Πανδημία: Η κυβέρνηση έχασε τη… μπάλα

 

 Γράφει ο Μιχάλης Χαριάτης

Παγιδευμένη στον λαβύρινθο του κορωνοϊού η κυβέρνηση Μητσοτάκη

Το «μαύρο» ημερήσιο δελτίο κρουσμάτων κορωνοϊού SARS-CoV-2 κατέγραψε χθες ένα νέο διπλό ρεκόρ, με 3.365 νέα κρούσματα και 630 διασωληνωμένους συνανθρώπους μας να δίνουν στα νοσοκομεία τη μάχη για τη ζωή με τον φονικό ιό. «Επιβεβαιώνεται δυστυχώς ότι βρισκόμαστε στη δυσκολότερη καμπή της πανδημίας» περιέγραψε την κατάσταση

ο υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας στην ενημέρωση για την πορεία της πανδημίας το απόγευμα της Τετάρτης. Δήλωσε, ωστόσο, αισιόδοξος ότι «το τέλος της κρίσης είναι κοντά», καθώς η πορεία των εμβολιασμών, όπως υποστήριξε, συνεχίζεται απρόσκοπτα και αποτελεί το κλειδί για τη συνέχεια.

Την ίδια στιγμή ο Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε, μιλώντας στο CNN χθες Τετάρτη, μια κάποια χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων χωρίς όμως να διαταραχθεί η πορεία αντιμετώπισης της πανδημίας. Ο πρωθυπουργός μίλησε για την εφαρμογή μιας «έξυπνης» στρατηγικής χωρίς όμως να υπονομευθεί η στρατηγική αναχαίτισης του ιού και σημείωσε πως θα υπάρξουν ανακοινώσεις στο επόμενο διήμερο, αναγνωρίζοντας την κόπωση όλων από την πολύμηνη διαχείριση της πανδημίας.

Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν αποτελεί μυστικό, το αντίθετο μάλιστα, πως εάν με κάτι πορεύθηκε η κυβέρνηση τον έναν και πλέον χρόνο της πανδημίας, αυτοί είναι οι ειδικοί. Στο πρώτο κύμα, πέρυσι την άνοιξη, ο Σωτήρης Τσιόδρας έγινε το πρόσωπο κοινής αποδοχής, αυτό που κανείς δεν αμφισβητούσε και δεν είχε λόγο να το κάνει. Η κατάσταση, άλλωστε, πρωτόγνωρη, ο φόβος μεγάλος, καθώς οι εικόνες από τη γειτονική Ιταλία δεν έκαναν κανέναν να αμφιβάλλει για τη δύναμη που έχει ο κορωνοϊός να σκοτώνει.

Αυτοί οι ειδικοί έγιναν και λίγο-πολύ οι ρυθμιστές της καθημερινότητας εκατομμυρίων πολιτών. Είναι η επίκληση της κυβέρνησης, ο μπαμπούλας για κάθε μέτρο, καλό ή κακό, λίγο ή πολύ, μικρό ή μεγάλο. Είναι όμως και οι άνθρωποι που κάπου έχασαν την μπάλα, όπως παραδέχθηκε σαφώς η καθηγήτρια Αναστασία Κοτανίδου πριν από λίγες μέρες.

Το ζήτημα είναι ότι στην παρούσα φάση, που τα πράγματα… έχουν ζορίσει πολύ, το Μαξίμου το συμφέρει να έχει αυτόν τον μπαμπούλα. Τα έκτακτα, υποτίθεται, μέτρα κρατούν πάνω από 130 μέρες και πλέον λίγα πράγματα υπάρχουν για να πείσουν τους πολίτες ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός.

Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι σε μια Αττική με ελλείψεις σε κρεβάτια ΜΕΘ, μια χώρα με επιδημιολογικό φορτίο στα «κόκκινα» με βάση τα αστικά λύματα και όχι ικανό αριθμό τεστ για να δείξουν την πραγματική διασπορά, τώρα ήρθε η ώρα να συζητήσουμε για άρση του λοκντάουν.

Η εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού δεν είναι η επιθυμητή (όχι με ευθύνη της κυβέρνησης, αυτό είναι γεγονός), κι όμως παρά τα αρνητικά σημάδια η συζήτηση έχει φουντώσει. Τόσο που κάνει πολλούς να αναρωτιούνται γιατί το μομέντουμ τώρα είναι κατάλληλο και δεν ήταν έναν μήνα πριν, όταν οι επιχειρηματίες της εστίασης, για παράδειγμα, παρέδιδαν τα κλειδιά των καταστημάτων τους διαμαρτυρόμενοι για οικονομικό στραγγαλισμό.

Κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι είναι εύκολο να γίνει διαχείριση του «αόρατου εχθρού» (όπως πολλές φορές έχει ονομαστεί ο κορωνοϊός), αλλά είναι πλέον σαφές ότι δεν είναι μόνο η επιτροπή των ειδικών που έχει χάσει την μπάλα. Η επίκληση στην αυθεντία της δεν μπορεί να κρύψει την απουσία σχεδίου για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (όταν παράλληλα ο ιδιωτικός τομέας αντί να επιταχθεί «βουτάει» γιατρούς), για τους χώρους εργασίας, για τα μέσα μεταφοράς.

