Ανοίξαμε αλλά ποιον περιμένουμε;

 Του Ιάσονα Κωστόπουλου

Η κυβέρνηση προσπαθεί μέχρι τις 15 Μάη να διαμηνύσει προς πάσα κατεύθυνση ότι η χώρα μπαίνει σε τουριστική περίοδο. Εκεί αποσκοπεί το άνοιγμα της εστίασης, η χαλάρωση του λοκντάουν, η αύξηση των αριθμών στους εμβολιασμούς, καθώς και οι συνεχόμενες αποφάσεις για την άρση όλων των περιορισμών που ίσχυαν μέχρι και σήμερα.

Ωστόσο, η εκκίνηση της «βαριάς βιομηχανίας» της χώρας φαίνεται πως δεν θα είναι απρόσκοπτη, καθώς υπάρχουν προβλήματα τόσο σε σχέση με τις βασικές αγορές από τις οποίες προέρχεται ο ελληνικός τουρισμός, όσο και σε τεχνικά και υγειονομικά ζητήματα που δεν προετοιμάστηκαν όλη την προηγούμενη περίοδο. Με αποτέλεσμα, οι ειδικοί του τουρισμού να προβλέπουν ότι η πραγματική τουριστική περίοδος θα ξεκινήσει μετά τα μέσα Ιουλίου, πάντα σε συνάρτηση με την επιδημιολογική κατάσταση της χώρας.

Βασική αιτία για τις δυσοίωνες προβλέψεις αποτελεί η πορεία της πανδημίας η οποία έχει θέσει τη χώρα «εκτός λίστας» για μεγάλες τουριστικές αγορές όπως αυτές της Αμερικής και της M. Βρετανίας, καθώς οι εν λόγω χώρες συμβουλεύουν τους πολίτες τους να αποφύγουν ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Επιπρόσθετα, η κορύφωση της πανδημίας σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες οδηγεί στην κλιμάκωση των περιορισμών σε αυτές, κάτι που δεν επιτρέπει τη μετακίνηση για τουριστικούς λόγους. Τα παραπάνω, έχουν οδηγήσει ήδη σε ακυρώσεις πτήσεων και κρατήσεων για τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού. Επίσης, σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αλλά και Αμερικανοί πολίτες φαίνεται ότι φέτος έχουν στραφεί στον εγχώριο τουρισμό. Πράγμα που στη σημερινή συγκυρία ευθυγραμμίζεται και με τις προθέσεις των κυβερνήσεων να συγκρατήσουν τον τουρισμό εντός των τειχών, ώστε να μην υπάρξει απώλεια εσόδων. Σε αυτό οφείλεται και η ασυνεννοησία που κυριαρχεί σχετικά με τα διακριτικά πρωτόκολλα καθώς και με το «πράσινο πιστοποιητικό» το οποίο αν και χαιρετίστηκε από την Ε.Ε. έχει μείνει στα χαρτιά. Πράγμα που αναδεικνύει όχι μόνο την εύθραυστη φύση του τουριστικού προϊόντος αλλά και την αποτυχία του κυβερνητικού σχεδιασμού να στηριχθεί σχεδόν αποκλειστικά στο ευρωπαϊκό πιστοποιητικό εμβολιασμού αντί για τις διμερείς διακρατικές συμφωνίες. Με αποτέλεσμα όχι μόνο να είναι εμφανής ο κίνδυνος για μειωμένες ροές αλλά συνολικά η φετινή τουριστική σεζόν να είναι στον αέρα ακολουθώντας για μία ακόμη φορά τις διακυμάνσεις της πανδημίας.

Πέρα από τα διεθνή η φετινή τουριστική σεζόν είναι αντιμέτωπη και με εγχώρια προβλήματα, ως συνέπεια είτε της κακής διαχείρισης της πανδημίας είτε της έλλειψης προετοιμασίας. Αφενός, είναι ξεκάθαρο πως η κορύφωση της πανδημίας στη χώρα αποτελεί εμπόδιο για τον τουρισμό, πράγμα που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί με μία διαφορετική διαχείριση. Επίσης, ακόμη και τα covid-free νησιά τα οποία διαφημίζει η κυβέρνηση, δεν έχουν καταφέρει να πείσουν για την ασφάλεια τους, καθώς πέρα του χαμηλού ποσοστού εμβολιασμών στους διασημότερους προορισμούς, δεν υπάρχει και επάρκεια σε νοσοκομειακές και ιατρικές υποδομές. Πράγμα που βρίσκεται σε αντιδιαστολή με την επιδημιολογική εικόνα βασικών ανταγωνιστών της χώρας, που καθιστά τους αντίστοιχους προορισμούς ασφαλέστερος και άρα πιο εύκολα προσβάσιμους.

Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα διασαφηνίσει τα απαραίτητα υγειονομικά πρωτόκολλα για τη λειτουργία του τουρισμού, ούτε και τον σχεδιασμό της –αν υπάρχει τέτοιος– για την επιδημιολογική επιτήρηση και συγκράτηση της πανδημίας μέσα στο καλοκαίρι. Με αποτέλεσμα οι άνθρωποι του τουρισμού να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την ετοιμότητα της χώρας σε σχέση με την επάρκεια υποδομών υγείας και διενέργειας τεστ, που πέρσι οδήγησαν σε απροειδοποίητα κλεισίματα ολόκληρων νησιών.

Όλα τα παραπάνω έχουν χαμηλώσει τον πήχη των προσδοκιών από τη φετινή σεζόν, κάνοντας τους ειδικούς να μιλούν για τζίρο ίσο με το 40% του 2019 αντί για το 60% που ήταν η αρχική εκτίμηση. Πράγμα που αναμένεται να στριμώξει τους επαγγελματίες του κλάδου που βρίσκονται ήδη σε κακή κατάσταση έπειτα από την περσινή σεζόν και το παρατεταμένο φετινό λοκντάουν. Ακόμη και με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση φαίνεται προσηλωμένη στο να εξυπηρετήσει μεγάλες πολυεθνικές του τουρισμού που αφήνουν λίγα κέρδη συγκριτικά με άλλες πηγές. Ενώ παράλληλα, δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια για την ενίσχυση του εγχώριου τουρισμού που σε αυτές συνθήκες θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματικό στήριγμα.

από edromos