ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ ΤΗΝ ΒΑΓΙΟΒΔΟΜΑΔΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ:


Την ημέρα αυτή η Ορθοδοξία γιορτάζει το θαύμα της εκ νεκρών έγερσης του Λαζάρου, φίλου και πιστού μαθητού του Ιησού, προαναγγέλλοντας την Ανάσταση του Κυρίου.

Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.
ημέρα της γιορτής είναι πολύ σημαντική και o Άγιος Λάζαρος πολύ θαυματουργός.
Στη Λήμνο ( Γ. Μεγας 1945) συνήθιζαν «την Παρασκευή θα κόψουν τα σύκα κομμάτια μικρά και το Σάββατο θα ζυμώσνε με τη μαγιά. Θα κόψουν ένα κομμάτι ίσαμε μισή οκά, θα διπλώσουν μέσα σύκα και θα κάνουν τρίγωνο. Θα το ζώσουν με κομμάτ’ ζμαρούδ’ όπως γίνεται η φασκιά και τα λεν Λαζάρ’. Δίνουν στις φτωχές και για σχώριο».
Αυτά τα νηστήσιμα τριγωνάκια με τη γέμιση σύκου τα μοίραζαν για να συγχωρήσουν τις ψυχές των προσφιλών τους κεκοιμημένων.
Το Λαζαροσάββατο στη Λήμνο οι νοικοκυρές ζύμωναν ειδικά ψωμάκια, στα οποία έδιναν το σχήμα ανθρώπου με μάτια φτιαγμένα από σταφίδες ή από γαρύφαλλα.
και μάλιστα σαβανωμένου, όπως παριστάνεται ο Λάζαρος στη βυζαντινή εικονογραφία. Τα ψωμάκια αυτά λέγονται λαζαρούδια.
Τα παιδιά, συνήθως τα κορίτσια, οι λαζαρίνες με στολισμένα καλάθια συνήθιζαν να περνούν από τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου.
Κάλαντα του Λαζάρου:
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε των Βαγιών η εβδομάδα.
-Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.
-Πού ήσουν Λάζαρε; Πού ήσουν κρυμμένος;
-Κάτω στους νεκρούς, σαν πεθαμένος.
Δε μου φέρνετε, λίγο νεράκι, που 'ν' το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι, που 'ν' το στόμα μου, σαν περιβόλι.
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.
-Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την πόλη,
σου ’φέρε χαρτί και κομπολόι.
-Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη, γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι.
Το κοφνάκι μου θέλει αυγά, κι η τσεπούλα μου θέλει λεφτά.
Βάγια, Βάγια και Βαγιώ.
τρώνε ψάρι και κολιό.
Και την άλλη Κυριακή,
τρώνε το ψητό τ’ αρνί.
ή
«Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που επήγες.
-Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω και μοιρολογώ και κλαίω.
Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε,με υγεία να σας βρούμε,
και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει, να ζήσει χρόνια εκατό και να τα ξεπεράσει.»
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ
Την Κυριακή των Βαΐων συνήθιζαν να εκκλησιάζονται το πρωί στην εκκλησιά, να παίρνουν βάγια από το παπά, να χτυπούν χαϊδευτικά με τα βάγια ο ένας τον άλλο για το καλό και να επιστρέφουν με τα βάγια στο σπιτικό τους.
Τα βάγια τα έβαζαν στο εικονοστάσι για να συντροφεύουν τους Αγίους. Την ημέρα αυτή συνήθιζαν να καταλύουν ψάρι για να ενδυναμώσουν εν όψη της Μεγάλης Εβδομάδας.
Το βράδυ πήγαιναν στην ακολουθία του Νυμφίου.