-Μετά από 2-3 μήνες θα γνωρίζουμε αν η Ελλάδα χρειαστεί (ξανά) νέο Μνημόνιο

Μελετη της διαΝΕΟσις--Επειγόντως μέτρα στήριξης «πριν να είναι αργά», επισημαίνεται στην έκθεση

Μια νέα οπτική στην διεθνή και την ελληνική οικονομική κρίση, ρίχνει ειδική μελέτη που δημοσιεύει ο ερευνητικός οργανισμός «διαΝΕΟσις«.  Το άρθρο με τίτλο «Η Ελληνική Οικονομία Μετά Το Lockdown – Οι μηχανισμοί που δρουν στην οικονομία, οι ευκαιρίες και οι παγίδες», υπογράφουν η κ. Φαίη Μακαντάση και  ο κ.Ηλίας Βαλέντης.
Εκεί καταγράφονται όλες οι δυσμενείς ως τώρα προβλέψεις και εκτιμήσεις για τη χώρα μας. Όπως προκύπτει πάντως, τα πραγματικά δεδομένα που έχουν καταγραφεί ως τώρα, δεν επαρκούν για να επιβεβαιώσουν ή όχι τις προβλέψεις. Αντιθέτως θα πρέπει  να υπάρξει επικαιροποίηση
και επανέλεγχος των προβλέψεων, μόλις υπάρξουν και αξιόπιστα δεδομένα, ενδεχομένως 2 ή και 3 μήνες αργότερα. Από την άλλη, σύμφωνα οι συνεχείς αρνητικές προβλέψεις πλήττουν την καταναλωτική εμπιστοσύνη, ακυρώνοντας  έτσι και έναν παράγοντα διαφυγής από την ύφεση.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους συντάκτες  του άρθρου, στην κρίση αναμένεται να κυριαρχήσουν δύο τουλάχιστον βασικοί μηχανισμοί:
(Α) Ο πρώτος είναι ένας μηχανισμός πολλαπλασιαστικής επιδείνωσης της ύφεσης, ο οποίος πολλαπλασιάζει και συντηρεί το αρχικό πρόβλημα, οδηγώντας σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και  καθοδικό σπιράλ την Οικονομία. Προκύπτει από την αδυναμία των φορέων της οικονομίας, κυρίως από τη μεριά της προσφοράς (δηλαδή των επιχειρήσεων) να αντέξουν ένα εντατικό lockdown μεγάλης διάρκειας. Συγκεκριμένα, όσο ισχυρότερα και μεγαλύτερης διάρκειας είναι τα περιοριστικά μέτρα, τόσο δυσκολότερο είναι οι επιχειρήσεις να ανταπεξέλθουν και συνεπώς τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για οικονομική ενίσχυσή τους. Ειδικά οι επιχειρήσεις μικρής συνολικής κεφαλαιοποίησης που είτε έχουν μεγάλο καθαρό δανεισμό , είτε δραστηριοποιούνται στις λιανικές υπηρεσίες και στο εμπόριο είναι ιδιαίτερα εύκολο να υπερβούν τις αντοχές τους.
«Εάν η οικονομική ενίσχυση δεν μπορεί να σταθεί στο αναγκαίο ύψος, λόγω παραδείγματος χάριν έλλειψης επαρκούς δημοσιονομικού χώρου, είναι αναπόφευκτο να κλείσουν κάποιες από αυτές» τονίζεται στην Έκθεση. «Αυτό σημαίνει ότι θα ρευστοποιηθεί ένα μέρος του εγκατεστημένου φυσικού κεφαλαίου, θα μειωθούν τα κίνητρα για νέες επενδύσεις, θα μειωθεί η απασχόληση του εργατικού δυναμικού και κατά συνέπεια θα μειωθεί η συνολική εγχώρια ζήτηση. Δεδομένου ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν την απαραίτητη ανταγωνιστικότητα ώστε να καλύψουν την απώλεια της εγχώριας ζήτησης μέσω τους διεθνούς εμπορίου, θα πιέζονται ακόμα περισσότερο και έτσι θα ανατροφοδοτείται ο παραπάνω μηχανισμός» τονίζουν οι συντάκτες.
(Β) αντίρροπος υπέρ της Ανάπτυξης όμως, αλλά από την πλευρά της ζήτησης (δηλαδή των καταναλωτών), ο άλλος μηχανισμός μπορεί υπό όρους να δράσει ανασχετικά της ύφεσης: στη διάρκεια του lockdown οι καταναλωτικές τάσεις των ιδιωτών περιορίζονται, ενώ παράλληλα γίνεται αναπόφευκτα και αποταμίευση (όπως προκύπτει και από τα στοιχεία των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων που σημείωσαν αύξηση 4,3 δισ. στους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο). Μετά το lockdown, η αναβληθείσα αυτή κατανάλωση μπορεί να πραγματοποιηθεί μαζικά, ενισχύοντας δυναμικά τη ζήτηση.
Και για να συμβεί αυτό όμως, οι συντάκτες του άρθρου τονίζουν πως «απαιτείται η μέγιστη διατήρηση των οικονομικών δυνατοτήτων των νοικοκυριών κατά τη διάρκεια του lockdown και η εδραίωση ενός γενικευμένου ευνοϊκού αισθήματος μετά από αυτό (…) Εάν το πρώτο φαντάζει ιδιαίτερα δύσκολο και δημοσιονομικά δαπανηρό, πρέπει να επισημανθεί ότι το δεύτερο είναι εξαιρετικά δυσκολότερο, εξαιτίας του καταιγισμού αρνητικών εκτιμήσεων και των συνεχών αναθεωρήσεών τους, που αποτελούν τροχοπέδη για την διάδοση ενός τέτοιου κλίματος» αναφέρουν οι συντάκτες, τονίζοντας την σημασία της αρνητικής ψυχολογίας και την ανάγκη συνεχούς οικονομικής στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών από το κράτος.

