ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΕΠΟΝΗΣ ΓΙΑ ΑΣΥΛΙΑ ΛΟΙΜΩΞΙΟΛΟΓΩΝ: ΣΤΙΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΕΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΥΡΟΒΛΗΤΟ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ !!!

"ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΑΝΩ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ"

Συνεχίζει ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε. τ.: "Δεν υπάρχουν «ψεκασμένοι» μηνυτές και «ψεκασμένες» καταγγελίες. Υπάρχουν καταγγέλλοντες ελεύθεροι πολίτες και βάσιμες ή αβάσιμες μηνύσεις." !!!

Του Γρηγορίου Ζ. Πεπόνη,
Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε. τ.


Δεν είναι πρωτόφαντο, δεν είναι πρωτόγνωρο.

Ούτε η υπερψήφισή του από την συμπολιτευτική πλειοψηφία συνιστά, επ’ αυτού, πρωτουργία της Εθνικής μας Αντιπροσωπείας.



Η πνευματική του «μήτρα», ως προς τα καθ’ ημάς, ανάγεται στο απώτερο παρελθόν και σε βάθος χρόνου, αφού πλειστάκις έχει προωθηθεί νομοθετικώς και έχει υπερψηφισθεί και υπέρ άλλων κατηγοριών δημοσίων λειτουργών ή δημοσίων προσώπων.

Απλώς, ο δημόσιος θόρυβος της υπερψήφισης της σχετικής τροπολογίας, συντελούσης σχετικώς και της συγκυρίας της τρεχούσης δραματικής επικαιρότητος, το επανέφερε στο προσκήνιο κατά «τυρβώδη» τρόπο.

Ο λόγος για το θεσπισθέν «ακαταδίωκτον» των μελών της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού, της Επιτροπής Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας και της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών.

«Ακαταδίωκτον», όμως, έναντι ποίου;

Προδήλως και όλως αυτονοήτως έναντι του «διώκοντος», έναντι του αρμοδίως και θεσμικώς τεταγμένου τον έλεγχον τήρησης της νομιμότητος και τον κολασμό κάθε έκνομης εκτροπής, άλλως έναντι της Εισαγγελικής και Δικαστικής Αρχής.

«Νόμω αβάσιμες» και «νόμω αστήρικτες» μηνύσεις ή εγκλήσεις υπήρξαν διαχρονικώς, υπάρχουν και θα εξακολουθήσουν υφιστάμενες, πλην όμως συνιστά «κοινόν τόπον» ότι, στις περιπτώσεις αυτές, οι αβασίμως μηνύοντες, έναντι των καθ’ ων ούτοι στρέφονται, παραμένουν απλώς μηνυτές και ουδέν έτερον πέραν αυτού.

Δεν «διώκουν» και δεν νοείται το αντίθετο.

Ασκούν απλώς, ως πολίτες, το αναφαίρετο συνταγματικό και υπερνομοθετικής ισχύος δικαίωμά τους για παροχή έννομης προστασίας και, συνακολούθως, για ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση σε δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

Πρόκειται για βασικότατο, κεφαλαιώδες και απαράγραπτο δικαίωμα, αναγόμενο στον σκληρό πυρήνα κάθε δημοκρατικώς συντεταγμένης πολιτείας και για στοιχείο «εκ των ων ουκ άνευ» παντός συγχρόνου νομικού πολιτισμού.

Δεν υπάρχουν «ψεκασμένοι» μηνυτές και «ψεκασμένες» καταγγελίες.

Υπάρχουν καταγγέλλοντες ελεύθεροι πολίτες και βάσιμες ή αβάσιμες μηνύσεις.

Μοναδικός κριτής τους, «λυδία λίθος» και «φίλτρο» της αξιοπιστίας τους ή μη η συντεταγμένη Δικαιοσύνη και μόνον αυτή, στα πλαίσια πάντοτε του Συντάγματος και των νόμων.

Εκτός και προσχωρήσουμε στην ολέθρια για το συνολικό πολιτειακό εποικοδόμημα εκδοχή, κατά την οποίαν το «ακαταδίωκτο» σκοπεί την προστασία των υπέρ ων τούτο, έναντι μιας «άκριτης» και «αφερέγγυας» Δικαιοσύνης.

Δεν χρήζει ιδιαιτέρων ικανοτήτων η κατανόηση του προφανούς, ούτε ειδικότερης ανάλυσης η αντίληψη του προδήλου.

Ωστόσο, δεν μπορεί να μην επισημανθεί το καταφανές και αναμφισβήτητο ότι, στην χώρα μας, η ελεύθερη έκφραση της επιστημονικής γνώμης ή θέσης, όταν αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματική κρίση και την αληθή πεποίθηση του φορέως της, έστω και αν είναι εσφαλμένη, αλλά και οι lege artis ενέργειες των «Ασκληπιάδων», κατοχυρούνται και προστατεύονται πολλαπλώς, ενώ δεν συνιστά άδικη πράξη η ενάσκηση δικαιώματος ή η εκπλήρωση καθήκοντος προβλεπομένου υπό του νόμου.

Μόνον που αυτά θα πρέπει να διαγιγνώσκονται και να καταφάσκονται κάθε φορά και δεν νοείται νομοθετική αποδοχή της συνδρομής τους εκ των προτέρων και προ πάσης ενεργείας του υποκειμένου τους.

