Τα πολλαπλά “πραξικοπήματα” των Ηνωμένων Πολιτειών


Θέμης Τζήμας

Ο αμερικανικός στρατός αναδεικνύεται σε ρυθμιστή του πολιτεύματος και πρόκειται για εξέλιξη η οποία θα δηλητηριάζει για καιρό τους θεσμούς πολιτικής εξουσίας στη χώρα.

Εξ όσων έχουμε πληροφορηθεί στις ΗΠΑ διεξάγεται τουλάχιστον μια απόπειρα πραξικοπήματος: φαίνεται ότι συμμετέχουν ο αντιπρόεδρος Πενς, μέλη του προσωπικού του Λευκού Οίκου και το επιτελείο του στρατού των ΗΠΑ, που με “βελούδινο” τρόπο αποπειρώνται να ασκήσουν τις προεδρικές αρμοδιότητές (χαρακτηριστικά, όπως διαρρέουν τα μέσα ενημέρωσης, ο Τραμπ δεν ενημερώθηκε για την ανάπτυξη της εθνοφυλακής) ή έστω μέρος αυτών και ενδεχομένως να προβούν σε άμεση απομάκρυνση του νυν προέδρου από τη θέση του. Ενώ η καθαίρεση συνιστά θεσμικό δικαίωμα, η άτυπη παράκαμψη της ιεραρχίας αποτελεί ανατροπή της θεσμικής τάξης. Πρόκειται για διαδικασία η οποία προσεγγίζει εκείνες τις οποίες συχνά-πυκνά εφαρμόζουν οι ΗΠΑ σε άλλα κράτη, όπως και εκείνες σε συστήματα εξουσίας τύπου Τουρκίας.

Ο στρατός των ΗΠΑ αναδεικνύεται σε ρυθμιστή του πολιτεύματος και πρόκειται για εξέλιξη η οποία θα δηλητηριάζει για καιρό τους θεσμούς πολιτικής εξουσίας στη χώρα. Το ότι επιχαίρουν οι δήθεν φιλελεύθεροι για αυτό αποδεικνύει πόσο άγονο είναι το πολιτικό τοπίο και εκεί και φυσικά στην Ευρώπη.

Το αν ο πρόεδρος Τραμπ θα επιχειρήσει ένα δικό του πραξικόπημα μένει να φανεί, ωστόσο σήμερα δείχνει πολύ αδύναμος και απομονωμένος για να επιτύχει σε ένα τέτοιο εγχείρημα άρα και να το αποπειραθεί.

Η βίαιη είσοδος διαδηλωτών, αντιθέτως, στο Καπιτώλιο, στο βαθμό που όντως οργανώθηκε από τον Τραμπ προσομοιάζει με κινήσεις τύπου “μπυραρίας του Μονάχου” στη Γερμανία ή της μουσολινικής “πορείας προς την Ρώμη” και βεβαίως, με τις τακτικές της CIA σχετικά με πολύχρωμες “επαναστάσεις”. Πρόκειται όχι ακριβώς για απόπειρα πραξικοπήματος αλλά για απόπειρα αμφισβήτησης της νομιμότητας συγκεκριμένων θεσμών από οργανωμένες ομάδες, δια της άσκησης ακτιβιστικών δράσεων, προκειμένου άλλα τμήματα του κρατικού μηχανισμού να συνταχθούν αργότερα με υποτιθέμενες λαϊκές εξεγέρσεις. Στις ΗΠΑ. όπως όλα δείχνουν. δεν επετεύχθη ο στόχος αυτός, για διαφόρους λόγους και έτσι ο ίδιος ο πρόεδρος κάλεσε τους διαδηλωτές να αποχωρήσουν, το οποίο και έγινε.

Η αποχώρηση των διαδηλωτών αποδυνάμωσε τον επικοινωνιακό αντίκτυπο των κινήσεών τους και μένει να φανεί αν διαθέτουν σχέδιο δράσης για τις επόμενες ημέρες, όπως και για άλλες πολιτείες, πέραν της ομοσπονδιακής πρωτεύουσας. Αυτήν τη στιγμή δείχνουν να έχουν οργανωμένες ομάδες κρούσης και μια κάποια λαϊκή βάση, της οποίας η ισχύς θα δοκιμαστεί.

