Βοκάκιος – Χίμηξε άγρια η θανατερή επιδημία.


[…] Η θανατηφόρα πανούκλα, που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της είναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει — αυτή είναι η προμετωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δε θα ’θελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς.


Ο βραχνάς της αρχής; Φανταστείτε ένα βουνό, που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπροστά στους ταξιδιώτες· μα εκεί πλάι απλώνεται ένας κάμπος, που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισσότερο, όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύντομη στενοχώρια (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευχαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δίχως καμιά υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζετε.
Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ, ακολουθώντας ένα δρόμο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτείνω, θα το ’κανα μ’ όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπορώ, δίχως να αναφερθώ σ’ εκείνη τη συμφορά, να εξηγήσω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω; Η ανάγκη με κάνει ν’ αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.
Είχε φτάσει κιόλας το σωτήριο έτος 1348 της καρποφόρας ενσάρκωσης του Υιού του Θεού, όταν, στη Φλωρεντία, ωραιότερη ανάμεσα στις περιφημότερες πόλεις της Ιταλίας, χίμηξε άγρια η θανατερή επιδημία. Η πανούκλα, είτε στάθηκε έργο της αστρικής επιρροής, είτε αποτέλεσμα των παρανομιών μας, οπότε ο Θεός, μέσα στον δίκαιο θυμό Του, την ξαπόλησε πάνω στους ανθρώπους για να τιμωρήσει τα κρίματά μας, πάντως είχε εκδηλωθεί, μερικά χρόνια πρωτύτερα, στις χώρες της Ανατολής και είχε γίνει αιτία να χαθούν αμέτρητες ανθρώπινες ζωές. Ύστερα, ασταμάτητα, πλησιάζοντας ολοένα, είχε απλωθεί, για την κακή μας τύχη, προς τη Δύση. Κάθε προφύλαξη αποδείχτηκε ατελέσφορη. Άδικα οι δημοτικοί υπάλληλοι καθάρισαν την πόλη από τις στοιβαγμένες ακαθαρσίες.
Άδικα απαγόρεψαν την είσοδο κάθε αρρώστου στην πόλη και πολλαπλασίασαν τις διατάξεις περί υγιεινής. Άδικα προσφύγανε —και όχι μια και δυο φορές, χίλιες φορές— στις παρακλήσεις και τις προσευχές που συνηθίζονται στις λιτανείες, καθώς και στις άλλες, που ο κάθε πιστός αναπέμπει στο Θεό. Κανένα αποτέλεσμα. Από τις ανοιξιάτικες κιόλας μέρες της χρονιάς που προανέφερα, η φριχτή θεομηνία άρχισε ξαφνικά τις φοβερές καταστροφές της.
Εδώ, όμως, δεν ήταν όπως στην Ανατολή, όπου η αιμορραγία της μύτης ήταν σίγουρο σημάδι αναπόφευκτου θανάτου. Σ’ εμάς, στην αρχή της επιδημίας, τόσο στους άντρες όσο και στις γυναίκες, φανερώνονταν κάτι οιδήματα στους βουβώνες ή στη μασχάλη: άλλα γίνονταν μεγάλα σαν ένα συνηθισμένο μήλο, άλλα σαν αυγό, άλλα λίγο μεγαλύτερα ή λίγο μικρότερα. Ο κοσμάκης τα ’λεγε «βουβώνες». Ύστερα, από τα δυο μέρη όπου είχαν εμφανιστεί στην αρχή, οι βουβώνες δεν άργησαν, για να σπείρουν το θάνατο, να βγαίνουν σε οποιοδήποτε μέρος του κορμιού. Έπειτα, τα συμπτώματα της αρρώστιας εξελίχθηκαν σε βούλες μαύρες ή ωχρές, που σε πολλούς εμφανίζονταν στα μπράτσα, στα μεριά και σε διάφορα άλλα σημεία, άλλοτε μεγάλες και αραιές, άλλοτε πυκνές και μικρές. Όπως ο βουβώνας ήταν στην αρχή —κι εξακολουθούσε να ’ναι— ένδειξη βέβαιου θανάτου, το ίδιο ήταν και για όσους είχαν αυτές τις βούλες.