Το τελευταίο τούτο, πέραν της έλλειψης δικαιοκρατικής ευαισθησίας που αναδεικνύει, είναι ήκιστα συμβατό τόσον με την αντίληψη και νοοτροπία που πρέπει να διατρέχει μια δημοκρατική πολιτεία, όσον και με την ισχύουσα Συνταγματική νομιμότητα.

Η ισότητα έναντι του νόμου των πολιτών, εμπεριέχει και την ισότητα του νόμου έναντι των τελευταίων.

Είτε προστατεύει, είτε τιμωρεί, ο νόμος πρέπει να είναι ο ίδιος για όλους.

Και βεβαίως, όποιος παρανομεί, πρέπει να υφίσταται, υπό τους αυτούς όρους, τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες.

Στην Συντεταγμένη Δημοκρατική Πολιτεία δεν νοείται να υπάρχουν περιχαρακώσεις «απυρόβλητου» έναντι της νομιμότητος.

Ούτε να τίθεται κάποιος, δια νόμου, υπεράνω του νόμου.

Ωστόσο, δεν μπορεί να μη διεγείρουν προβληματισμό και έντονο σκεπτικισμό οι υφιστάμενες στην Ελληνική έννομη τάξη πλείονες περιπτώσεις θεσπισμένου «ακαταδίωκτου».

Επισημαίνεται προς την κατεύθυνση αυτή και ως ενδεικτική της διαφαινόμενης τάσης, μετά την εξ αιτίας της τελευταίας περίπτωσης ανακίνηση και αναζωπύρωση του συναφούς ζητήματος, η δημόσια προβολή θέσεων και διατύπωση προτάσεων για επέκταση της συγκεκριμένης νομοθετικής προνομιακής πρόνοιας και υπέρ άλλων κατηγοριών προσώπων και επαγγελματικών κλάδων.

Αυτονόητο, όμως, είναι ότι δεν μπορεί, έναντι του νόμου, να είναι υπεύθυνοι μόνον «οι άλλοι».

Εν δυνάμει και αδιακρίτως ο οιοσδήποτε, υφ’ οιασδήποτε συνθήκας και σε οποιαδήποτε δραστηριότητα και αν επιδίδεται, ενδέχεται να παρανομήσει.

Και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί παρά να υποστεί την Εισαγγελική ή και την Δικαστική «διήθηση» της συμπεριφοράς και των ενεργειών του.

Τα «ακαταδίωκτα», και επί αγαθών έτι κινήτρων ερειδόμενα, αποτελούν δικαιοπολιτικές και δικαιοκρατικές «σκιές».

Αντ’ αυτών θα είχε λογική, ενδεχομένως, η εξέταση ανάληψης της νομικής εκπροσώπησης των «καθ’ ων» από το Δημόσιο, ως προς την ποινική ευθύνη, εάν ο «ηθμός» της Δικαιοσύνης δεν ήθελε καταστήσει αυτήν ως άνευ αντικειμένου, με σχετική αρχειοθέτηση αρχήθεν και πριν από κάθε εξέταση τούτων, ως προς δε την αστική ευθύνη, οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 104, 105 , 106 του ΕισΝ του ΑΚ καθορίζουν την κατεύθυνση αναζήτησης ειδικότερης ρύθμισης, αν δεν παρέχουν αμέσως και ευθέως την ρύθμιση αυτή.

Εν όψει, όθεν, του πανθομολογούμενου και κοινώς παραδεκτού ότι η Ελλάδα συνιστά σύγχρονο και δημοκρατικό κράτος δικαίου και όχι οντότητα κρατικής εξουσίας σκοτεινών, για την κοινωνία και την ανθρωπότητα, ιστορικών περιόδων του παρελθόντος, αλλοίμονο, εάν η απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων δημοσίων λειτουργών και των μελών ποικιλώνυμων οργάνων, φορέων και επιτροπών προϋποθέτει «ανεύθυνα» και «ακαταδίωκτα» αυτών.

Αλλοίμονο, εάν εμμείνουμε στην συγκρότηση κοινωνίας υπαγομένων και μη στον νόμο κοινωνών και στην διαμόρφωση πολιτών υπό τον νόμο και υπεράνω αυτού.

Δεν αρκεί η ισότητα ενώπιον του νόμου να προβλέπεται ως δικαίωμα.

Πρέπει να είναι και αδιαμφισβήτητο, αψεγάδιαστο, «ακηλίδωτο» και ακίβδηλο γεγονός.

Σε κάθε περίπτωση, του τελευταίου τούτου θεσμικός φύλακας, κριτής και εγγυητής είναι, φύσει και θέσει, η Δικαστική Αρχή.

Αυτή και μόνον αυτή θα κρίνει εάν η άσκηση του δικαιώματος «της διαφορετικής νομοθετικής ρύθμισης», για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, δεν εκδηλούται προφασιαστικώς, αλλά κινείται στα επιτρεπτά και επιβεβλημένα νόμιμα πλαίσια.

Η ίδια, τέλος, ex post facto πάντα, θα αποφασίσει την υπαγωγή ή μη στην ειδική ρύθμιση συγκεκριμένης εκδηλωθείσας πράξης ή παράλειψης, της εξ υποκειμένου και εν δυνάμει ενδεχομένης δολιότητος τιθεμένης απολύτως, κατηγορηματικώς και σε κάθε περίπτωση εκτός πάσης συζητήσεως και εκτός πεδίου του συναφούς προβληματισμού.


πηγη
dikastiko.gr