Ένα έτος χωρίς μικρόβια

Ένα έτος χωρίς μικρόβια

Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Μετά από μήνες υπερβολικής απολύμανσης των χεριών μας και την ευλαβική τήρηση κοινωνικών αποστάσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η έκθεση μας στα μικρόβια έχει αλλάξει - προς το καλό και προς το κακό.

Οι πωλήσεις αντισηπτικών αυξήθηκαν κατακόρυφα το 2020, ειδικά μεταξύ των κατηγοριών υψηλότερης περιεκτικότητας αλκοόλ. Όμως, ένας συγκεκριμένος τύπος ξεπερνά κατά πολύ τους άλλους: απολυμαντικά  χεριών.

Στο υψηλότερο σημείο της πανδημίας, η - παραγωγός απολυμαντικών - Purell έριξε περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια στην επέκταση της παραγωγής της. Όπως γνωρίζει όποιος τα χρησιμοποιεί, η εταιρεία δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την ζήτηση. Τα αποστακτήρια και οι κυβερνήσεις συμμετείχαν επίσης στη δράση και μέχρι το τέλος του 2020, οι πωλήσεις απολυμαντικών χεριών είχαν αυξηθεί κατά 600%.

Μερικά από αυτά τα απολυμαντικά εξακολουθούν να παραμένουν ανέγγιχτα σε ντουλάπια  πανδημικών αποθεμάτων. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος τους πήγε στο δέρμα μας, όπου το αλκοόλ διαλύει γρήγορα τους περισσότερους από τους ιούς, τα βακτήρια και τους μύκητες που συναντά. Αυτή η δραματική αύξηση της προσωπικής αποστείρωσης - σε συνδυασμό με πολλές άλλες συνήθειες μείωσης της έκθεσης σε μικρόβια (συμπεριλαμβανομένων της χρήσης μάσκας και της τήρησης κοινωνικής απόστασης) έχει ωθήσει ορισμένους βιολόγους να αναρωτηθούν, σε ακαδημαϊκά άρθρα και προβεβλημένα άρθρα γνώμης, σχετικά με την έκταση της «παράπλευρης βλάβης» στο ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες: η καταστροφή του κορωνοϊού είναι, χωρίς αμφιβολία, υψίστης σημασίας. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν υποκύψει και δεκάδες χιλιάδες περισσότεροι πεθαίνουν κάθε εβδομάδα. Ταυτόχρονα, η πλειοψηφία των τρισεκατομμυρίων μικροβίων που κατοικούν στο δέρμα και στο έντερο μας - συλλογικά, η μικροβιακή κοινότητα μας (Microbiome) - είναι είτε ακίνδυνα είτε χρήσιμα. «Τα μικρόβια που μεταφέρουμε εμπλέκονται σε πολλές από τις θεμελιώδεις διαδικασίες του Homo Sapiens», λέει ο Brett Finlay, καθηγητής μικροβιολογίας και ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολούμπια του Καναδά. Μεταξύ των άλλων ρόλων τους, αυτοί οι οργανισμοί αλληλεπιδρούν με τα ανοσοκύτταρα στο δέρμα μας και τα διδάσκουν να ανταποκρίνονται μόνο σε σοβαρές απειλές. Η συνολική επίδραση της βλάβης στα μικρόβια μας δεν είναι προφανώς καλή ή κακή, αλλά προφανώς δεν είναι μηδενική.

Η μικροβιακή κοινότητα μας βρίσκεται συνεχώς σε χαμηλού επιπέδου συνεχή ρευστότητα, ανάλογα με το περιβάλλον μας - τους ανθρώπους γύρω μας, τα τρόφιμα που τρώμε, τα σαπούνια που χρησιμοποιούμε και ούτω καθεξής. Αλλά πολλά από αυτά καθώς και οι καθημερινές μας συνήθειες έχουν αλλάξει δραματικά τον τελευταίο χρόνο ως αποτέλεσμα της ακραίας εστίασης στην υγιεινή και τις πιθανές ιογενείς εκθέσεις κάθε είδους. Αυτό σχεδόν σίγουρα είχε ουσιαστικά αποτελέσματα στην ποικιλομορφία των μικροβίων μας, ατομικά και συλλογικά, δηλώνει ο Finlay. «Η ανησυχία ορισμένων μικροβιολόγων, την τελευταία δεκαετία, ήταν ότι η παράπλευρη βλάβη της υπερβολικής απολύμανσης και της χρήσης αντιβιοτικών δεν είναι καλή, όσον αφορά τα μικρόβια με τα οποία περάσαμε συμβιωτικά χιλιάδες χρόνια εξέλιξης». Επισημαίνει επίσης, τις σχέσεις μεταξύ της υπερβολικής χρήσης αντιβιοτικών και των αυξανόμενων ποσοστών άσθματος και παχυσαρκίας, καθώς και ορισμένες ενδείξεις σχετικά με τις αρνητικές επιδράσεις της στον αριθμό των φυσιολογικών τοκετών σε σχέση με αυτούς με καισαρική τομή. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η ύπαρξη ποικιλόμορφης μικροβιακής κοινότητας είναι ένας δείκτης - αν και όχι απαραίτητα οδηγός - καλής υγείας.

