Θεσσαλονίκη: Ένα παλιό τσαγκαράδικο «αναβιώνει» στην Όσσα Λαγκαδά

Θεσσαλονίκη: Ένα παλιό τσαγκαράδικο «αναβιώνει» στην Όσσα Λαγκαδά
Η διαχρονική τέχνη του τσαγκάρη αναβιώνει στην Όσσα Λαγκαδά με τη σκηνογραφική αναβίωση ενός παλαιού εργαστηρίου τσαγκαρικής, όπου εκτίθενται παραδοσιακά εργαλεία του επαγγέλματος που για πολλούς αιώνες αναπτύχθηκε στον οικισμό.

«Πρόκειται για μια πρωτοβουλία του Συλλόγου Οσσαίων «Η Αγία Κυράννα», με στόχο την ανάδειξη των ντόπιων υποδηματοποιών» αναφέρει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ το μέλος του Συλλόγου, Άγγελος Μήτσας, συντηρητής αρχαιοτήτων.

Το «Παλαιό Τσαγκαράδικο» της Όσσας που εγκαινιάσθηκε πρόσφατα, δημιουργήθηκε στο κέντρο του οικισμού μετά από τη μακροχρόνια παραχώρηση ενός ερημωμένου εμπορικού κτίσματος, ιδιοκτησίας της οικογένειας Γεωργίου Άγγ. Μήτσα που ανακαινίσθηκε με εθελοντική εργασία μελών του Συλλόγου και εντάσσεται στο "Ανοιχτό Μουσείο Αγροτικής Ζωής Όσσας"», μαζί με τη Λαογραφική Συλλογή και το Παλαιό Παντοπωλείο.


«Όλα τα αντικείμενα που εκτίθενται στο τσαγκαράδικο είναι δωρεά κατοίκων της Όσσας, ενώ ο Σύλλογος κατάφερε να συμπεριληφθεί μια νέα του πρόταση και συγκεκριμένα το "Κονάκι του Παπουτσή", στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα LEADER, για τη δημιουργία του πρώτου πολυμεσικού εκθετηρίου για την ιστορία της υποδηματοποιίας στην Ελλάδα, με κύρια αναφορά στον οικισμό της Όσσας και το οποίο αναμένεται να λειτουργήσει μέσα στα επόμενα 2 χρόνια» τονίζει ο κ.Μήτσας.

Όπως εξηγεί, «οι υποδηματοποιοί της Όσσας, ήταν ευρύτερα γνωστοί στο χώρο της Κεντρικής Μακεδονίας και αποτελούσαν μια ακμαία και ισχυρή συντεχνία επαγγελματιών, “οι οποίοι όχι μόνο άφησαν έντονο το στίγμα τους στη νεότερη ιστορία και οικονομία της Όσσας καθόλο τον 18ο, 19ο και 20ό αιώνα, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της βόρειας Ελλάδας, όπως μαρτυρούν οι πηγές και όπως μέχρι σήμερα διατηρείται στις μνήμες των κατοίκων».

«Είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές στις πηγές των αρχών του 20ού αιώνα, οι οποίες περιγράφουν γλαφυρά και με σαφήνεια τη μακραίωνη ιστορία, την οργάνωση και τη λειτουργία της συντεχνίας των Βυσσοκινών (Οσσαίων) παπουτσήδων-κουντούρηδων. Οι βυρσοδέψες της Όσσας, αλλά και οι ίδιοι οι παπουτσήδες πολλές φορές, προμηθεύονται τα δέρματα από τους κτηνοτρόφους της περιοχής, τα επεξεργάζονται, τα βάφουν, τα κόβουν και τα ταξινομούν. Από εκεί, καταλήγουν στα χέρια υποδηματοποιών, οι οποίοι αναλαμβάνουν όλη την εργασία κατασκευής (σχέδιο, κόψιμο, κάρφωμα, ράψιμο, γυάλισμα, φινίρισμα κλπ.)» περιγράφει ο κ.Μήτσας.

«Όλη αυτή η διαδικασία», συνεχίζει, «αποδεικνύει μια κάθετη παραγωγή, η οποία συνεχώς αυξάνεται και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι υποδηματοποιοί της Όσσας μεταφέρουν και πωλούν την πραμάτεια τους σε όλα τα μεγάλα εβδομαδιαία αλλά και ετήσια παζάρια της γύρω περιοχής και των γειτονικών νομών».

Σύντομα, οι επαγγελματίες εγκαθίστανται στα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής, στις Σέρρες, στη Νιγρίτα, στον Σοχό, στη Δράμα, στην Καβάλα, στο Κιλκίς, στα Γιαννιτσά, στη Γουμένισσα, στην Κατερίνη όπου οργανώνουν τα μαγαζιά τους και στήνουν τις οικογένειές τους. Μεγάλος αριθμός εγκαθίσταται και στη Θεσσαλονίκη, ανοίγοντας αρχικά μικρά εργαστήρια και αργότερα μεγάλες γνωστές βιοτεχνίες παπουτσιών στο κέντρο της πόλης.

«Το χωριό όμως» τονίζει ο κ.Μήτσας, «παρέμεινε το κέντρο αναφοράς τους καθώς επιστρέφουν, συντηρούν τα σπίτια, τα σχολεία και τις εκκλησίες τους, φορούν αστικές ενδυμασίες με πολύτιμα υφάσματα και ενισχύουν οικονομικά την κοινότητα». Όταν άρχισαν να συρρικνώνονται τα παραδοσιακά επαγγέλματα, οι Οσσαίοι υποδηματοποιοί έχασαν και αυτοί, μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους, ενώ κάποιες μικρές επιχειρήσεις συνέχισαν με την παραγωγή του εμπορικού βιομηχανοποιημένου παπουτσιού.

Όσοι επιθυμούν να επισκεφθούν το «Παλαιό Τσαγκαράδικο» της Όσσας, θα πρέπει πρώτα να επικοινωνήσουν στα τηλέφωνα μελών του Συλλόγου.
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