Ο Τέλης Σαμαντάς αποχαιρετά τον John Le Carre--Δεν βλέπω πολλούς ανθρώπους. Γράφω, περπατάω, κολυμπάω και πίνω

Φέρομαι σαν άνθρωπος του καλού κόσμου, αλλά μεγάλωσα σε ένα θαυμαστά κακό περιβάλλον. Ο πατέρας μου ήταν απατεώνας, άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού

«Επιτρέψτε μου να σας πω λίγα πράγματα για τον εαυτό μου. Όχι πολλά, αλλά αρκετά. Τον παλιό καιρό ήταν βολικό να με παρουσιάζουν σαν συγγραφέα βιβλίων κατασκοπίας. Δεν ήμουν διόλου αυτό. Είμαι ένας συγγραφέας που όταν ήταν πολύ νέος, πέρασε λίγα άκαρπα, αλλά καθοριστικά χρόνια στις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Δεν γνώρισα τη μητέρα μου πριν φτάσω στα 21 μου χρόνια. Φέρομαι σαν άνθρωπος του καλού κόσμου, αλλά μεγάλωσα σε ένα θαυμαστά κακό περιβάλλον. Ο πατέρας μου ήταν απατεώνας, άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού. Διαβάστε το “Ένας τέλειος κατάσκοπος”.
Μισώ το τηλέφωνο. Δεν ξέρω να πληκτρολογώ. Κάνω τη δουλειά μου με το χέρι. Μένω σ’ έναν βράχο της Κορνουάλης και μισώ τις πόλεις. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην πόλη είναι το περισσότερο που μπορώ να αντέξω. Δεν βλέπω πολλούς ανθρώπους. Γράφω, περπατάω, κολυμπάω και πίνω. Εκτός από την κατασκοπία, στα νιάτα μου πούλησα πετσέτες, χώρισα, έπλυνα ελέφαντες, το έσκασα από το σχολείο, αποδεκάτισα ένα κοπάδι ουαλικά πρόβατα με ένα βλήμα των είκοσι πέντε, επειδή ήμουν τόσο κουτός που δεν κατάλαβα τις οδηγίες του αξιωματικού του πυροβολικού, δίδαξα παιδιά σε ένα ειδικό σχολείο. Εχω τέσσερις γιους και δώδεκα εγγόνια. Πάνε σαράντα χρόνια από τότε που κρέμασα τον μανδύα του μυστηρίου. Έγραψα τα πρώτα μου τρία βιβλία όσο ήμουν στοιχειό• τα υπόλοιπα δεκαεπτά όταν πια ελευθερώθηκα. Ένας καλός συγγραφέας δεν είναι ειδικός παρά μονάχα στον εαυτό του. Και αν είναι συνετός, φυλάει τα λόγια του πάνω σ’ αυτό το θέμα. Μερικοί από σας ίσως αναρωτιούνται γιατί διστάζω να ενδώσω σε συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον Τύπο. Η απάντηση είναι ότι τίποτε απ’ όσα γράφω δεν είναι αληθινό. Είναι το υλικό των ονείρων, όχι η πραγματικότητα. Κι όμως, τα Μέσα Μαζικής ενημέρωσης με αντιμετωπίζουν σαν να έχω γράψει εγχειρίδια για κατασκόπους. Σ’ έναν βαθμό κολακεύομαι που τα παραμύθια μου τα παίρνουν τόσο σοβαρά. Ωστόσο, ταυτόχρονα σιχαίνομαι τον ρόλο του γκουρού, μια και δεν έχει καμία σχέση με το ποιος είμαι και το τι κάνω. Οι καλλιτέχνες, από την εμπειρία μου το λέω, έχουν πολύ φτενό πυρήνα. Υποκρίνονται. Δεν είναι το γνήσιο πράγμα. Είναι κατάσκοποι. Κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση».
O Ντέϊβιντ Τζον Μούρ Κόρνγουελ –όπως ήταν το πραγματικό όνομα του- πέθανε πριν λίγο. Ως Τζον Λε Καρέ θα συνεχίσει να μας συντροφεύει με τα βιβλία του. Με την ανυπόκριτη γοητεία που μας ασκούσε.
 
