Το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα

του Αντώνη Καράγιωργα- βιοχημικού

«Όταν η διατροφή γίνεται σωστά, τότε μπορεί να δώσει τόση υγεία, όση όλα τα φάρμακα και όλες οι ιατρικές πρακτικές μαζί»    Colin Campbell καθηγητής βιοχημείας

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, και ειδικότερα  ο  υπερκαταναλωτισμός και το σύστημα τροφίμων και γεωργίας στην  Ευρώπη και στην Αμερική, συμβάλλει άμεσα στην σπάταλη χρήση των περιορισμένων παγκόσμιων πόρων και βλάπτει το περιβάλλον, επιδεινώνοντας την κλιματική αλλαγή, τις απώλειες της βιοποικιλότητας, την εξάντληση των αλιευμάτων, την αποψίλωση των δασών,

τη διάβρωση του εδάφους, τη λειψυδρία, καθώς και τη ρύπανση του νερού και της ατμόσφαιρας.

Η διατροφή δεν διδάσκεται σε καμία Ιατρική Σχολή του κόσμου, και ενώ υπάρχουν  περίπου 130 ιατρικές ειδικότητες που χρησιμοποιούνται για τις ιατρικές υπηρεσίες,  καμία δεν έχει ονομαστεί διατροφολογία.

Ο φωτεινός μεγάλος εφευρέτης και ευεργέτης της ανθρωπότητας Θωμάς Έντισον προφήτευσε: ”Ο γιατρός του μέλλοντος, δεν θα θεραπεύει πλέον τον άνθρωπο  με φάρμακα, αλλά θα θεραπεύει και θα αποτρέπει την ασθένεια με τη διατροφή”

Καταναλώνουμε, ο κάθε κάτοικος του πλανήτη,  ½ τόνο τρόφιμα τον χρόνο. Ο κόσμος σπαταλά περίπου 400 δισεκατομμύρια δολάρια για τρόφιμα ετησίως – ποσό που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει περίπου 1,26 δισεκατομμύρια ανθρώπους ετησίως. Η σπατάλη αυτή ισοδυναμεί με 1,5 gigaton  εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Παρόλα αυτά, ο υποσιτισμός όντας ένα περίπλοκο ζήτημα, είναι κύρια αιτία θανάτου και ασθενειών στον κόσμο. Γι’ αυτό και ο δεύτερος από τους 17 στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης (SDG) του ΟΗΕ για το 2030, μιλά για μηδενισμό της παγκόσμιας πείνας. Επιπρόσθετα είναι γνωστό ότι το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων παράγει αρκετές θερμίδες για 10 δις ανθρώπους, κι όμως το 1,2 δις απ’ αυτούς πάνε για ύπνο νηστικοί. Το μαθηματικό αυτό πρόβλημα λύνεται, μόνο αν βάλουμε στην εξίσωση την αδικία.


Ο υποσιτισμός είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα σήμερα. Τα δυσλειτουργικά παγκόσμια συστήματα τροφίμων τροφοδοτούν τα αυξημένα επίπεδα υποσιτισμού και προκαλούν παγκόσμια κρίση στην υγεία. Υπάρχει ένα πρόβλημα στον τρόπο παραγωγής και διανομής των τροφίμων, καθώς και στους τύπους και στις ποσότητες τροφίμων που τρώνε οι άνθρωποι.

1,9 δισεκατομμύρια ενήλικες είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, ενώ 462 εκατομμύρια είναι λιποβαρείς.  Μεταξύ των παιδιών, 52 εκατομμύρια ανήλικοι  έχουν χαμηλό βάρος για τα ύψος τους.

Τι φταίει; Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι η διαθεσιμότητα της σωστής  τροφής, η οποία υπαγορεύεται ακόμη από τους μεγάλους παραγωγούς και εμπόρους. Σε ορισμένες χώρες, η επιθυμία  για σωστή τροφή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί λόγω της επιλογής της τροφής που διατίθεται στα σούπερ μάρκετ και της τιμής της. Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο συνεργασίας με τη βιομηχανία τροφίμων για να αλλάξουμε το περιεχόμενο των τροφίμων.

Οι αγροτοβιομηχανικές εταιρείες  οδηγούν την εκβιομηχάνιση σε ολόκληρη την παγκόσμια αλυσίδα αξίας, “από το αγρόκτημα στο πιάτο”, ενώ οι πολιτικές αγορών και πωλήσεων προωθούν μια μορφή γεωργίας που περιστρέφεται γύρω από την παραγωγικότητα.  Ο αγώνας για το μερίδιο αγοράς επιτυγχάνεται εις βάρος των πιο αδύναμων δεσμών της αλυσίδας,  που είναι οι αγρότες και οι εργαζόμενοι και ταυτόχρονα τα τελευταία χρόνια με την τροφή σαν χρηματοοικονομικό προϊόν, παίχθηκαν μεγάλα παιχνίδια.

 Έτσι μεταξύ του 2006 και 2008, οι μέσες παγκόσμιες τιμές αυξήθηκαν για το ρύζι  κατά 217%,  για το σιτάρι κατά 136%,  για τον καλαμπόκι κατά 125%  και για τη σόγια κατά 107% .

