.
Ο ίδιος όμως ο Μητσοτάκης δεν έχει κανένα λόγο να περάσει στην ιστορία ως ο πολιτικός που έβαλε την ταφόπλακα στην ιστορία του νεώτερου ελληνισμού και ο κίνδυνος αυτός είναι όχι πραγματικός, είναι «πραγματικότατος».
Αν δεν μπορούμε τώρα, άμεσα, αύριο, να απαλλαγούμε από το καθεστώς της χρεοδουλοπαροικίας, τουλάχιστον ας κυττάξουν οι μείζονες πολιτικές δυνάμεις της χώρας να περιορίσουν ενδεχόμενες νέες μεγάλες καταστροφές. Δεν έχει πια κανένα περιθώριο η χώρα. Θα τελειώσει.
Προσωπικά, θα ήθελα για τη χώρα μου μια κυβέρνηση που θα επιχειρούσε να αποτινάξει, με σοβαρό και μεθοδικό τρόπο, το καθεστώς της χρεοδουλοπαροικίας, επιχειρώντας ταυτόχρονα μια μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή στο εσωτερικό.
Αφού όμως αυτό δεν είναι τώρα δυνατό, ας προσέξουν τουλάχιστο οι πολιτικές δυνάμεις, και πρώτα από όλες η αυριανή κυβέρνηση, να μην διαταραχθεί η εμφύλια ειρήνη και ένα ελάχιστο κοινωνικής συνοχής, να μην χαθεί η χώρα που, επιτέλους, θέλουν να κυβερνάνε!
Και επιτέλους. Ας συνεργαστούν και ας μιλάνε μεταξύ τους οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας εκεί που είναι δυνατόν.

πηγή