Για ποιους είναι δώρο οι μεταναστευτικές ροές – Η διεθνοποίηση της εργασίας

 Γράφει ο Δημήτρης Μάρδας

Από το 1964 ένα σύνολο διεθνών διαπραγματεύσεων, των γνωστών “Γύρων” (του Ντίλον, Κέννεντυ, του Τόκυο, Ουρουγουάης και Ντόχα), οδήγησαν στην απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, όχι μόνο των βιομηχανικών προϊόντων, αλλά και των αγροτικών, όπως και των υπηρεσιών. Στην ατζέντα αυτή των θεμάτων, με αντικείμενο τη διεθνοποίηση της αγοράς και της παραγωγής, προστέθηκε και η διεθνοποίηση της εργασίας, συμπληρώνοντας έτσι το μενού της παγκοσμιοποίησης.

Οι υποστηριχτές της παγκοσμιοποίησης προτάσσουν τα οφέλη της, που αφορούν στην αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης, στη βελτίωση της ευημερίας κ.ά. Οι κριτές της εν λόγω διαδικασίας δίνουν έμφαση στα αρνητικά της στοιχεία, που συνδέονται με την άνοδο των κερδών, την απορρύθμιση της εργασίας, την τόνωση της ανεργίας κ.ά.

Κεντρική πτυχή της όλης εξέλιξης είναι μια: H ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων (δηλαδή των μεταναστών), καθώς επηρεάζει την ισορροπία στην αγορά εργασίας των κρατών υποδοχής και συγκρατεί ή πιέζει προς τα κάτω τους μισθούς, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου η προσφορά είναι μεγαλύτερη της ζήτησης εργασίας. Στον τελευταίο γύρο των διαπραγματεύσεων, τον επεισοδιακό “Γύρο της Ντόχα” θέσεις για την ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων, από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες, βρίσκονταν στο επίκεντρο των συνομιλιών.

Ήταν διάχυτη η προσπάθεια του ανοίγματος των συνόρων στους μετανάστες, με ένθερμους υποστηριχτές της πρότασης αυτής τις μεγάλες εταιρίες, που εύλογα πιέζουν τις κυβερνήσεις τους. Με την εξέλιξη αυτή οι οπαδοί της παγκοσμιοποίησης επιδιώκουν χρόνια τώρα, την δημιουργία ενός περιβάλλοντος υπέρ της φθηνής εισαγόμενης εργασίας. Παρόμοιο ρόλο θα παίξουν και οι πρόσφυγες, από τη στιγμή που ενταχθούν στην αγορά εργασίας.

Δώρο η προσφυγική κρίση

Ήταν ανέλπιστο δώρο η προσφυγική κρίση για τους υποστηριχτές των ανοικτών συνόρων, που οδηγεί στη βελτίωση των κερδών λόγω της άφθονης φθηνής προσφοράς της εργασίας μεταναστών και προσφύγων. Όταν μια χώρα έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και περιορισμένο εργατικό δυναμικό, τότε η μετανάστευση τής προφέρει μια διέξοδο σε θέματα ζήτησης της εργασίας. Στην περίπτωση αυτή οργανώνει τον τρόπο υποδοχής των μεταναστών, μέσω διμερών συμφωνιών με άλλα κράτη (Γερμανία, Γαλλία κ.α.).

Όταν μια άλλη χώρα όμως, όπως η Ελλάδα, με ισχνή αναπτυξιακή δυναμική και περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης, επιδιώκει την ενσωμάτωση των μη προσκεκλημένων μεταναστών-προσφύγων στην αγορά εργασίας, τότε εύλογα αναμένεται ένα σύνολο αρνητικών επιπτώσεων. Η πρώτη επίπτωση εντοπίζεται στην αδυναμία αύξησης των μισθών, λόγω της συμπίεσης τους που προκαλείται από την άφθονη προσφορά εργασίας μεταναστών.


