Δεν άντεξες...


 Στο καπηλειό του ο χρόνος με κούπες κρασί σε μέθυσε

η ζωή, σου έταξε πολλά, σου ‘πε' λόγια πλάνα, σε γέλασε

κι εσύ καθισμένος σε μιαν άκρη του σκαλιού της, βρίζοντας μονολογούσες

ποιος, και γιατί σ' έφερε εδώ χωρίς να σε ρωτήσει...κι απορούσες

 

Όλες οι υποσχέσεις που σου δώσανε βγήκανε κάλπικες

έβλεπες τα όνειρά σου με τον καιρό να πεθαίνουν, και μέσα σου μάτωνες...

κανένας δεν σου είπε σε ποιο σταθμό θα κατέβεις, και μέχρι που θα φτάσεις

κι όλο ρωτούσες τους συνταξιδιώτες σου αν ήξεραν αυτοί κάτι, για να μάθεις

 

Αναζήτησες την αλήθεια παντού, έψαξες...μα αλήθεια δεν βρήκες

πρόσωπα ξένα, άγνωστες φωνές, όλοι μιλούσαν για έναν Θεό, που εσύ, ποτέ δεν είδες

και τότε, είδες όλη τη κοροϊδία μέσα απ' τον καθρέφτη της ψυχής σου, και δεν άντεξες

έφτυσες κατάμουτρα τη πουτάνα ζωή, και...τρελάθηκες.... 

Μαρίζα Τσιτμή