Έλλη Παπαγεωργακοπούλου: «Η εποχή έσπρωξε στο κενό ένα ταλέντο»

Έλλη Παπαγεωργακοπούλου: «Η εποχή έσπρωξε στο κενό ένα ταλέντο»

«Τι έγινε;». «Τι να γίνει; Η εποχή έσπρωξε στο κενό ένα μεγάλο ταλέντο». Αυτή, την τόσο απλή και τόσο πυκνή κουβέντα κρατάω από το σοκ, στον καλλιτεχνικό κόσμο, από το αδόκητο φευγιό της πολύτιμης ενδυματολόγου και σκηνογράφου Έλλης Παπαγεωργακοπούλου.

Έλλη Παπαγεωργακοπούλου: «Η εποχή έσπρωξε στο κενό ένα ταλέντο»

Ξέρω, έχετε ακούσει και διαβάσει πολλά για «μεγάλα ταλέντα» και «πολύτιμους καλλιτέχνες». Μερικές φορές και αδίκως. Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου δεν το ποιούνταν. Ούτε το άγρευε. Ήταν. Απλά. Σιωπηλά.

Και κάποτε εκκωφαντικά. Με τα θεότρελα – συχνά – κοστούμια που γεννούσε αυτό το μυαλό, που έτρεχε τόσο γοργά. Σαν να γλιστρούσε στα χρώματα, στις υφές των υφασμάτων, στις ραφές και τις μεταξένιες κλωστές για να πλάσει ένα απρόσμενο τσίτι για το παραμύθι. Που έλαμπε σαν πολύχρυσο κοστούμι, κάτω από τα φώτα της σκηνής.

Ήταν σαν πλασμένη γι’ αυτό. Ήταν πλασμένη γι’ αυτό. Η τρέλα της, όταν κατάφερνε να «ράψει» δυο άνισα μανίκια, να συνδυάσει μια πουά μουσελίνα με ένα βαρύ σκοτεινό βελούδο, ή όταν χάριζε στα μαύρα της κοστούμια (σαν και κείνα που φορούσαν οι μοιρολογίστρες) τις πτυχές που θα τα έκαναν να πετάξουν και να μας πάρουν μαζί τους, ψηλά, πάνω από τα εγκόσμια, ήταν το μαχαίρι της. Με αυτό άνοιγε δρόμους, που για τη σκηνογραφία τουλάχιστον φαινόταν σαν κανένας μέχρι τώρα να μην είχε τολμήσει να ανοίξει. Σαν εκείνα τα χατζάρια, που ξεπαστρεύουν την πυκνή βλάστηση στην ζούγκλα.

Δεν θα ξεχάσω την εκπληκτική «Γκόλφω» της, κατά Νίκο Καραθάνο, στο Εθνικό. Όσοι ήταν τυχεροί και την είδαν, ξέρουν. Μπροστά στους μαύρους όγκους, σαν τεράστια πουφ, που καμώνονταν τα βουνά της ιστορίας του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, έστησε με τα κοστούμια της χαρακτήρες τοτέμ. Σκοτεινούς και φωτεινούς συνάμα.

Μαύρα, του υπερρεαλισμού. Χθόνια. Και απέναντι στο μαύρο του θρήνου, χάρισε στη Λυδία Φωτοπούλου, την τρίτη Γκόλφω της βουτιάς και της απόγνωσης, ένα απλό φόρεμα, ανάμεσα στις μαύρες φουστανέλες του «Χορού».

Πεσκέσι στο θρήνο του έρωτα. Και στο φως. Σαν να σκηνοθέτησε έτσι, εκείνη, τούτη την Γκόλφω, που μονολογούσε: «Είν’ η αγάπη φονικό που ζωντανό σ´ αφήνει. / Είν´ η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου / και κάθε μέρα καρτερείς μη και γυρίσει πίσω…».

Μαύρες φουστανέλες. Ναι. Πολύ κοντά στους μαύρους ταφτάδες, που φορούσαν οι οκτώ άνδρες ηθοποιοί στο «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» του Ρομπέρ Τομά. Πάλι κατά Νίκο Καραθάνο. Στο Φεστιβάλ, στην Πειραιώς 260, το 2007.

