Το πισωγύρισμα σε συνθήκες μεσαίωνα, δεν είναι «εκσυγχρονισμός»


 Γράφει ο Λάμπρος Τόκας

Αύριο το απόγευμα, θα τεθεί προς ψήφιση στη Βουλή, το νομοσχέδιο – “έκτρωμα” για τα εργασιακά, με το οποίο η κυβέρνηση της ΝΔ, επιδιώκει να μεγιστοποιήσει την κερδοφορία των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, μέσα από τον παραπέρα σφαγιασμό κατακτήσεων και δικαιωμάτων των εργαζομένων (8ωρο, Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, συνδικαλιστικές ελευθερίες κλπ). 

Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου αυτού, που οι κυβερνώντες και οι κάθε είδους υποστηρικτές τους τις εμφανίζουν σαν «προοδευτικές» και «εκσυγχρονιστικές», στην πραγματικότητα οδηγούν στο πισωγύρισμα και σε εργασιακές συνθήκες του μεσαίωνα!

Η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη και του αρμόδιου υπουργού Εργασίας Κ. Χατζιδάκη, που- από κοινού με τα φιλικά στην κυβέρνηση Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης- προπαγανδίζουν τις αντιδραστικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για τα εργασιακά “προς όφελος των εργαζομένων”, κάνουν ιδιαίτερα επίκαιρο το ποίημα με τίτλο «Ενας Αριθμός», που έγραψε ο γνωστός Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους Άντον Πάβλοβιτσ Τσέχωφ, που έχει ως εξής.

Ένας αριθμός

Τις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

— Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ’χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν… Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα.

—  Για σαράντα.

—  Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες… Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…

—  Δύο μήνες και πέντε μέρες…

—  Δύο μήνες ακριβώς… Το έχω σημειώσει… Λοιπόν έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύεις τις Κυριακές. Πηγαίνεις περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

—  Τρεις γιορτές… μάς κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα. Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν…Χμ! σαράντα ένα ρούβλια. Σωστά;

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

—  Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να ’χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…

—  Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράγμα, μουρμούρισε η Ιουλία.

—  Το έχω σημειώσει!

—  Καλά…

—  Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

—  Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα κι όλα που δανείστηκα.

—  Μπα; Και ’γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα…

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

—  Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

—  Και γιατί μ’ ευχαριστείς;

—  Για τα χρήματα.

—   Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;

—   Οι άλλοι δε μου ’διναν τίποτα!…

—   Δε σου ’διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια. Τα είχα έτοιμα στο φάκελο. Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

* * *

Αν και το ποίημα αυτό (θα το βρείτε στο βιβλίο «Διηγήματα» του ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ) γράφτηκε πριν περίπου ενάμιση αιώνα, απεικονίζει ανάγλυφα το καθεστώς υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων που έχουν εξασφαλίσει στους κεφαλαιοκράτες όλες οι μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις των αστικών κομμάτων. Το ανελέητο πετσόκομμα της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων με διάφορες μορφές, όπως οι μειώσεις και πάγωμα μισθών με τους Μνημονιακούς νόμους, η απλήρωτη εργασία, οι απολύσεις, οι αυξήσεις τιμών σε είδη πρώτης ανάγκης, η υπερφορολόγηση κλπ), επιβεβαιώνει επίσης με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τον Κάρολο Μαρξ, ο οποίος περιγράφοντας την κερδοσκοπική ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου, έγραφε:

“Με το ανάλογο κέρδος, το κεφάλαιο γίνεται θαρραλέο. Με 10% γίνεται σίγουρο. Με 20% ζωηρεύει. Με 50%, γίνεται παράτολμα θετικό. Με 100% ποδοπατά κάθε ανθρώπινο νόμο. Με 300%, δεν υπάρχει έγκλημα, που δεν ριψοκινδυνεύει να το διαπράξει, ακόμα και με τον κίνδυνο της Καρμανιόλας”. (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 1ος τόμος).

από imerodromos

 teleytaiaexodos.blogspot.com