Αφοπλίζει τον κόσμο της εργασίας ο Χατζηδάκης


Γράφει ο Κώστας Μελάς

Με το νομοσχέδιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη φαίνεται ότι ολοκληρώνεται η απορρύθμιση του θεσμικού πλαισίου που ρύθμιζε τα εργασιακά θέματα και την αγορά εργασίας γενικότερα. Οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, που κατέθεσε ο υπουργός Κωστής Χατζηδάκης διαμορφώνουν ένα νέο εργασιακό υπόδειγμα, όπου το ατομικό

κυριαρχεί, προκαλώντας αρνητικές συνέπειες στην παροχή θεσμικής προστασία του συλλογικού εργατικού δικαίου (σύμβαση και διαβούλευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων), στην άσκηση των δικαιωμάτων (απεργία) και στην αυτονομία των συνδικάτων.

Συγκεκριμένα οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου ανατρέπουν όλες τις ισχύουσες μέχρι σήμερα παραμέτρους που προσδιορίζουν τα βασικά στοιχεία της μισθωτής εργασίας. Δηλαδή τον Χρόνο, τους Μισθούς και τις Αμοιβές, τον Χώρο αλλά και τον τρόπο προσφοράς της εργασίας (τηλεργασία), καθώς και το είδος της ευέλικτης παρεχόμενης εργασίας. Τί επιδιώκεται με αυτό το νομοσχέδιο και συγκεκριμένα πώς αυτό υπηρετεί το οικονομικό υπόδειγμα που προσπαθεί να εφαρμόσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη; Νομίζω ότι η όλη η προσπάθεια κατατείνει στη συντριβή της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων που μόνο μέσω της συλλογικής έκφρασης μπορεί να έχει αποτέλεσμα στην αντιπαράθεση/ σύγκρουση με τις επιχειρηματικές ομάδες.

Αυτό είναι αποδεδειγμένο ιστορικά τουλάχιστον τα τελευταία 150 χρόνια. Οι συντάκτες του νομοσχεδίου είτε είναι ανιστόρητοι όταν δηλώνουν ότι ατομικά κάθε εργαζόμενος βρίσκεται σε ισοδύναμη θέση με τον εργοδότη του, είτε δεν έχουν εργαστεί ποτέ στην πραγματική αγορά εργασίας, παρά μόνο ευκαιριακά σε διευθυντικές θέσεις, οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα από αυτές των εργαζομένων, είτε έχουν τέτοιο ιδεολογικό φανατισμό που αγνοούν ότι τα οικονομικά υποδείγματα που υπηρετούν δεν οδηγούν στους στόχους που έχουν θέσει, κάτι που πάλι ιστορικά αλλά και θεωρητικά έχει πληθώρα αποδείξεων.

Αφοπλίζει τον κόσμο της εργασίας

Η λειτουργία της “ελεύθερης αγοράς” που επιδιώκεται από τους θιασώτες των νεοκλασικών οικονομικών, η οποία ξεκινά από την σκέψη ότι το καπιταλιστικό σύστημα που ζούμε είναι ένα αρμονικό σύστημα στο οποίο δεν υπάρχουν συγκρούσεις, ειδικά μέσα στις επιχειρήσεις, αλλά και γενικότερα. Πρόκειται για μια εντελώς πλασματική εικόνα που δεν ανταποκρίνεται σε καμία ιστορική πραγματικότητα. Ούτε είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεται η συλλογική έκφραση των εργαζομένων ως παρέμβαση μονοπωλιακής δύναμης που λειτουργεί διαστρεβλωτικά στη λειτουργία της υπάρχουσας “ελεύθερης αγοράς” (sic), όταν η χώρα μας κυριαρχείται αποκλειστικά από ολιγοπωλιακές καταστάσεις οριζοντίως, καθέτως και διαγωνίως!!!