Κόντρα στο πολύχρωμο, σχεδόν παράλογο, των κοστουμιών της για τον «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόν Ροστάν, πάλι στο Εθνικό, το 2010. All star cast. All star η σκηνογραφία της. Διότι και αυτή, χάρη στο αστείρευτο ταλέντο της, πέρασε στο παλμαρέ της.

Τη θυμάμαι πως έντυσε, σχεδόν εξωφρενικά, σχεδόν παράταιρα, αλλά τόσο μα τόσο θεατρικά (στο μεδούλι, που λένε) το Σταμάτη Κραουνάκη για την εμβληματική του παράσταση «Το 55», με την οποία γιόρτασε τα χρόνια του και το πρώτο σόλο λάιβ στο Ωδείο Φακανά, στο Μοσχάτο πρώτα. Ένα αλλούτερο μανίκι, μερικά πουά και βελούδο. Σαν τον πιο τρελό κομπέρ της ζωής. Κι έπειτα, ξανά, κάτι αλλούτερο για κείνον, στο «Όταν έχω εσένα» του 2013, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Από τη Θεσσαλονίκη και την ζωγραφική στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στην υποκριτική. Κρατώντας όλα αυτά μέσα της και κάνοντάς τα βέλη ευθύβολα, στην καλλιτεχνική φαρέτρα της.

Έλλη Παπαγεωργακοπούλου: «Η εποχή έσπρωξε στο κενό ένα ταλέντο»

Πόσα να θυμηθώ από τους στόχους που κατέκτησε μ’ αυτά τα βέλη; Τουλάχιστον μπροστά στα δικά μου μάτια. «Το Σκλαβί» της Ξένιας Καλογεροπούλου. Σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου (του πρώτου, που απ’ όσο θυμάμαι την κάλεσε να ξεδιπλώσει το ενδυματολογικό της ταλέντο, στο θέατρο και το σινεμά). Με το παιχνίδι του ίδιου μαύρου με το φως. Και το παιχνίδι των χρωμάτων σε μακριούς, φαρδιούς χιτώνες. Ναι, όλα αυτά σε μια παράσταση για παιδιά – και όχι μόνον.

Να θυμηθώ τις πρώτες ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου και τα παιχνίδια της ανάμεσα στην (κοινωνική) αυστηρότητα και την τρέλα; Τη σοβαροφάνεια και την εκκεντρικότητα. Σαν σχόλιο επί της δράσης. Και σαν να «μιλούσαν» τα κοστούμια της για τα ανείπωτα.

Και στα πιο τελευταία της. Το «Antigone, Lonely Planet» της Λένας Κιτσοπούλου, που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Olympic Tower της Νέας Υόρκης κι έπειτα στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Καυτό, ερεθιστικό κόκκινο και στολές σκιέρ. Σουρεαλισμός και σχόλιο, μαζί.

Το ταλέντο της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου δεν ήταν, απλά, αυτές και χοντρικά 60 παραστάσεις και ταινίες που «έντυσε». Ήταν το φως και η τρέλα, με τα οποία τις έντυσε. Ήταν το απρόσμενο. Το μπανάλ που καταφέρνει να γίνεται ρηξικέλευθο και πρωτοποριακό. Όπως ένα πάμφθηνο ύφασμα, που στη σκηνή γίνεται ρούχο για το βασιλιά. Και λάμπει.

Όχι, ο βασιλιάς ο δικός της δεν ήταν γυμνός. «Μιλούσε» ακόμη κι όταν έμενε σιωπηλός πάνω στο σανίδι. Έλεγε ιστορίες με τα λαμπυρίσματά του. Με τα χρώματά του. Με τις σκιές και τις πτυχώσεις του. Με τη φαντασία. Αυτό δεν είναι ταλέντο;

Γι’ αυτό σας λέω: Μην πείτε κάτι άλλο για το αδόκητο φευγιό της Έλλης Παπαγωργακοπούλου. Πείτε μόνον αυτό, της αρχής: Η εποχή έσπρωξε στο κενό ένα μεγάλο ταλέντο…

 https://youfly.com/theatro/elli-papageorgakopoulou-i-epochi-esproxe-sto-keno-ena-talento/