Η πανδημία μπορεί να έχει επιταχύνει την απώλεια αυτής της ποικιλομορφίας. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Finlay έχει αναφερθεί σε αυτό το θέμα σε αρκετές περιπτώσεις, καθώς όσοι εργάζονται από το σπίτι αρχίζουν να έρχονται αντιμέτωποι με τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της παρατεταμένης απομόνωσης τους. «Όταν χτύπησε ο κορωνοϊός, δημιούργησε ένα μοναδικό πείραμα που, ακόμη βρίσκεται σε εξέλιξη», λέει ο Finlay. «Έχουμε αλλάξει εντελώς τις συμπεριφορές μας, και όταν το κάνουμε αυτό, τροποποιούμε τις μικροβιακές μας εκθέσεις: δεν αγκαλιάζουμε και δεν φιλάμε ανθρώπους, δεν μπαίνουμε στο μετρό και ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο στο σπίτι μαγειρεύοντας», προσθέτει.

Είναι πολύ νωρίς για να είμαστε σίγουροι για τα αποτελέσματα, λέει ο Finlay και τυχόν συσχετίσεις μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες για να αποκωδικοποιηθούν. Ο ίδιος ανησυχεί ιδιαίτερα για τους πολύ νέους και τους πολύ ηλικιωμένους, των οποίων οι μικροβιακές κοινότητες είναι πιο ασταθείς. Επίσης, είναι οι ομάδες των οποίων η καθημερινή ζωή επηρεάστηκε περισσότερο από την πανδημία. «Τα μικρά παιδιά δεν πηγαίνουν στο νηπιαγωγείο» λέει ο Finlay. «Οι ηλικιωμένοι έχουν απομονωθεί από τα εγγόνια τους, που συνήθως παίζουν μαζί τους», καταλήγει.

Ο Finlay δεν είναι μόνος του σε αυτή τη γραμμή ανησυχίας. «Ως γονέας - όχι μόνο ως ερευνητής - με ανησυχούσαν πάντα τα σχέδια για έντονη απολύμανση στα σχολεία», λέει η Melissa Melby, ιατρική ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο του Delaware. «Ο αριθμός των ατόμων που ανέφεραν ότι απολύμαιναν όλα όσα έφερναν  στο  σπίτι τους ήταν πολύ μεγάλος και νομίζω ότι έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε πως οι δραματικές αυτές αλλαγές στη συμπεριφορά υγιεινής και απολύμανσης, θα επηρεάσουν την μικροβιακή κοινότητα, ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά», προσθέτει. 

Ένα αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής έχει ήδη παρατηρηθεί: Έχουμε σπάσει τις αλυσίδες μετάδοσης για κάθε είδους παθογόνα που προκαλούν ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων των ιών του κοινού κρυολογήματος και της γρίπης. Τα περιστατικά αυτών των ασθενειών τον περασμένο χειμώνα ήταν σε - πρόσφατα - ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Οι ειδικοί επιστήμονες δεν υποστηρίζουν βέβαια πως είναι καλό να κολλάμε πολλά κοινά κρυολογήματα. Από την σκοπιά αυτή θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για την πρόσφατη πτώση στον αριθμό αυτών των λοιμώξεων, όπως ακριβώς είμαστε ευγνώμονες που δεν έχουμε πατήσει πρόσφατα κάποιο σκουριασμένο καρφί. Η παροιμία «ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό», δεν ισχύει για αναπνευστικές λοιμώξεις, όπως και για τον τέτανο. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα όμως είναι, αν θα μπορούσαμε να έχουμε χάσει την επαφή με άλλα, πιο χρήσιμα μικρόβια στην πορεία. 

