Η καραντίνα και οι γιαγιάδες της Πίνδου

Τρεις γιαγιάδες που ζουν σε χωριό της Πίνδου είναι οι πρωταγωνίστριες αφιερώματος στην «Καθημερινή» για την πανδημία και τον τρόπο που την έζησε η ελληνική ύπαιθρος.
Τρεις γυναίκες της Πίνδου που ζουν ολομόναχες, όπως και πολλές άλλες στα χωριά της Ηπείρου.
Πέρασαν πολέμους, φτώχεια, ξενιτεμούς, επιβίωσαν σε δύσκολες έως και δραματικές συνθήκες, και στο λυκόφως της ζωής τους έμελε να κληθούν να πολεμήσουν έναν ύπουλο, αλλόκοτο εχθρό.
Μόλις την περασμένη Δευτέρα, έσμιξαν και οι τρεις «στης Πολυξένης». Ανηφόρισαν, κατά μόνας, και κάθισαν στο πεζούλι κρατώντας τις αποστάσεις…

Η μία πέρασε κατά τέσσερα χρόνια τον πήχυ των ενενήντα και τρέχει για τα εκατό. Η άλλη κλείνει τα ογδόντα έξι και η τρίτη σκαρφαλώνει για τα ογδόντα. Χήρες και με σκληρή δουλειά στη διαδρομή της ζωής τους, χωρίς κοντινούς συγγενείς πλάι τους, βιώνουν τη φουρτούνα του κορωνοϊού ολομόναχες σ’ ένα ορεινό χωριό της Πίνδου. Από εκείνα που οι πόλεμοι και η μετανάστευση ερήμωσαν και η λαλιά νεογέννητου παιδιού έχει ν’ ακουστεί πολλά χρόνια. Μόνο οι πένθιμοι ήχοι της καμπάνας θυμίζουν ότι ένας ένας οι λιγοστοί άνθρωποι, υπερήλικοι στη συντριπτική πλειονότητα, «φεύγουν».
Η καραντίνα δεν τις πνίγει, γιατί τη ζουν ούτως ή άλλως, χρόνια τώρα, στο ερημωμένο χωριό τους, για διαφορετικούς λόγους. Ενας λόγος παραπάνω που πρέπει να την τηρήσουν είναι και γιατί «το λέει ο Τσιόδρας». Κάθε απόγευμα, στις έξι, στήνονται στην τηλεόραση για να τον ακούσουν.
Ο λόγος του είναι γι’ αυτές νόμος. Σπάνια πηγαίνει η μία στο σπίτι της άλλης και η σύντομη συνάντηση γίνεται σε ανοιχτό χώρο, στην αυλή και σε απόσταση, για την αποφυγή «συγχρωτισμού». Ποιος συγχρωτισμός; Το ότι είναι τρεις όλες κι όλες καμία σημασία δεν έχει, αφού «το είπε ο Τσιόδρας».
Ο Τσιόδρας είναι γι’ αυτές «άστρο φωτεινό», που τις οδηγεί στη μάχη για την επιβίωση απέναντι σ’ έναν εχθρό που αισθάνονται ότι τις απειλεί και τα μόνα όπλα που διαθέτουν είναι οι οδηγίες του «καλού αυτού ανθρώπου». Είναι μόνες και ο φόβος πως, αν νικηθούν, ίσως να μη βρεθεί δικός τους άνθρωπος να τους «κλείσει τα μάτια», τις κάνει να τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια τις «ντιρεκτίβες» του.
Ζυμώνουν οι ίδιες, «όπως παλιά», το ψωμί, αντί να το αγοράσουν από τον πλανόδιο «ψωμά» (όταν στη χάση και στη φέξη εμφανιστεί), φοβούμενες ότι μπορεί να τους μεταδώσει τον «τρισκατάρατο» ιό, όπως δεν ψωνίζουν, για τον ίδιο λόγο, και από τον διερχόμενο, αραιά και πού, «φρουτά». Τρώνε αποκλειστικά τα χόρτα και τα λαχανικά από τον κήπο τους. Τις τρομάζουν όσα παρακολουθούν στην τηλεόραση να γίνονται «εκεί στην πόλη», με τις αλόγιστες συναθροίσεις, τα ομαδικά γλέντια και τον συνωστισμό στις παραλίες και σε στιγμές απόγνωσης δεν διστάζουν να μουντζώνουν στο «γυαλί» με αυτά που βλέπουν. Είναι αδιανόητο για εκείνες να μην συμμορφώνονται με αυτά που λέει ο Τσιόδρας, που «κάτι περισσότερο ξέρει».
Πέρασαν πολέμους, φτώχεια, ξενιτεμούς, επιβίωσαν σε δύσκολες έως και δραματικές συνθήκες, και στο λυκόφως της ζωής τους έμελε να κληθούν να πολεμήσουν έναν ύπουλο, αλλόκοτο εχθρό, με όπλο την εμπιστοσύνη στην επιστημονική γνώση, όπως την εκφράζει ο σεμνός και αξιολάτρευτος, ειδικά σε αυτές τις ηλικίες, Σωτήρης Τσιόδρας.
Ετσι, μόλις τη Δευτέρα, οπότε ανήγγειλε «τους ζυγούς λύσατε» (υπό όρους), έσμιξαν και οι τρεις «στης Πολυξένης». Ανηφόρισαν, κατά μόνας, φορτωμένες οι δύο με εκατόν ογδόντα χρόνια στους ώμους, και κάθισαν στο πεζούλι κρατώντας τις αποστάσεις, όπως υπέδειξε ο καθηγητής.
«Είδαν πολλά τα μάτια μας, θα το περάσουμε και τούτο το κακό», λένε. Καμία σημασία δεν έχει το όνομα του χωριού, ούτε επιπλέον στοιχεία των τριών γυναικών χρειάζονται. Ενας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος της γαλήνης, στην ορεινή επαρχία, δίνει σε συνθήκες μοναξιάς, με εμπιστοσύνη στους ειδικούς, τη μάχη εναντίον (και) «ετούτου του διαβόλου». Με καρτερικότητα, όπως έμαθε μια ζωή.