ΓΙΑΤΙ ο Μητσοτάκης παίζει (ακόμη) χωρίς «αντίπαλο»...


Τα προβλήματα της κυβέρνησης είναι πολλά, αλλά της αντιπολίτευσης είναι περισσότερα. 
Αυτές τις ημέρες συμπληρώνεται ένας χρόνος από τις εκλογές και η δημόσια ζωή του τόπου είναι βουτηγμένη στο βούρκο, η αβεβαιότητα απλώνεται σε όλους τους τομείς και μια νέα κρίση έχει ξεκινήσει. 
Παρά ταύτα η κυριαρχία της ΝΔ δεν αμφισβητείται από κανέναν, χωρίς μάλιστα να φαίνεται στον ορίζοντα κάτι ικανό να την απειλήσει.

Σε αντίθεση με το πρόσφατο παρελθόν, για πρώτη φορά μια κυβέρνηση σβήνει το πρώτο της κερί έχοντας αφήσει πολύ πίσω τους πολιτικούς αντιπάλους της. Από την έναρξη του μνημονιακού κύκλου προ δεκαετίας η φθορά συσσωρευόταν, κάθε φορά, από τους πρώτους κιόλας μήνες της διακυβέρνησης. 

Ακόμη και το 2015 που η οργή για τη συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ είχε χτυπήσει κόκκινο στο εκλογικό σώμα, η αντίστροφη μέτρηση για τον ΣΥΡΙΖΑ άρχισε αμέσως και τελικώς αποδείχθηκε ότι οι δεύτερες εκλογές του Σεπτεμβρίου δεν ανανέωσαν την ισχύ του αλλά ...
στην πραγματικότητα αναχαίτισαν την πτώση του. 

Και καθώς η τετραετία που ακολουθούσε ήταν καθαρή, μπόρεσε να διατηρηθεί στην εξουσία έως τα μέσα του 2019. Από την εκλογή νέας ηγεσίας στη ΝΔ -υπό τον Κ. Μητσοτάκη- στις αρχές του 2016 και μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να βρεθεί ξανά στην πρώτη θέση.

Αυτό που παρατηρείται τώρα είναι ότι παρά τη φθορά της, τις ανακολουθίες και τις εσωτερικές τριβές της η ΝΔ εξακολουθεί -δημοσκοπικά τουλάχιστον- να διατηρεί τα εκλογικά ποσοστά της στα επίπεδα του 40%, με τον ΣΥΡΙΖΑ να συγκρατείται ασθμαίνοντας πάνω από το 20%. 

Η συζήτηση για την αξιοπιστία των μετρήσεων είναι βεβαίως γνωστή όπως επίσης είναι προφανής και ο ρόλος που παίζουν τα μέσα ενημέρωσης ιδιαίτερα τα τηλεοπτικά. 

Όταν μάλιστα το σκάνδαλο της διανομής των 20 εκατ. ευρώ με πρόσχημα την καμπάνια για την αντιμετώπιση του κορονοϊού εξελίσσεται σε διαρκές, η τράπουλα γίνεται ακόμη πιο σημαδεμένη. 

Ωστόσο τηρουμένων των αναλογιών όλες οι κυβερνήσεις, μηδέ του ΣΥΡΙΖΑ εξαιρουμένου, χρησιμοποιούσαν καθεστωτικές μεθόδους για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης και την αποδυνάμωση της αντιπολίτευσης. Στο ίδιο πλαίσιο τα εκάστοτε σκάνδαλα έπαιζαν κι αυτά το ρόλο τους είτε για να μένουν οι αντίπαλοι σε ομηρία, είτε για να προωθείται ο συμψηφισμός.

Υπό την έννοια αυτή θεωρείται -ακόμη και από στελέχη της- ότι η αντιπολίτευση αναζητά άλλοθι σε αυτές τις αιτίες για τις δικές της αδυναμίες και ανεπάρκειες, Θεωρείται μια μορφή στρουθοκαμηλισμού

Ακόμη και η σήψη που αναδύεται από τη σκανδαλολογία απλώνεται οριζόντια επαναφέροντας τη διαχρονική λογική, που ανθεί σε περιόδους έξαρσης, ότι “όλοι ίδιοι είναι”. 

Ενώ μάλιστα ειδικά τους τελευταίους μήνες με αφορμή την πανδημία χρεώνονται στην κυβέρνηση σειρά αδιαφανών αποφάσεων, αυτή που έχει καταφέρει να βρίσκεται αντιμέτωπη -ακόμη και εσωτερικά- με το αίτημα της “κάθαρσης” είναι η αντιπολίτευση. Μπορεί εξαιτίας αυτών των φαινομένων να βουλιάζει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα αλλά ο μιθριδατισμός και η ανοσία βοηθούν την κυβέρνηση να επιπλέει, χάρη και στους μηχανισμούς εξουσίας, καλύτερα. 