Στο βάθος… Μνημόνιο

Από την Έκθεση προκύπτει ότι παρά την αρνητική ψυχολογία, οι Έλληνες είναι πολύ πιο αισιόδοξοι έναντι άλλων ευρωπαίων: «Η πορεία του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος δείχνει την πρωτοφανούς μεγέθους επιδείνωση στις οικονομικές προσδοκίες. Από τις 113,2 μονάδες που είχε φτάσει τον Φεβρουάριο, τη μέγιστη επίδοση της ελληνικής οικονομίας από τον Δεκέμβριο του 2000, έπεσε μέσα σε τρεις μήνες στις 88,5  μονάδες τον Μάιο, το χειρότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2015. Παρά τη δριμύτατη αυτή μείωση, όμως, το επίπεδο των 88,5 μονάδων είναι η καλύτερη επίδοση από όλες τις χώρες που μετριέται αυτός ο δείκτης, ήτοι τις χώρες μέλη της Ε.Ε., τις υπό ένταξη χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο» τονίζουν.
Παρόλα αυτά, οι ίδιοι υπογραμμίζουν για τις αρνητικές οικονομικές προβλέψεις επίσημων ή ιδιωτικών φορέων, ότι «οι έως τώρα εκτιμήσεις έχουν βασιστεί εν πολλοίς ή εν συνόλω σε μαθηματικές προσομοιώσεις θεωρητικών μακροοικονομικών μοντέλων. Δεν υπάρχουν ακόμα επαρκή πραγματικά δεδομένα, προκειμένου να υπάρξει έστω μια ακριβής βαθμονόμηση των παραπάνω μοντέλων». Και συμπληρώνουν πως «όταν θα υπάρξει εισροή περαιτέρω πραγματικών μετρήσεων για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο, αναμφισβήτητα θα έχουμε επικαιροποίηση όλων αυτών των εκτιμήσεων και πιθανόν να αλλάξουν αρκετά».
Προειδοποιούν όμως και ότι «στην περίπτωση που η πλάστιγγα γείρει έντονα υπέρ του φαύλου κύκλου, και κατά συνέπεια θιγεί η παραμικρή δυνατότητα του ενάρετου μηχανισμού να περιορίσει έστω και εν μέρει τη μεγάλη ύφεση, η κρίση θα υπερβαίνει πλέον τις μέγιστες αντοχές της ελληνικής οικονομίας και τη μέγιστη χωρητικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής», δηλαδή δεν θα επαρκούν τα όποια μέτρα «και έτσι ένας επιπλέον μηχανισμός, αυτός της γνωστής μας κρίσης χρέους, θα ενεργοποιηθεί, υποσκάπτοντας κάθε ελπίδα για επάνοδο άνευ σημαντικής εξωτερικής βοήθειας –νέο μνημόνιο».
Για να μη συμβεί αυτό, συστήνουν να αξιοποιηθεί «ένας ανέλπιστος βοηθός (…) ένα χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας που αποτελεί ταυτόχρονα ένα διαχρονικό και δομικό πρόβλημά της: η μεγάλη εξάρτηση από την εγχώρια ζήτηση»!
Και συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν:
–          η οικονομία μας διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς ζήτησης στον δυτικό κόσμο