Όσο για τη θεραπεία της αρρώστιας, δεν υπήρχε αποτελεσματικό φάρμακο για να γίνει καλά ο άρρωστος ή για να ξαλαφρώσει κάπως. Ο χαρακτήρας της αρρώστιας να ’ταν τέτοιος; Να ’φταιγαν οι γιατροί; Ξέχωρα από τους διπλωματούχους γιατρούς, ξεφύτρωναν σε απίστευτα μεγάλο αριθμό ένα σωρό άντρες και γυναίκες, που έκαναν το γιατρό δίχως να ’χουν καθόλου ιατρικές γνώσεις. Να ‘χαν η αμάθεια τους ανίκανη να ανακαλύψει τη ρίζα του κακού και να βρει το κατάλληλο φάρμακο; Πάντως, οι θεραπείες ήταν σπάνιες, και μέσα σε τρεις μέρες από τότε που εμφανίζονταν τα συμπτώματα, γρηγορότερα ή αργότερα, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά γενικά δίχως πυρετό και δίχως άλλη φανερή ενόχληση, πέθαιναν όλοι σχεδόν όσοι προσβάλλονταν.
Η επιδημία επιδεινώθηκε από το γεγονός πως οι άρρωστοι, από την καθημερινή επαφή τους με τους υγιείς, τούς μόλυναν κι αυτούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τη φωτιά, που θρέφεται από όσες ξερές ή λιπαρές ύλες βρίσκονται εκεί κοντά. Αυτό που είχε συμβάλει στη διάδοση της συμφοράς, δεν ήταν μονάχα πως ο συγχρωτισμός και η συνομιλία με τους αρρώστους τη μετέδιδαν στους υγιείς, προκαλώντας το θάνατό τους, αλλά και το ότι η επαφή με τα ρούχα ή με ότι είχαν αγγίξει οι πανουκλιασμένοι, φαινόταν να μεταδίδει την αρρώστια.
Ακούστε τώρα το θαύμα που θα σας διηγηθώ. Κι αν δεν το ’χα δει, όπως και πολλοί άλλοι, με τα ίδια μου τα μάτια, δύσκολα θα τολμούσα να το πιστέψω, κι ακόμα περισσότερο να το γράψω, έστω κι αν το ’χα ακούσει από αξιόπιστα πρόσωπα. Η αρρώστια μεταδιδόταν από τον έναν στον άλλο με τόση ένταση και φυσικότητα, που όχι μονάχα η μόλυνση είχε διάφορες παραλλαγές από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά εμφανιζόταν κι ένα φαινόμενο περισσότερο εκπληκτικό, που διαπιστώθηκε μάλιστα πολλές φορές. Αν ένα αντικείμενο, που ανήκε σ’ έναν άρρωστο ή σ’ ένα θύμα της πανούκλας, τύχαινε να το αγγίξει ένα πλάσμα δίχως καμιά σχέση με το ανθρώπινο είδος, αυτό το πλάσμα όχι μονάχα προσβαλλόταν, αλλά και πέθαινε σύντομα.
Ορίστε, ανάμεσα σε άλλα, τι είδαν τα μάτια μου — σας το ’χω πει πιο πάνω— μια μέρα. Είχαν πετάξει στον δημόσιο δρόμο τα κουρέλια κάποιου δύστυχου που είχε πεθάνει από την επιδημία. Δυο χοίροι έπεσαν πάνω τους —το ’χουν συνήθειο αυτά τα ζώα— τα ποδοπάτησαν, τα ’πιασαν με τα δόντια τους, έτριψαν πάνω τα μουσούδια τους. Σχεδόν αμέσως, θαρρείς και δηλητηριάστηκαν, κι οι δυο τους φανερώνουν σημάδια ζαλάδας και πέφτουν νεκροί πάνω στα κουρέλια που είχαν τραβολογήσει για το χαμό τους.