Όταν το κοινωνικό σώμα, εξαντλημένο και απηυδισμένο από τους διαρκείς κύκλους φθοράς και διαφθοράς, αποστασιοποιείται και απέχει, σπανίως ευνοείται η αντιπολίτευση.

Εκμεταλλευόμενος αυτονόητα τη συγκολλητική ουσία της εξουσίας για να καλύπτει και τα εσωτερικά προβλήματα της παράταξής του ο Κ. Μητσοτάκης, διαθέτει ένα ακόμη πλεονέκτημα όσο στέρεο και μακροπρόθεσμο (δεν) μπορεί να είναι αυτό. 

Πέραν αυτού την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να βρει εάν είναι “κεντροαριστερό” ή “αριστερό” κόμμα, συνεχίζει τις κινήσεις για να αποσπάσει τη μερίδα του λέοντος από το εναπομείναν κέντρο ενώ ταυτόχρονα δεν αντιμετωπίζει, τουλάχιστον προς ώρας, σοβαρές απειλές από τα δεξιά του. 

Ήδη λέγεται ότι στον επικείμενο ανασχηματισμό, που δεν αναμένεται να είναι βαθύς και ριζικός, ούτε να μεταβάλλει τις βασικές εσωτερικές ισορροπίες, οι διορθωτικές κινήσεις που θα γίνουν θα δίνουν αυτό το στίγμα του περαιτέρω “κεντρώου” ανοίγματος. Όπως αναφέρουν συνομιλητές του Μεγάρου Μαξίμου, στρατηγικός στόχος παραμένει η σταδιακή απορρόφηση του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου που μέσω διαφόρων κατά καιρούς σχημάτων και εκφράσεων κυμαίνεται γύρω στο 5% και αρέσκεται να προσδιορίζεται ως “εκσυγχρονιστικό” από την εποχή του Κ. Σημίτη. Ακόμη και τα ανοίγματα στους “δικαιωματιστές” και τους ΛΟΑΤΚΙ, όπως εκφράστηκαν με διάφορους τρόπους το τελευταίο διάστημα δια στόματος και του ιδίου του πρωθυπουργού, εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.

Η ικανοποίηση που νιώθει -μάλιστα σε βαθμό “αυτοκρατορισμού” όπως σημειώνουν σκωπτικά ορισμένοι- ο κ. Μητσοτάκης οφείλεται κατά βάθος στο ότι συνεχίζει, ένα χρόνο μετά τις εκλογές, να παίζει χωρίς αντίπαλο. 

Έχει μάλιστα το περιθώριο να “παίζει” και με την κ. Γεννηματά, όπως έκανε την περασμένη Παρασκευή στην Βουλή, δίνοντας της τεχνηέντως πόντους ως αντιπάλου, προκειμένου το ΚΙΝΑΛ να αλιεύσει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που δεν πρόκειται να πάνε στη ΝΔ. 

Ο κ. Τσίπρας από την πλευρά του δεν βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με μια επί του παρόντος λανθάνουσα αμφισβήτηση από ένα σημαντικό τμήμα δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ που όπως υποστηρίζεται χαρακτηριστικά προτιμούν για ευνόητους λόγους ένα “μεγάλο κόμμα αντιπολίτευσης” από ένα ένα κόμμα που “κυβερνά”

Το πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικές που εφάρμοσε ως κυβέρνηση την περίοδο 2015-2019 ο ΣΥΡΙΖΑ, όσες δικαιολογίες κι αν επικαλείται για τις έκτακτες συνθήκες που διαχειρίστηκε λόγω των μνημονίων, του έχουν στερήσει την “έξωθεν καλή μαρτυρία” της σημερινής κριτικής προς τη ΝΔ. 

Με δεδομένες τις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία, τη φορολογική αφαίμαξη της κοινωνίας, την όξυνση του μεταναστευτικού, τη δραματική χαλάρωση στην αστυνόμευση και τη δημόσια ασφάλεια, τις υποχωρήσεις στα εθνικά θέματα και κυρίως τη συμφωνία των Πρεσπών, η αξιωματική αντιπολίτευση του 2020 δεν έχει να αντιτάξει ριζικά διαφορετικές πολιτικές επιλογές απέναντι στον κ. Μητσοτάκη. 

Αντιθέτως, σε πολλούς τομείς η ΝΔ φαίνεται να συνεχίζει εκεί που σταμάτησε η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα πριν από έναν χρόνο. 

Γι αυτό και το ζητούμενο, πέρα από τις πρόχειρες και επιφανειακές προσεγγίσεις, είναι προς ποια κατεύθυνση και από ποιες πλευρές, με ποια πολιτικά προτάγματα, θα εκφραστούν τα νέα ρεύματα αποτελεσματικής αμφισβήτησης της σημερινής ηγεμονίας του κ. Μητσοτάκη....

Ανδρέας Καψαμπέλης
www.dimokratianews.gr