Στους καθρέφτες που κοιταχτήκαμε, στις θάλασσες που δεν θα ταξιδέψουμε.

Σ’ εκείνους που μέσα σε θυελλώδεις νύχτες εξεγέρσεων
ψάχνουν για ένα φεγγάρι παιδικό.
Σ’ αυτούς που δεν τούς έμεινε καιρός.
Σ’ εκείνους που τούς ξέχασαν,
στη γλυκύτητα του ύπνου, όταν όλοι μάς είχαν εγκαταλείψει.
Στους καθρέφτες που κοιταχτήκαμε,

στις θάλασσες που δεν θα ταξιδέψουμε.
Στα μονοπάτια που περπατήσαμε ερωτευμένοι κι ίσως να μην ξαναγυρίσαμε από τότε.
Στη Μοίρα, στην ωραία νεότητα.
Στους διαβάτες (κι εγώ πού πήγαινα; κι ήταν τόσα πολλά αυτά που ζήτησα; Μα τώρα είναι αργά – ώρα να φεύγω)
Στα αποδημητικά πουλιά.
Στις ατμομηχανές που κουράστηκαν κι έγειραν το πλευρό να κοιμηθούνε.
Στις καλαμποκιές, όταν τις λούζει το φεγγάρι.
Στην αλληλογραφία ενός αγγέλου μ’ ένα παιδί.
Σ’ εκείνους που άργησαν,
σ’ αυτούς που δε θα ξανάρθουν.

 Τάσος Λειβαδίτης »Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου»