Απόψε θα πάρω μόνο τα απαραίτητα μαζί και φεύγω

Φεύγουμε καρδιά μου…φεύγουμε.
Απόψε είναι η βραδιά που σου χρωστώ. Μόνο τα απαραίτητα θα πάρω μαζί και φεύγουμε. 
Θα γεμίσω με αυτά την αγκαλιά μου, για να μπορέσω κάπου να αδειάσω κι εγώ επιτέλους την ψυχή μου.
Απόψε θα σταματήσω τον χρόνο, γιατί την βόλτα αυτή στην άργησα πολύ κι έφτασε τώρα για μας, το πλήρωμά του.
Οι τέσσερις τοίχοι δεν με χωράνε πια. Εκείνο το δωμάτιο έχει στενέψει επικίνδυνα  για μένα και με πνίγει. 
Έχουν στοιβαχτεί τόσα πολλά μέσα του, που δεν μπορώ πια ούτε να ανασάνω. 
Πνιγμένα δάκρυα, αναπάντητα γιατί, αναμνήσεις σκόρπιες σε φωτογραφίες και γράμματα, συζητήσεις με εκείνον που κατέληγαν πάντα σε αδιέξοδο κι ατέλειωτα ξενύχτια. 
Γι’αυτό σου λέω, ετοιμάσου καρδιά μου. 
Απόψε, μόνο τα απαραίτητα θα πάρουμε μαζί και το ξημέρωμα θα μας βρει στη θάλασσα μπροστά, νηφάλιες πια, από όλα εκείνα που μας βαραίνουν χρόνια. 
Μόνη όπως και τότε, που μετρούσα τις ώρες του τέλους αντίστροφα, πάνω σε εκείνον τον βράχο, ανήμπορη όμως να χαρώ τον ορίζοντα που απλωνόταν μπροστά μου. Μα τώρα, όλα θα είναι διαφορετικά κι αυτό απόψε στο υπόσχομαι.
Μια θάλασσα από δάκρυα και μια φωτιά που έκαιγε τα σωθικά μου, όλο και πιο πολύ. Μόνο αυτά είχαν απομείνει μέσα μου να θυμάμαι από τότε, μαζί με την εκκωφαντική απουσία του. 
Μα αυτή την φωτιά απόψε καρδιά μου, θα την ανάψουμε μαζί. 
Θα ρίξω για προσάναμμα, όλα εκείνα που με πλήγωσαν και συνεχίζουν να με πληγώνουν. Ένα προς ένα θα τα καίω, όπως για χρόνια  με έκαιγαν κι αυτά, έως ότου απομείνουν μοναχά οι στάχτες τους. 
Την αγάπη μου που ξέχασε και που τόσο εύκολα αμφισβήτησε, αυτήν θα ρίξω πρώτη για να ανάψει τη φωτιά κι αμέσως μετά, όλες του τις φυγές. 
Την υποκρισία και το ψέμα έπειτα θα ρίξω, γιατί ήταν πολλά. Δες την πώς φούντωσε. 
Τις κατηγόριες, τον θυμό κι όλα τα άδικα ξεσπάσματά του, θα τα βάλω για να κρατήσει δυνατή. 
Κι όλα τα ψεύτικα τα λόγια και τις τύψεις που ονόμασε «Σ’αγαπώ» και «Μου λείπεις», θα τα αφήσω για το τέλος, γιατί αυτά με έκαιγαν πιο πολύ απ’ όλα. 
Ήθελα για μια στιγμή μόνο, να νιώσει τη φλόγα να τον αγγίζει. Να νιώσει τον πόνο για να σταματήσει να με κρίνει. Κοίταξε καρδιά μου, κοίτα πόσα μου άφησε για να μπορώ να κάψω. 
Τόσα, που δεν άναψε η φωτιά απλά, θέριεψε απόψε. Μιας ολόκληρης ζωής προσανάμματα. 
Μα ξέρεις κάτι; Δεν με καίει πια μέσα μου, δεν έχει απομείνει τίποτα ζωντανό εκεί από εκείνον για να το κάψει. 
Κρανίου τόπο άφησε η λαίλαπά του πίσω της και στάχτες. 
Ξημερώνει και η φωτιά αρχίζει να πέφτει σιγά σιγά μα δεν με νοιάζει αν σε λίγο θα κρυώνω. 
Θα μείνω εκεί, ξαπλωμένη δίπλα στα αποκαΐδια, για να με βρει ο ήλιος το πρωί σαν θα χαράξει, να με ζεστάνει χαϊδεύοντάς απαλά το πρόσωπό μου και να γεμίσει με φως την άδεια μου καρδιά.
http://metaximas.org/