Αλλάζει η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ;

Γράφει η Θέα Μανούρα

«Η Αμερική επέστρεψε («America is back»)» δήλωσε ο Τζο Μπάιντεν σε μια ομιλία που θεωρήθηκε ιστορική, καθώς είναι η πρώτη του νέου Προέδρου σε διεθνές ακροατήριο και σηματοδοτεί την επιστροφή της Ουάσιγκτον στη διατλαντική σχέση με την Ευρώπη μετά την τετραετία του Ντόναλντ Τραμπ.

Με την εκλογή Μπάιντεν πληθαίνουν συνεχώς οι φωνές κορυφαίων πολιτικών αναλυτών πως οι σχέσεις των ΗΠΑ με ισχυρούς εταίρους όπως η Ε.Ε. αλλά και ισχυρούς αντιπάλους όπως η Κίνα αναμένεται να αλλάξουν άρδην, αφήνοντας πίσω τη διάλυση που προκάλεσε ο προκάτοχός του. Την ίδια στιγμή, από κοντά παρακολουθούν Ελλάδα και Κύπρος τη στάση που θα κρατήσει η νέα αμερικανική ηγεσία απέναντι στον «δύσκολο» γείτονα, την Τουρκία, σε ό,τι αφορά την κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο. 

Στο αποκαλούμενο «Νταβός της Άμυνας», τη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια, που γίνεται κάθε χρόνο στο Μόναχο και φέτος περιορίστηκε αναγκαστικά λόγω πανδημίας σε μία τηλεδιάσκεψη ολίγων ωρών, το μήνυμα του Αμερικανού Προέδρου ήταν ξεκάθαρο. Η Αμερική προσεγγίζει και πάλι τους Ευρωπαίους, αλλά περιμένει και από εκείνους να αναλάβουν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί.
Στη Διάσκεψη, μεταξύ άλλων, έδωσαν το «παρών» ο Μπάιντεν, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν. 
Σε μία ένδειξη καλής θέλησης ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος προχώρησε σε συγκεκριμένες εξαγγελίες, ανακαλώντας την απόφαση του προκατόχου του για αποχώρηση μεγάλου μέρους των αμερικανικών στρατευμάτων που σήμερα σταθμεύουν στη Γερμανία, αποδεχόμενος πως το ζήτημα αυτό είχε προκαλέσει ένταση στις διατλαντικές σχέσεις, τις οποίες επιθυμεί και πάλι δυνατές. 
Βέβαια, πίσω από την αμερικανική αυτή επιθυμία βρίσκεται η ενίσχυση της αμυντικής ασπίδας. Ο Τραμπ ουσιαστικά κατηγορούσε την Ε.Ε. ότι δεν συνεισφέρει επαρκώς στον ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό και αυτός ήταν και ο λόγος απομάκρυνσης αμερικανικών στρατευμάτων από το γερμανικό έδαφος. 
Η Μέρκελ δεσμεύτηκε ο στόχος των αμυντικών δαπανών να φτάσει σε βάθος χρόνου στο 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. «Αντάλλαγμα» ήταν να μείνει εκτός συζήτησης στη Διάσκεψη η ολοκλήρωση του αγωγού Nord Stream 2, που συνεχίζει να αποτελεί αγκάθι στις διατλαντικές σχέσεις λόγω της ρωσικής επιρροής στη Γηραιά Ήπειρο.
Υπολογίσιμη δύναμη η Τουρκία
Ελάχιστα κράτησε η προσπάθεια της Άγκυρας για προσέγγιση με τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου. Οι πρώτες ενδείξεις «καλύτερης συμπεριφοράς» του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποδείχτηκαν απλώς πυροτέχνημα, καθώς ο τελευταίος επέστρεψε στην ακραία ρητορική, εξαπολύοντας επίθεση ακόμα και προς τον Έλληνα πρωθυπουργό. 
Τη στιγμή που βρίσκεται στα σκαριά η άτυπη πενταμερής για το Κυπριακό ο Τούρκος Πρόεδρος έρχεται να ρίξει λάδι στη φωτιά επιμένοντας για λύση δύο κρατών. Οι ΗΠΑ, οι οποίες επ’ ουδενί θα ήθελαν μια εσωτερική σύγκρουση στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, παραμένουν σταθερές στη λύση μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. 
Ωστόσο, αίσθηση προκάλεσαν οι δηλώσεις του νέου Αμερικανού ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν, ο οποίος αναγνωρίζει, όπως είπε, πως η Τουρκία είναι ένας σημαντικός εταίρος, αλλά υποστήριξε ότι πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες ώστε η χώρα να παραμείνει προσηλωμένη στη Δύση. 
Εξάλλου η βασική αντιπαράθεση ΗΠΑ – Τουρκίας είναι το πυραυλικό σύστημα των S-400, το οποίο έχει προμηθευτεί η Άγκυρα από τη Ρωσία και απειλεί να τινάξει τον ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό στον αέρα. 
Μάλιστα ο Μπλίνκεν προειδοποίησε την Άγκυρα ότι ενδεχόμενη μη συμμόρφωση με τις προβλέψεις του νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων) ενδέχεται να οδηγήσει στην επιβολή επιπλέον κυρώσεων. Κυρώσεις γι’ αυτόν τον λόγο και όχι για την παραβατική συμπεριφορά της γείτονος χώρας στην ανατολική Μεσόγειο. Στο θέμα αυτό ο νέος ΥΠΕΞ αρκέστηκε στο να επικαλεστεί αορίστως το… Διεθνές Δίκαιο.
Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να χάσουν τον ΝΑΤΟϊκό εταίρο στα ανατολικά σύνορα. Γι’ αυτόν τον λόγο πιθανώς θα ακολουθήσουν μια γραμμή ίσων αποστάσεων παίζοντας το παιχνίδι της διμερούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το ότι χαιρέτισαν την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών. 

«Ακραίος ανταγωνισμός, αλλά όχι σύγκρουση»

Δύο ώρες βρέθηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία ο Τζο Μπάιντεν με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ. Αμέσως μετά, σε συνέντευξή του προειδοποίησε ότι η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο χωρών πιθανόν να πάρει τη μορφή ενός «ακραίου ανταγωνισμού», διαβεβαίωσε ωστόσο παράλληλα ότι θέλει να αποφύγει μια «σύγκρουση» μεταξύ των δύο πρώτων παγκοσμίων δυνάμεων. 
Ο πόλεμος που είχε ανοίξει επί ημερών Τραμπ, τόσο ο εμπορικός όσο και λόγω κορωνοϊού, με την κινεζική δύναμη φαίνεται πως βαίνει προς αποκλιμάκωση – προσώρας – από τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου, ο οποίος αναγνωρίζει την επιρροή της, αλλά σκοπεύει να την παρακολουθεί στενά. 
Η κινεζική πλευρά, από την άλλη, κάλεσε την αμερικανική κυβέρνηση να συνεργαστεί με το Πεκίνο για την επανέναρξη του διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών, με στόχο την αποκατάσταση των διμερών σχέσεων που υπέστησαν σοβαρή ζημιά από την προεδρία Τραμπ. 
Ο ΥΠΕΞ κάλεσε την Ουάσιγκτον να προχωρήσει στην κατάργηση των δασμών που έχουν επιβληθεί σε κινεζικά προϊόντα και να σεβαστεί τα σοβαρά κινεζικά συμφέροντα, να τερματίσει τις παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα της Κίνας και να σταματήσει «να συνωμοτεί» με αποσχιστικές δυνάμεις για την ανεξαρτησία της Ταϊβάν.

από topontiki

 teleytaiaexodos.