Η δεύτερη επίπτωση, που συνδέεται με την πρώτη, εντοπίζεται στην έξοδο των Ελλήνων εργαζομένων σε άλλες χώρες και δεν αναφερόμαστε μόνο στους επιστήμονες. Η χώρα μας χρειάζεται μηχανισμούς επαναπατρισμού των Ελλήνων, που εγκατέλειψαν τη χώρα και όχι το αντίθετο, όπως βλέπουμε να γίνεται. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στον πλανήτη για αντιγραφή και εφαρμογή της επιτυχιών τους (βλ. π.χ. The Jewish Agency).

Οι πρόσφυγες, με εκατομμύρια κεφάλαια και καταθέσεις σε ξένες τράπεζες, δεν αποτελούν μέρος των όσων τονίσθηκαν προηγουμένως. Αυτήν την κατηγορία των προσφύγων, την αξιοποίησαν στο έπακρο οργανωμένα κράτη της Ευρώπης προς όφελος όλων, μέσω διαδικασιών επιλογής στις χώρες φιλοξενίας τους, συμπεριλαμβανομένης και στη δική μας. Η αξιοποίηση τους μπορεί να λειτουργήσει και ως μηχανισμός αναδιανομής του πλούτου που παράγουν, υπέρ άλλων ασθενέστερων ομάδων προσφύγων.

Προστασία της ζωής και της απασχόλησης

Τέλος, ας προβληματίσουν οι όποιες ανορθόδοξες απόψεις, που ταυτίζονται με τις προαναφερθείσες επιλογές της παγκοσμιοποίησης και των επιχειρηματικών συμφερόντων στο μεταναστευτικό-προσφυγικό πρόβλημα. Η αξιοπρεπής αλλά προσωρινή διαμονή των μεταναστών-προσφύγων και η παροχή παιδείας είναι υποχρέωση κάθε πολιτισμένης χώρας. Η προστασία και ο σεβασμός της ζωής είναι οι κύριοι παράγοντες του προβλήματος.

Αυτή όμως η θέση δεν πρέπει να συγχέεται με τις συνθήκες απασχόλησης, μισθών και κερδών που δημιουργούνται λόγω της υπό συζήτηση ενσωμάτωσης τους στην αγορά εργασίας. Η γνώση του διεθνούς περιβάλλοντος και οι διαχρονικές προσπάθειες των ισχυρών του πλανήτη, με σκοπό τη διεθνοποίηση της φθηνής προσφερόμενης εργασίας, εύλογα συγκρούονται με τις ευαισθησίες του κόσμου απέναντι σε κάθε κατατρεγμένο πρόσφυγα ή μετανάστη. Η γνώση όμως των αρνητικών εκφάνσεων της παγκοσμιοποίησης απαιτεί την ανάλογη αντίδραση, με στόχο την προστασία της εγχώριας απασχόλησης και των μισθών.

Τέλος, οι γεωπολιτικές σκοπιμότητες, πέραν των οικονομικών, που συνάγονται από τους κανόνες της παγκοσμιοποίησης, οδηγούν στον επηρεασμό των πολιτικών συστημάτων των χωρών υποδοχής των μεταναστών, μέσω της απόδοσης της ιθαγένειας. Βλέπε ενδεικτικά, τα δύο εκατομμύρια Τούρκων ψηφοφόρων με γερμανική ιθαγένεια και την θέση της γερμανικής κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά υπέρ της Τουρκίας και όχι μόνο. Η συνιστώσα αυτή, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα, περιπλέκει ακόμη περισσότερο το εξεταζόμενο πρόβλημα, μέσω της γεωπολιτικής της λοιπόν διάστασης.

Και εδώ έρχεται προς συζήτηση ένα δεύτερο θέμα αυτό της απόδοσης της ιθαγένειας σε μετανάστες-πρόσφυγες και των επιπτώσεών της στα πολιτικά συστήματα των χωρών υποδοχής των προσφύγων. Οι μεταβλητές λοιπόν του προσφυγικού προβλήματος είναι πολλές και όχι μια. Κυρίαρχή βέβαια είναι ο σεβασμός της ζωής των προσφύγων και μεταναστών, μεταβλητή όμως που οφείλει να μείνει ασύνδετη από άλλες που αφορούν στην απασχόληση και την ιθαγένεια.

από slpress

 http://teleytaiaexodos.blogspot.com