Κάποτε..πριν χρόνια..πότε πέρασαν όλα;

Μεγάλη εβδομάδα ξημέρωσε φίλοι μου, πως μπορώ να μη γυρίσω πίσω.. 

Έχω μαύρες πλεξούδες, τρέχω πάντα μέσα στο σπίτι, ζωγραφίζω στο δωμάτιο μου μόνη, δεν έχω αδέλφια δυστυχώς....

Το πεντακάθαρο σπίτι στολισμένο με τις βελούδινες βυσσινί ντραπαρίες και το ασορτί τραπεζομάντηλο στο τραπέζι

με τα λεονταρίσια πόδια.. Η γιαγιά μου στην μεγάλη κουζίνα να σχεδιάζει στο μυαλό της από τον ύπνο της ακόμη το πρόγραμμα της εβδομάδος. Οι γονείς μου δεν είχαν μαθήματα στο Πανεπιστήμιο κι εγώ μπορούσα να φύγω από το δωμάτιο μου και να χωθώ επιτέλους ένα πρωινό στο κρεβάτι τους να τους χαρώ! Ήταν ένα μπρούτζινο κρεβάτι που στις 4 μεριές του στους στύλους είχαν μπρούτζινες μπάλες ..

Η γιαγιά μου ετοίμαζε τα τσουρέκια της παρέα με την αδελφή της την θεία Σμαρώ που την Μ. Εβδομάδα ερχόταν σπίτι μας να μείνει να με χαρεί. Ηταν το προνόμοιο να είσαι..μοναχοπαίδι σε όλες τις οικογένειες τους. Μου βάζανε ποδιά και με ανέβαζαν στο ξύλινο σκαμνί δίνοντας μου ζυμάρι να φτιάξω κουλουράκια...να πάρει η ευχή έμεινα σε αυτά...δεν έμαθα ποτέ να φτιάχνω τα τσουρέκια της.

Υπήρχε το μικρό σαλόνι δίπλα στο μεγάλο, εκεί ήταν η τραπεζαρία και εκεί υπήρχε το κουτί με το δώρο μου από την νουνά μου , αδελφή της μητέρας μου. Ήταν μέσα το κλασσικό κόκκινο βελούδινο φόρεμα της ανάστασης με το άσπρο γιακαδάκι, ένα ζευγάρι άσπρεςκάλτσες κεντημένες στην άκρη μία πασχαλίτσα και..τα μαύρα λουστρίνια μου με το λουλουδάκι σχέδιο μπροστά τους. Δίπλα η λαμπάδα μου με το κόκκινο λουλούδι και το φιόγκο και πιο δίπλα ο βελουτέ κόκκινος πετεινός από τον Τερκενλή ξάδελφος της γιαγιάς μου , που άνοιγε και μέσα του είχε μικρά σοκολατάκια μαργαρίτες.

Εκεί σε αυτό το τραπέζι έβαζε η γιαγιά μου τα τσουρέκια της και την Μ.Πέμπτη τα κόκκινα αυγά της. Η πόρτα έκλεινε και..κλείδωνε γιατί δεν έπρεπε να αγγίξω κάτι πριν το Μ. Σάββατο που θα με ντύνανε για την Ανάσταση και το μεγάλο οικογενειακό δείπνο. Θυμάμαι τις αμέτρητες φορές που προσπαθούσα να ανοίξω τη πόρτα με την ελπίδα πως κάποιος ξέχασε να γυρίσει το κλειδί.

Κάθε απόγευμα πηγαίναμε στην εκκλησία με τις γιαγιάδες μου , ανεβασμένες στο γυναικονίτη με το βιβλίο των ψαλμών στο χέρι. Ήταν οι αδελφάδες της, η γιαγιά μου Γεωργία, η θεία Σμαρώ και η θεία Όλγα που ήταν η επίσημη ..νταντά μου για τις βόλτες μου στην Αριστοτέλους από την Τσιμισκή 82 που ήταν το σπίτι μας μέχρις εκεί και μετά γυρισμός από την παραλία να ανεβαίνω σε κάθε παγκάκι που υπήρχε!