Ένα πρόσφατο άρθρο στους New York Times περιέγραψε την «αυξανόμενη αίσθηση φόβου» των ερευνητών σχετικά με αυτές τις αλλαγές συμπεριφοράς και τις δυνητικά «μη αναστρέψιμες συνέπειές τους». Μερικοί, όμως, αισθάνονται πιο αισιόδοξοι. «Ορισμένα αποτελέσματα θα μπορούσαν να είναι θετικά», λέει ο Martin Blaser, διευθυντής του Κέντρου Προηγμένης Βιοτεχνολογίας και Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Rutgers. Πρώτον, επειδή οι άνθρωποι δεν κρυολόγησαν και έτσι δεν έλαβαν - ακατάλληλα στην πλειονότητα των περιπτώσεων -  συνταγογραφούμενα αντιβιοτικά. Πολλές από αυτές τις θεραπείες είναι κρίσιμες, ακόμη και σωτήριες. Η αλόγιστη χρήση τους όμως, μπορεί να διαταράξει την μικροβιακή ποικιλομορφία στο σώμα μας. Εάν η πανδημία συνέβαλε στον μετριασμό της κατάχρησης και της κακής χρήσης τους, αυτό είναι «αναμφίβολα καλό», κατά την άποψη του Blaser.

Όσο αφορά μερικούς από εμάς, των οποίων η μικροβιακή κοινότητα μπορεί να διαταράχτηκε λόγω απομόνωσης, ο Blaser είναι σχετικά αισιοδοξος. «Η μικροβιακή κοινότητα σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες είναι πολύ ανθεκτική», λέει. Τα μικρόβια που αποκτούμε από επαφές με άλλα άτομα  αργότερα στη ζωή μας, δεν φαίνεται να επιβιώνουν τόσο πολύ, ή να αλλάζουν ριζικά το μικροβιακό θεμέλιο που κάθε άτομο αναπτύσσει πολύ νωρίς στη ζωή του. Τα παντρεμένα ζευγάρια, για παράδειγμα, μοιράζονται πολύ λιγότερα από τα κοινά μικρόβια τους από ότι μια μητέρα και το παιδί της.

Το εάν η απώλεια κοινωνικής επαφής τον τελευταίο χρόνο θα έχει σημασία για την μικροβιακή κοινότητα μας μακροπρόθεσμα, εξαρτάται από τον τρόπο μετάβασης από αυτήν την περίοδο. Για τα μεγαλύτερα παιδιά και τους περισσότερους ενήλικες, ο Finlay διαβεβαιώνει ότι: «η ζημιά είναι αναστρέψιμη». Δηλαδή, η μικροβιακή ποικιλομορφία μας μπορεί να πέσει, αλλά η κοινότητα παραμένει μαζί μας. Οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες μπορούν να συμβάλουν στην ανάκαμψη της ποικιλίας. «Αντί για δίαιτα με ζάχαρη και λευκά άλευρα, προσπαθήστε να τρώτε περισσότερους ξηρούς καρπούς, σπόρους, λαχανικά και όσπρια», συνιστά ο Finlay. Περάστε χρόνο έξω όταν μπορείτε, και παρέα με ζώα. «Τα σκυλιά είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να αποκαταστήσει κανείς την  μικροβιακή έκθεση», προσθέτει.

Σε πολλές οικογένειες, τα μικρά παιδιά μπόρεσαν να περάσουν περισσότερο χρόνο με τους γονείς και τα κατοικίδια ζώα τους από ότι πριν την πανδημία. «Στην πραγματικότητα, πέρασα με την οικογένειά μου περισσότερο χρόνο σε εξωτερικούς χώρους», λέει η Melby, γιατρός / ανθρωπολόγος. Αλλά αυτά τα οφέλη δεν ήταν ομοιόμορφα σε ολόκληρο τον πληθυσμό. «Αν και μερικοί άνθρωποι έχουν βελτιώσει τη ζωή τους από την άποψη της μικροβιακής έκθεσης, γνωρίζω πολλούς ανθρώπους που πήγαν προς την άλλη κατεύθυνση», προσθέτει. Μεταξύ των τελευταίων, είναι εκείνοι που δεν είχαν πρόσβαση σε ασφαλή πάρκα και γειτονιές, τρόφιμα υψηλής ποιότητας και καθαρό αέρα. «Νομίζω ότι αυτή η συνιστώσα βρέθηκε σε μεγάλη εξάρτηση από τους πόρους που είχαν στην διάθεση τους οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της πανδημίας», καταλήγει η Melby. 