Παρεμπιπτόντως, και χωρίς να γινόμαστε πικρόχολοι, τα χθεσινά επεισόδια ήταν μια πολύ μικρή γεύση από γεγονότα, ενορχηστρωμένα από τις ΗΠΑ, που έχουν βιώσει άλλα κοινοβούλια ανά τον κόσμο, συχνά δε, με συμμετοχή αεροπορίας και τεθωρακισμένων.

Τα γεγονότα στην Ουάσιγκτον δείχνουν, όπως και αν ερμηνευθούν, τη βαθιά κρίση του πολιτεύματος των ΗΠΑ. Αν για όλα ευθύνεται ένας άνθρωπος, προφανώς το πολιτειακό οικοδόμημα είναι ετοιμόρροπο. Προφανώς όσοι συστημικοί δρώντες βολεύονται στη συγκεκριμένη ανάλυση δεν καταλαβαίνουν τι αυτή αποδεικνύει, αν τη θεωρήσουμε αξιόπιστη.

Αν οι αιτίες είναι βαθύτερες (όπως είναι το ορθό), ο επιφανειακός και πρόσκαιρος αντι- Τραμπισμός δεν θα αρκέσει. Χωρίς τη συρρίκνωση ανισοτήτων, χωρίς ισχυρή κοινωνία συνοχής, χωρίς αντιμετώπιση των αντιδημοκρατικών πρακτικών εντός και δια των δύο κομμάτων, χωρίς ανατροπή της ολιγαρχίας του πολύ μεγάλου πλούτου, οι αιτίες της κρίσης δεν θεραπεύονται. Αντιθέτως τις επιδεινώνει ο Covid-19 και η διαχείριση της πανδημίας με καθαρά ταξικά πρόσημα.

Η στάση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης είναι απολύτως προβληματική και ενδεικτική όλων των παραπάνω. Η στέρηση από τον πρόεδρο Τραμπ της δυνατότητας επικοινωνίας δια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (των ίδιων που κατά τα λοιπά δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη για όσα γράφονται μέσα από τις πλατφόρμες τους), με το σκεπτικό ότι αυτός προτρέπει στη βία – κάτι που δεν συνέβη, τουλάχιστον ευθέως, σε αυτήν την περίπτωση – σε συνδυασμό με την ολιγοπωλιακή θέση τους πλήττει στην πραγματικότητα καίρια την ελευθερία του λόγου.

Μετά τα γεγονότα στο Καπιτώλιο, ο πιθανότερος δρόμος του κατεστημένου των ΗΠΑ είναι όχι να αποπειραθεί να θεραπεύσει τις πληγές του μοντέλου τους, γιατί αυτό θα απαιτούσε τουλάχιστον τον βαθύ μετασχηματισμό του, αλλά εκείνος ενός εντονότερου, συστημικού αυταρχισμού, ο οποίος θα στραφεί πρωτίστως εναντίον κάθε πιθανότητας εκδήλωσης αριστερού ριζοσπαστισμού. Οι ΗΠΑ θα τείνουν ακόμα περισσότερο προς ένα κατ’ ουσίαν μονοκομματικό σύστημα, με εναλλαγή υποψηφίων που θα υπερασπίζονται παρόμοιες θέσεις.

Η πιθανότητα να μη συμβεί αυτό θα κριθεί από το αν δυνάμεις μέσα και έξω από το Δημοκρατικό Κόμμα, συνειδητοποιήσουν ότι ο αντι-τραμπισμός τελειώνει στις 20 Ιανουαρίου και κατόπιν, ο αντίπαλος γίνονται οι πολιτικές Χίλαρι-Τραμπ, οι οποίες μάλλον θα συνεχίσουν να ασκούνται απρόσκοπτα.

Στα καθ’ ημάς θα αναγκαστούμε να υποστούμε τη βάσανο του “αντι-λαϊκισμού”, από όσους τα προηγούμενα χρόνια διαγκωνίζονταν για ένα ενσταντανέ με τον απερχόμενο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι κι αυτό μέρος της μοίρας των εξαρτημένων εθνών ανά τον κόσμο, να υπομένουν ατελείωτη γελοιοποίηση…