 
 

RIP John Le Carre!
«Επιτρέψτε μου να σας πω λίγα πράγματα για τον εαυτό μου. Όχι πολλά, αλλά αρκετά. Τον παλιό καιρό ήταν βολικό να με παρουσιάζουν σαν συγγραφέα βιβλίων κατασκοπίας. Δεν ήμουν διόλου αυτό. Είμαι ένας συγγραφέας που όταν ήταν πολύ νέος, πέρασε λίγα άκαρπα, αλλά καθοριστικά χρόνια στις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Δεν γνώρισα τη μητέρα μου πριν φτάσω στα 21 μου χρόνια. Φέρομαι σαν άνθρωπος του καλού κόσμου, αλλά μεγάλωσα σε ένα θαυμαστά κακό περιβάλλον. Ο... πατέρας μου ήταν απατεώνας, άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού. Διαβάστε το "Ένας τέλειος κατάσκοπος". Μισώ το τηλέφωνο. Δεν ξέρω να πληκτρολογώ. Κάνω τη δουλειά μου με το χέρι. Μένω σ' έναν βράχο της Κορνουάλης και μισώ τις πόλεις. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην πόλη είναι το περισσότερο που μπορώ να αντέξω. Δεν βλέπω πολλούς ανθρώπους. Γράφω, περπατάω, κολυμπάω και πίνω. Εκτός από την κατασκοπία, στα νιάτα μου πούλησα πετσέτες, χώρισα, έπλυνα ελέφαντες, το έσκασα από το σχολείο, αποδεκάτισα ένα κοπάδι ουαλικά πρόβατα με ένα βλήμα των είκοσι πέντε, επειδή ήμουν τόσο κουτός που δεν κατάλαβα τις οδηγίες του αξιωματικού του πυροβολικού, δίδαξα παιδιά σε ένα ειδικό σχολείο. Εχω τέσσερις γιους και δώδεκα εγγόνια. Πάνε σαράντα χρόνια από τότε που κρέμασα τον μανδύα του μυστηρίου. Έγραψα τα πρώτα μου τρία βιβλία όσο ήμουν στοιχειό• τα υπόλοιπα δεκαεπτά όταν πια ελευθερώθηκα. Ένας καλός συγγραφέας δεν είναι ειδικός παρά μονάχα στον εαυτό του. Και αν είναι συνετός, φυλάει τα λόγια του πάνω σ' αυτό το θέμα. Μερικοί από σας ίσως αναρωτιούνται γιατί διστάζω να ενδώσω σε συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον Τύπο. Η απάντηση είναι ότι τίποτε απ' όσα γράφω δεν είναι αληθινό. Είναι το υλικό των ονείρων, όχι η πραγματικότητα. Κι όμως, τα Μέσα Μαζικής ενημέρωσης με αντιμετωπίζουν σαν να έχω γράψει εγχειρίδια για κατασκόπους. Σ' έναν βαθμό κολακεύομαι που τα παραμύθια μου τα παίρνουν τόσο σοβαρά. Ωστόσο, ταυτόχρονα σιχαίνομαι τον ρόλο του γκουρού, μια και δεν έχει καμία σχέση με το ποιος είμαι και το τι κάνω. Οι καλλιτέχνες, από την εμπειρία μου το λέω, έχουν πολύ φτενό πυρήνα. Υποκρίνονται. Δεν είναι το γνήσιο πράγμα. Είναι κατάσκοποι. Κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση».
O Ντέϊβιντ Τζον Μούρ Κόρνγουελ –όπως ήταν το πραγματικό όνομα του- πέθανε πριν λίγο. Ως Τζον Λε Καρέ θα συνεχίσει να μας συντροφεύει με τα βιβλία του. Με την ανυπόκριτη γοητεία που μας ασκούσε -και μας ασκεί.