Αυτά τα επεισόδια, και πολλά άλλα του ίδιου χαρακτήρα, αν όχι και χειρότερα, γέννησαν σε όσους ήταν ακόμα ζωντανοί, κάθε λογής φανταστικούς πανικούς. Και όλοι οι πανικοί κατέληγαν στο ίδιο αξιοθρήνητο αποτέλεσμα: να φεύγει ο κόσμος μακριά από τους αρρώστους και το περιβάλλον τους. Στη σκέψη όλων, αυτό ήταν το μόνο μέσον για να σωθούν.
Μερικοί φαντάζονταν πως μια ζωή λιτή και αποχής από κάθε περιττό επιβαλλόταν για την καταπολέμηση μιας τόσο φοβερής επιδημίας. Σχημάτιζαν λοιπόν μια παρέα και ζούσαν μακριά απ’ όλους τους άλλους. Συγκεντρωμένοι και κλεισμένοι μέσα σε σπίτια όπου δεν υπήρχαν άρρωστοι κι όπου η ζωή περνούσε ευχάριστα, έτρωγαν με μέτρο ελαφρά φαγητά κι έπιναν εξαίσια κρασιά, απέφευγαν κάθε ευκαιρία κραιπάλης και ακολασίας, δεν άφηναν κανέναν να τους μεταδώσει νέα απ’ έξω σχετικά με την αρρώστια ή με θανάτους, και αρκούνταν να περνούν την ώρα τους με μουσική ή με όποια άλλη διασκέδαση μπορούσαν.
Άλλοι περνούσαν διαφορετική ζωή: να παραδίνονται αχαλίνωτα στο πιοτό και στις ηδονές, να τριγυρνούν στην πόλη γλεντώντας και με το τραγούδι στα χείλια, να ικανοποιούν όσο περισσότερο μπορούν τα πάθη τους, να γελούν και να παίρνουν στο αστείο τα πιο θλιβερά γεγονότα — αυτό ήταν, κατά τη γνώμη τους, το πιο σίγουρο φάρμακο γι’ αυτή τη φριχτή αρρώστια. Για να περάσουν από μια τέτοια θεωρία στην πράξη, πήγαιναν μέρα νύχτα από ταβέρνα σε ταβέρνα, πίνοντας δίχως ντροπή και μέτρο. Μα ήταν πολύ χειρότερα στις ιδιωτικές κατοικίες, φτάνει να ’βρισκαν αφορμή για γλέντι. Άλλωστε, τίποτα δεν ήταν ευκολότερο. Έχαναν κάθε ελπίδα πως θα ζήσουν, κι άφηναν στο έλεος της τύχης και τα αγαθά τους και τον εαυτό τους.
Τα περισσότερα σπίτια κατάντησαν «μπάτε, σκύλοι, αλέστε», ξένοι είχαν εγκατασταθεί σαν αφεντικά, και εννοείται πως, κοντά στη σκαιότητα της διαγωγής τους, απέφευγαν πάση θυσία και τους πανουκλιασμένους. Αλίμονο! Μες στη μεγάλη θλίψη και τη συμφορά όπου βούλιαζε η πόλη μας, το κύρος και η επιβολή των θεϊκών και των ανθρώπινων νόμων είχε ολότελα θρυμματιστεί και καταρρεύσει. Οι θεματοφύλακες και οι λειτουργοί του νόμου, ή άρρωστοι ήταν ή είχαν πεθάνει ή είχαν τόσο μεγάλη έλλειψη από βοηθούς, που τους ήταν αδύνατον να ενεργήσουν. Ο καθένας λοιπόν ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει.

***

Απόσπασμα από το “Δεκαήμερο” του Βοκάκιου
Αντικλείδι , https://antikleidi.com