Εάν αναζητήσουμε τα αίτια των διατροφικών κρίσεων 2007-2008 και 2011-2012 θα πέσουμε πάνω στις ξηρασίες, στις αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου (και άρα των λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων), στα χρηματιστηριακά παιχνίδια των παραγώγων και των επενδυτικών κεφαλαίων (hedge funds), και στις καλλιέργειες για βιοκαύσιμα.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, η πρόσφατη πανδημία της Covid-19 δημιούργησε διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού, εμπορίου και μεταποίησης, αλλά και αντίκτυπο στην τελική ζήτηση. Η κύρια αιτία για συρρίκνωση της ζήτησης θα είναι η παρατεταμένη επιβράδυνση της συνολικής οικονομικής ανάπτυξης, η οποία θα μειώσει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και  θα θέσει σε κίνδυνο την πρόσβαση σε δίχτυα ασφαλείας.

Το κλείσιμο των συνόρων, οι καραντίνες και οι διαταραχές της αγοράς, της εφοδιαστικής αλυσίδας και του εμπορίου, περιορίζουν την πρόσβαση των ανθρώπων σε επαρκείς,  ποικίλες και θρεπτικές πηγές τροφίμων, ειδικά σε χώρες που πλήττονται σκληρά από τον ιό ή έχουν ήδη επηρεαστεί από υψηλά επίπεδα επισιτιστικής ανασφάλειας.

 Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας  (FAO) προειδοποιεί:  “Διακινδυνεύουμε μια επικείμενη επισιτιστική κρίση, εκτός εάν ληφθούν γρήγορα μέτρα για την προστασία των πιο ευάλωτων, τη διατήρηση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού τροφίμων και τον μετριασμό των επιπτώσεων της πανδημίας στο σύστημα τροφίμων”

Είναι επίσης η έλλειψη υπεύθυνων εθνικών κυβερνητικών πολιτικών,  λόγω και της παγκοσμιοποίησης, που έχει παραχωρήσει την πολιτική της παραγωγής και της διακίνησης των τροφίμων στις διεθνείς μεγάλες εταιρείες.  Έτσι τέσσερις μεγάλες εταιρείες, οι λεγόμενες από τα αρχικά τους “εταιρείες ABCD”, εμπορεύονται το 95% των σιτηρών παγκοσμίως.

Ίσως πρέπει να επανέλθουμε, μέσω την εθνικών κυβερνήσεων, στην κάλυψη των πραγματικών διατροφικών αναγκών εκάστης χώρας, πάντα σε σχέση με τις δυνατότητες παραγωγής τους, ώστε να καλύπτονται οι μίνιμουμ διατροφικές ανάγκες των πολιτών. Τι σημαίνει ελεύθερη αγορά, εάν τα κράτη δεν έχουν διατροφική επάρκεια για τους πληθυσμούς τους;

Φέρνοντας στην μνήμη το χαμηλό ποσοστό επιτυχίας των ανά 5ετία στόχων του ΟΗΕ, δυστυχώς μου ακούγονται σαν ευχολόγιο τα προτεινόμενα μέτρα του FAO, για το υπό συζήτηση διεθνές διατροφικό πρόβλημα.

Για το δέον γενέσθαι, απομονώνω τρία συμπεράσματα από την διάσκεψη της Διεθνούς Τράπεζας, τον Οκτώβριο του 2019, για την βιοποικιλότητα :

  • Εξάλειψη ή επανασχεδίαση επιβλαβών γεωργικών, ενεργειακών και μεταφορικών επιδοτήσεων.
  • Ενσωμάτωση του φυσικού κεφαλαίου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
  • Παροχή κινήτρων για την τόνωση της βιώσιμης παραγωγής και κατανάλωσης.

Αρωγός και η διαπίστωση του έγκριτου περιοδικού Nature, τον Απρίλιο του 2019:  “Οι γεωργικές πρακτικές πρέπει να αλλάξουν ώστε να ανταποκριθούν στους στόχους  της Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών έως το 2030. Η βιολογική γεωργία, αν και δεν είναι η ασημένια σφαίρα, αποτελεί χρήσιμη συνιστώσα αυτής της στρατηγικής που δείχνει τον δρόμο για τη διατροφή και την παραγωγή τροφίμων για τη βελτίωση της ανθρώπινης υγείας και την επίτευξη των στόχων του Παρισιού 2015, καθώς και των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (SDG).

Και επειδή οι οικογενειακοί αγρότες, σύμφωνα με τον FAO, διαχειρίζονται το 70-80% της παγκόσμιας γεωργικής γης και παράγουν το 80% των τροφίμων παγκοσμίως, πράγμα που έκανε  τα Ηνωμένα Έθνη να δηλώσουν το 2014 ως το Διεθνές Έτος Οικογενειακής Γεωργίας, γι αυτό:  πρέπει να δώσουμε επειγόντως την γη πίσω στα χέρια των μικρών γεωργών και να καταστήσουμε τον αγώνα για την αγροτική μεταρρύθμιση κεντρικό στον αγώνα για καλύτερα συστήματα τροφίμων.

Στην πραγματικότητα, η μια μελέτη μετά την άλλη έχουν δείξει ότι, μετρώντας την ποσότητα τροφίμων που παράγεται ανά στρέμμα, οι μικρές φάρμες είναι στην πραγματικότητα πιο παραγωγικές από τις μεγάλες.

***

Αντώνης Καράγιωργας – βιοχημικός

Αντικλείδι , https://antikleidi.com