Ακόμα και το επικοινωνιακό πεδίο, το οποίο ήταν προνομιακό για την κυβέρνηση και προσωπικά για τον ίδιο τον πρωθυπουργό, έχει θολώσει από βίντεο σαν αυτό από τη Νέα Σμύρνη, από δηλώσεις ότι η αντιπολίτευση κάνει «βιολογικό πόλεμο εναντίον της χώρας» με την πανδημία, ακόμα και από τη βάφτιση του Άδωνι Γεωργιάδη και τη συζήτηση για το αν ήταν ή όχι ανύπαρκτη η άδεια της τέλεσης του μυστηρίου.

Ρωγμές

Εάν η περασμένη άνοιξη ήταν ένας επικοινωνιακός περίπατος στο πάρκο για το Μαξίμου, με μοναδικό ίσως παρατράγουδο αυτό με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη και το φορτηγό της, ο τελευταίος μήνας έδειξε ότι δεν υπάρχουν πολλά πράγματα στη φαρέτρα του κυβερνητικού επιτελείου εκτός από το σχέδιο «βλέποντας και κάνοντας» και… το μακάρι να πιάσει το εμβόλιο και να φύγουν τα κρύα.

Το success story σταμάτησε να πουλάει και στα social media, όπου για πρώτη φορά το τηλεοπτικό μήνυμα του πρωθυπουργού για τον τραυματισμό του αστυνομικού στη Νέα Σμύρνη και η ανακοίνωση των μέτρων ανακούφισης μία ημέρα μετά ήταν μια αφορμή για πλήθος αρνητικών σχολίων. Τα παραπολιτικά των εφημερίδων ασχολήθηκαν αρκετά με τα σχόλια που έκλεισαν κάτω από τα βίντεο του πρωθυπουργού στο YouTube, αλλά και με το πώς «αγοράστηκαν» θετικές γνώμες για να ισοσκελίσουν τις αρνητικές.

Το ότι όλο αυτό θα «έσκαγε» στα χέρια του Μαξίμου ήταν το μόνο βέβαιο. Και αυτό γιατί η Ελλάδα μάλλον είναι η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει την πανδημία με παρατεταμένα έκτακτα μέτρα που περιορίζουν τους πολίτες και με καταστολή. Τα νούμερα πλέον έχουν αρχίσει να δείχνουν τις ρωγμές (οικονομικά και δημοσκοπικά), ενώ οι γκάφες έρχονται η μία μετά την άλλη, χωρίς να είναι ακόμα σαφές εάν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πλάνο στον ορίζοντα.

Ψάχνει έξοδο

Καθώς η χώρα διανύει τον πέμπτο μήνα του λοκντάουν για το δεύτερο ή τρίτο – άλλωστε κάπου χάθηκε και το μέτρημα καθώς η μια καραντίνα επικαλύπτει την άλλη – κύμα της πανδημίας της Covid-19 η κυβέρνηση μοιάζει να προσπαθεί για την ώρα, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να βρει μια έξοδο από τον λαβύρινθο των απαγορεύσεων και των περιορισμών. Απαγορεύσεις και περιορισμούς που η ίδια έχει επιβάλει στους πολίτες, καθώς από τους σκληρούς αριθμούς γίνεται προφανές ότι… το πράγμα δεν δουλεύει.

Στο πλαίσιο αυτό σχεδόν σε καθημερινή βάση ανακοινώνονται είτε επισήμως είτε μέσω διαρροών διάφορα σχέδια περί σταδιακού ανοίγματος της κοινωνίας και της αγοράς, με το οξύμωρο πάντως να είναι ότι οι συζητήσεις αυτές γίνονται εν μέσω επιδημιολογικής κατάστασης χειρότερης από αυτήν που επικρατούσε όταν στις αρχές Νοεμβρίου του περασμένου χρόνου ανακοινώθηκε η νέα καραντίνα.

Αφήνοντας στην άκρη φήμες και πληροφορίες για διάσταση απόψεων σχετικά με τα μέτρα και την εφαρμογή τους τόσο μεταξύ των μελών της επιτροπής των ειδικών όσο και μεταξύ της ίδιας της επιτροπής και της κυβέρνησης, πληθαίνουν οι φωνές που λένε ότι το περιοριστικό μοντέλο που εφαρμόζεται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχει αποτύχει, η κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει σε άμεση άρση κάποιων από τα μέτρα που εφαρμόζονται και το κόστος για την οικονομία πλέον γίνεται δυσβάσταχτο.

Ταυτόχρονα η ρητορική της κυβέρνησης, η οποία στηρίζεται στους άξονες που αναφέρουν ότι τα μέτρα είναι αναγκαία για τον περιορισμό της πανδημίας και πως οι πολίτες χρειάζεται να κάνουν λίγη υπομονή ακόμα, διαψεύδεται στο σκληρό πεδίο της πραγματικότητας από τα επιδημιολογικά στοιχεία.