Η οικονομική επιδίωξη επί της ουσίας είναι η πλήρης παροχή ελευθερίας στις επιχειρήσεις από το βάρος της θεσμικής προστασίας της εργασίας διότι, με αυτό τον τρόπο θα αυξηθούν οι επενδύσεις, οι θέσεις εργασίας και θα μεγεθυνθεί το εισόδημα. Δυστυχώς, όλα τα παραπάνω για ακόμη μια φορά δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα του καπιταλιστικού συστήματος.

Είναι γνωστόν ότι το σύστημα λειτουργεί σαν να βαδίζει “στην κόψη του ξυραφιού”. Ότι περιορίζεται από τις αμοιβές των εργαζομένων (η θεσμική μείωση της προστασίας των εργαζομένων μεταφράζεται εν πολλοίς σε μείωση και των αμοιβών τους), προκειμένου να μειωθεί το κόστος παραγωγής και οι τιμές, ώστε, να γίνουν ανταγωνιστικές οι επιχειρήσεις. Αφαιρείται από το εισόδημά τους και άρα από τη ζήτηση της οικονομίας με αποτέλεσμα ποτέ να μην επιτυγχάνονται οι τιθέμενοι στόχοι.

Ο Χατζηδάκης και οι σχολές σκέψης

Συνεπώς δεν μπορεί να επέλθει μακροχρόνια σταθερή πορεία της οικονομίας με αποκλεισμό των εργαζομένων. Η αναπαραγωγή του ίδιου του συστήματος γίνεται δύσκολη και με βάση την ιστορική διαδρομή του καπιταλιστικού συστήματος αυτό οδηγείται σε κρίση. Πρόκειται για ζήτημα που απασχολεί την οικονομική θεωρία παραπάνω από ένα αιώνα.

Δύο λόγια μόνο για αυτό (πλήρης ανάλυση υπάρχει στο Κ. Μελάς, J.M. Keynes, μία απαραίτητη επιστροφή, Εκδόσεις ΑΑ. Λιβάνη, 2019). Η λογική των οικονομικών δογμάτων που υπηρετεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίστροφη σχέση μεταξύ των τιμών και της ζήτησης της οικονομίας. Επομένως αν οι τιμές των προϊόντων μειωθούν θα αυξηθεί η ζήτηση και επομένως το εισόδημα. Οι μισθοί αποτελούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού των τιμών.

Επομένως από τη στιγμή που τα συνδικάτα (συλλογική έκφραση των εργαζομένων) δεν επιτρέπουν στη διαπραγμάτευση μείωση των ονομαστικών μισθών, εμποδίζουν τη μείωση των τιμών και την αύξηση της ζήτησης και της παραγωγής. Άρα η συλλογική έκφραση των εργαζομένων είναι υπαίτια για τη μη αύξηση της παραγωγής. Όλη η παραπάνω συλλογιστική στηρίζεται, μεταξύ άλλων, πρωτίστως στην αποδοχή αντίστροφης ύπαρξης μεταξύ τιμών/μισθών με την παραγωγή/εισόδημα.

Όμως οι αντιτιθέμενες οικονομικές σχολές σκέψεις (εμπνεόμενες από την σκέψη του Keynes) υποστηρίζουν ότι ακόμη και αν τα συνδικάτα αποδέχονταν τη μείωση των ονομαστικών μισθών δεν ήταν αναγκαστικά βέβαιη η εξάπλωση της συνολικής ζήτησης και της παραγωγής. Αυτό με απλά λόγια, διότι, δεν φαίνεται να ισχύει η βασική προϋπόθεση που στηρίζει την προηγουμένη άποψη, δηλαδή η αντίστροφη σχέση μεταξύ τιμών/μισθών και ζήτησης/παραγωγής. Η συνολική ζήτηση επηρεάζεται από την ροπή για κατανάλωση και από το επιτόκιο. Οι επιδράσεις μιας μείωσης των τιμών είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν αυτές τις μεταβλητές με τον τρόπο που υποθέτει το οικονομικό δόγμα της νεοκλασικής σχολής.

από slpress

 https://teleytaiaexodos.blogspot.com