Μ. Πέμπτη βράδυ πηγαίναμε οι 3 γιαγιάδες κι εγώ στην εκκλησία όλο το βράδυ να βοηθήσουμε στο στολισμό του Επιταφίου κι εγώ τους πήγαινα τις κορδέλες και τα λουλούδια για τις γυρλάνδες μέχρι που με έπιανε ύπνος νε ένα στασίδι. Αγκαλιά με γύριζαν σπίτι και ξυπνούσα στο κρεβάτι μου από την καμπάνα της Μητρόπολης  που ήταν τόσο κοντά μας. Ήταν η μέρα που η γιαγιά μου δεν έβαζε φαΐ στη κατσαρόλα και μουρμουρούσα που έπρεπε να φάω ελιές ,ψωμί, στιμένα πορτοκάλια και χαλβά της γιαγιάς από νεσεστέ. 

Το σπίτι μας είχετην καλύτερη θέα για τους Επιταφίους των 4 εκκλησιών που διασταυρώνονταν μπροστά μαςκι εμείς στο μπαλκόνι με τα κεριά όλοι μας και τον Ποσειδώνα το σκύλο μας που τον μαλλώναμε να μη γαυγίζει,

Μ. Σάββατο, υπέροχη μέρα για μένα, έπαιρνα τα δώρα μου! Από το μεσημέρι και μετά έβαζα επιτέλους το κόκκινο φουστάνι, φιλούσα την νουνά μου και της έδινα το δώρο της, τσουρέκι και το καλαθάκι με τα αυγά της. Η γιαγιά, οι αδελφάδες, η μητέρα μου και η αδελφή της ετοιμάζανε το βραδυνό. Μοσχομύριζε η μαγειρίτσα, οι τζιγεροσαρμάδες οι πολίτικοι στο φούρνο, η σπλήνα η γεμιστή, τα ντολμαδάκια, η μαγειάτικη σαλάτα. 

Το βράδυ ΟΛΟΙ μαζί στην εκκλησία με τις λαμπάδες μας, ο μπαμπάς μου με ανέβαζε αργότερα στους ώμους του να δω τα βεγγαλικά που θα έρριχναν τα παιδιά. Γυρίζοντας μου έδινε κρυφά κάτι που τα πετούσα στο πεζοδρόμιο και έσκαγαν με θόρυβο! Τον μάλλωνε η μαμά που τρόμαζαν τις γιαγιάδες ..λες και δεν το περίμενα. 

Χριστός Ανέστη λέγαμε και φιλιώμασταν και τσουγκρίζαμε τα αυγά μέχρι τη πόρτα του σπιτιού που ο μπαμπάς μου έμπαινε πρώτος και έκανε με την λαμπάδα τρεις φορές σταυρό επάνω.

Όλοι στο τραπέζι, η σούπα, οι μεζέδες, τα αυγά και το τσουρέκι, οι ευχές , τα φιλιά.... Το ψητό αρνί το τρώγαμε την άλλη μέρα το μεσημέρι, όλοι πάλι στο τραπέζι, οι ίδιοι. Το ψητό αρνί το έφερνε από το φούρνο του Τάγκα απέναντι ο πατέρας μου και πάντα η γιαγιά μου μουρμουρούσε πως.. έλειπαν πατάτες. Ήταν το μεγάλο γιορτινό τραπέζι..που τέλειωνε με την κιθάρα του μπαμπά μου, τα τραγούδια όλων, τις ευχές, εμένα να ανοίγω δώρα..το ποντικάκι το κουρδιστό, την πεταλούδα, τα ρούχα, τις ξυλομπογιές με τα καινούργια μπλοκ για να ζωγραφίζω.

Τα χρόνια πέρασαν..το τραπέζι κάθε φορά κάποιος ..έλειπε..μετά από χρόνια πάλι γέμισε με νέα πρόσωπα, παιδιά, νονοί, γαμπροί, εγγόνια.. Μετά ο χρόνος έφερε τις δικές τους οικογένειες, τα τραπέζια χαρούμενα μα σκορπισμένα κι εμείς με άσπρα μαλλιά και μπόλικες αναμνήσεις, υπέροχες πάντα. 

Φίλοι μου ευχαριστώ που μπήκατε σε αυτές, είμαι ευτυχισμένη που τις έχουμε, είναι το..χνάρι που θα αφήσουμε πίσω μας.

Σας εύχομαι μία όμορφη Μ. Εβδομάδα, ο Θεός να σας φέρει όλες τις χαρές, δώστε αγάπη και νοιώστε την μέσα σας. Ο Δημήτρης κι εγώ σας ευχόμαστε Καλή Ανάσταση με όλη μας την αγάπη!

                   ΑΧΤΙΔΕΝΙΑ ΦΙΛΑΚΙΑ

 http://aktida.blogspot.com/