Είτε αυτά αφορούν στα κρούσματα (τα οποία ακόμα και το Σαββατοκύριακο πλέον βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα), είτε από ασθενείς που νοσηλεύονται και διασωληνώνονται, είτε από τις αναλύσεις των αστικών λυμάτων τα οποία δείχνουν πραγματική έκρηξη του ιικού φορτίου σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Χάθηκε η υπομονή

Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα ούτε φως να φαίνεται στον ορίζοντα, όσον αφορά στην επιστροφή σε μια μορφής κανονικότητα, αλλά και οι πολίτες να χάνουν την υπομονή τους με τις κοινοτοπίες και τα αλλεπάλληλα μπρος – πίσω της κυβέρνησης.

Και αν οι πολίτες χάνουν την υπομονή τους τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα όσον άφορα στους επιχειρηματίες, οι οποίοι παραμένουν κλειστοί και δεν βλέπουν φως όσον αφορά στην επανέναρξη της λειτουργίας των καταστημάτων τους. Με ό,τι σημαίνει αυτό για την κατάσταση στην οποία περιέρχονται οι ίδιοι αλλά και συνολικά για την οικονομία.

Με αυτά τα δεδομένα να επιβαρύνουν δραματικά την κατάσταση η κυβέρνηση προσπαθεί να σχηματοποιήσει έναν οδικό χάρτη σταδιακής εξόδου από το λοκντάουν, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει γίνει εφικτό να καταλήξει σε κάποιο πλάνο.

Και αυτό γιατί πράγματα που ανακοινώνονται τη μία ημέρα ανατρέπονται την επομένη, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι η επιτροπή των ειδικών ανέβαλε για αύριο Παρασκευή, ενώ είχε ανακοινωθεί ότι θα συνέλθει εκτάκτως χθες Τετάρτη, την εισήγησή της προς την κυβέρνηση επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη δυστοκία που υπάρχει στην ανάλυση των στοιχείων και την κατάθεση μιας βιώσιμης πρότασης.

Την ίδια στιγμή επιστήμονες υψηλού κύρους που δεν συμμετέχουν, ωστόσο, στην επιτροπή καλούν την κυβέρνηση χωρίς καμία περιστροφή να αλλάξει ρότα και να χαλαρώσει εδώ και τώρα πολλά από τα μέτρα, καθώς είναι πλέον προφανές ότι το λοκντάουν δεν λειτουργεί.

Ωστόσο κάπου εδώ μπαίνει και το επικοινωνιακό κομμάτι, καθώς μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να αιτιολογηθεί επαρκώς, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη του την επιμονή της κυβέρνησης στο σκληρό λοκντάουν μέχρι τώρα. Έτσι, πέραν των όποιων αποφάσεων ληφθούν σχετικά με την καραντίνα θα πρέπει να υπάρξει και το αντίστοιχο σπινάρισμα ώστε η κυβέρνηση να μην μείνει έκθετη.

«Γαλάζιες» παραφωνίες

Την ίδια στιγμή ο Μητσοτάκης καλείται να αντιμετωπίσει μια αδιάκοπη σειρά από παραφωνίες είτε από κυβερνητικά είτε από κομματικά στελέχη, οι οποίες υποσκάπτουν κάθε προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως μετριοπαθής πολιτικός απαντώντας κατ’ αυτόν τον τροπο στη σκληρή κριτική της αντιπολίτευσης, η οποία κατηγορεί τη Ν.Δ. για στροφή προς τη σκληρή Δεξιά.

Και αν είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να προβλέψει τι θα πει στα ΜΜΕ ο εκάστοτε συνδικαλιστικός εκπρόσωπος κάποιας μερίδας αστυνομικών προσπαθώντας να αιτιολογήσει τα περιστατικά βίας και αυθαιρεσίας δεν συμβαίνει το ίδιο με στελέχη του κόμματος, τα οποία διά πράξεών τους μοιάζουν να υιοθετούν σκληρή δεξιά ατζέντα ή να επιδεικνύουν συμπεριφορές καθεστωτισμού και αλαζονείας.

Η γνωστή πλέον βάφτιση του Άδωνι Γεωργιάδη, για την οποία εξελίχθηκε σφοδρή αντιπαράθεση στη Βουλή μεταξύ του Αλέξη Τσίπρα και του «γαλάζιου» αντιπρόεδρου, αλλά και οι περιπτώσεις των ευρωβουλευτών Θοδωρή Ζαγοράκη και Στέλιου Κυμπουρόπουλου, που καταψήφισαν ο πρώτος ψήφισμα για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και ο δεύτερος το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση, έστω και αν οι δύο έδωσαν εξηγήσεις, είναι μόνο τρία αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά παραδείγματα που προστίθενται στα επεισόδια αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας των προηγούμενων ημερών.

από topontiki

 teleytaiaexodos.