«Εάν έχουν τον τρόπο να το κάνουν, υπάρχουν μέτρα που μπορούν να λάβουν οι άνθρωποι για να βεβαιωθούν ότι τα μικρά παιδιά τους αναπτύσσουν μια υγιή μικροβιακή κοινότητα», λέει η Tamara Giles-Vernick, η οποία μελετά ιατρική εθνοϊστορία στο Institut Pasteur. Συγκεκριμένα, λέει, ότι ο θηλασμός φαίνεται να παίζει ρόλο στη δημιουργία των θεμελίων της μικροβιακής  κοινότητας ενός παιδιού. «Αυτό μπορεί να ήταν ευκολότερο κατά τη διάρκεια της πανδημίας από ότι σε κανονικές περιστάσεις, για γυναίκες που εργάζονταν από το σπίτι. Για όσες έπρεπε να αναλάβουν δεύτερη δουλειά, ισχύει βέβαια το αντίστροφο», συμπληρώνει.

Ένα κενό μικροβίων είναι εμφανές ακόμη και σε μη πανδημικούς χρόνους. «Γενικά, οι κοινότητες χαμηλότερης κοινωνικοοικονομικής κλίμακας, τείνουν να έχουν λιγότερη μικροβιακή ποικιλομορφία», λέει η Katherine Amato, βιολόγος - ανθρωπολόγος στο Northwestern University. Στην πιο ακραία μορφή της, αυτή η ανεπάρκεια είναι γνωστή ως «δυσβίωση» και σχετίζεται στενά με μεταβολικές και αυτοάνοσες διαταραχές. Ωστόσο, «η έρευνα μόλις που εξετάζει την επιφάνεια όσον αφορά τις μικροβιακές ανισότητες», λέει η Amato. «Πράγματα όπως το άγχος, η διατροφή, η εργασία με βάρδιες και οι διαταραχές στους κιρκάδιους  ρυθμούς μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο μικροβιακή ποικιλομορφία», προσθέτει. Οι βασικές ανισότητες που επηρεάζουν την μικροβιακή κοινότητα, παίζουν σαφώς ρόλο ως προς το ποιος πεθαίνει από το κορωνοϊό. «Το αν η ίδια η κοινότητα είναι ένας παράγων που επηρεάζει αυτό το αποτέλεσμα, θα πρέπει να δούμε», καταλήγει.

«Πολλές χώρες με υψηλό εισόδημα έχουν κινηθεί για να εμβολιάσουν τους ηλικιωμένους πρώτα, και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό όσον αφορά την αποκατάσταση φυσιολογικών μικροβιακών εκθέσεων», λέει ο Giles-Vernick. Το άνοιγμα γηροκομείων σε εξωτερικούς επισκέπτες όσο το δυνατόν συντομότερο, μπορεί να έχει περισσότερα από καθαρά κοινωνικά και ψυχολογικά οφέλη. Το ίδιο ισχύει και για περιοχές κοινής χρήσης στη φύση. «Στη Γαλλία, είμαστε σε περιορισμό, αλλά σε αντίθεση με την περασμένη άνοιξη, μπορούμε να πάμε σε πάρκα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό», λέει ο Giles-Vernick. 

Η συνεχιζόμενη πρόκληση είναι να αποφευχθεί η δυαδική σκέψη για τα μικρόβια: Δεν είναι απλά καλά ή κακά, περισσότερο από ότι οι άνθρωποι ή τα απολυμαντικά. «Όλα μπορεί να είναι υπερβολικά», υπενθυμίζει ο Blaser, και αυτό περιλαμβάνει την αποστείρωση. Αντιθέτως, πρέπει να εστιαστούμε στη στοχευμένη υγιεινή - και να επικεντρωθούμε στις αποδεδειγμένες, αποτελεσματικές μεθόδους για την πρόληψη της μετάδοσης ασθενειών. «Το απολυμαντικό χεριών μπορεί να είναι ένα θαύμα κατά τη διάρκεια της επιδημίας της χολέρας. αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε ντους με αυτό μετά από κάθε κλήση Zoom», συμπληρώνει.

Πηγή: The Atlantic