–          η χαμηλή έκθεση της ελληνικής μεταποίησης (βιομηχανίας) σε διεθνείς αλυσίδες αξίας και γενικότερα ο μικρός βαθμός εξωστρέφειας των επιχειρήσεων μειώνουν τον κίνδυνο ενός ιλιγγιώδους bailout. Με άλλα λόγια, ένα διαρκές μειονέκτημα της ελληνικής οικονομίας καθίσταται σε τρέχον πλεονέκτημα.
–          δύο από τις χώρες με τη χειρότερη υγειονομική εξέλιξη της πανδημίας να είναι οι βασικοί μας τουριστικοί ανταγωνιστές: η Ιταλία και η Ισπανία.
Όπως τονίζουν, αυτοί είναι μεταξύ άλλων «παράγοντες που είναι σκόπιμο η χώρα μας να προσπαθήσει να αξιοποιήσει προς όφελος της στο προσεχές διάστημα, προκειμένου να ενεργοποιήσει τον θετικό μηχανισμό που θα πυροδοτήσει τον ενάρετο κύκλο» καταλήγουν οι συντάκτες του άρθρου.
Μεταξύ άλλων επίσης στο άρθρο εμπεριέχονται και στοιχεία όπως:
–          Σύμφωνα με την έρευνα της διαΝΕΟσις «Πώς Ζουν Οι Έλληνες Στην Πανδημία», οι Έλληνες δήλωσαν κατά τη διάρκεια του lockdown ότι αισθάνονται αισιόδοξοι σε ποσοστό 40% και ότι τα πράγματα στη χώρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση σε ποσοστό 86%, αλλά σε ποσοστό 41% δήλωσαν ότι τα εισοδήματά τους είχαν μειωθεί και σε ποσοστό 47% ότι δεν συνέχιζαν να εργάζονται κανονικά, έστω και εξ αποστάσεως.
–          Μία σύνοψη από τις επίσημες προβλέψεις που ανακοινώνονται ως τώρα και συγκλίνουν προς μια μάλλον δυσοίωνη για την ελληνική οικονομία κεντρική πρόβλεψη. Οι περισσότερες από αυτές τις εκθέσεις προβλέπουν, στο βασικό τους σενάριο, ότι η ύφεση φέτος θα βρίσκεται μεταξύ του 6 και του 13%, με την οικονομία να φτάνει στα προ κορωνοϊού επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας κατά τις αρχές του 2022.
Πίνακας 1. Οι τελευταίες εκτιμήσεις για τη μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας από τους κυριότερους επίσημους φορείς*

* H τελευταία έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) αφορούσε την προ-κορωνοϊού πραγματικότητα, ενώ η προσεχής (περιοδική) της έκθεση της αναμένεται τον Ιούλιο. Σύμφωνα με αναφορά του διοικητή της ΤτΕ, κατά τη διαδικασία ανανέωσης της θητείας του στη Βουλή (25/5/2020), το βασικό σενάριο της ΤτΕ προβλέπει ύφεση 6% το 2020 (εύρος εναλλακτικών σεναρίων: 4,5%-9,5%) και μεγέθυνση 5,5% το 2021.
–          Πίνακας 2. Οι τελευταίες εκτιμήσεις για τη μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας από τους κυριότερους ιδιωτικούς φορείς

/kourdistoportocali.com