Οξύνεται ο ανταγωνισμός στην αγορά ρεύματος- Αλλαγή παρόχου χωρίς «πέναλτι»

Τετραπλάσιες το 2020 οι μετακινήσεις συνδρομητών, ενώ η ΡΑΕ προωθεί την κατάργηση των χρεώσεων αλλαγής παρόχου


Κλιμακώνεται ο πόλεμος για τα μερίδια στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος,  ενώ η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας προωθεί ένα μέτρο που εκτιμάται ότι θα επιταχύνει ακόμη περισσότερο τις μετακινήσεις μεταξύ παρόχων, καταργώντας τα "πέναλτι" που επιβάλλονται για διακοπή σύμβασης από τον καταναλωτή πριν από τη λήξη της.

Στοιχεία που δημοσιεύονται στο σχέδιο μεταρρύθμισης της ελληνικής αγοράς ενέργειας, το οποίο τέθηκε σε διαβούλευση από την Κομισιόν, δείχνουν ότι τη διετία 2019 - 2020 «ξύπνησε»

ο ανταγωνισμός στην ελληνική αγορά ηλεκτρικού ρεύματος, που, παρότι τυπικά ήταν απελευθερώμενη εδώ και χρόνια, βρισκόταν για διάφορους λόγους σε στασιμότητα, σε ό,τι αφορά τις μετακινήσεις των καταναλωτών μεταξύ των διαφορετικών παρόχων.

Ειδικότερα, όπως φαίνεται στον πίνακα,

  • Το 2019 ήταν ο πρώτος χρόνος μεγάλης αύξησης του ποσοστού των συνδρομητών που άλλαξαν πάροχο, καθώς σχεδόν διπλασιάσθηκε, από το 4,51% στο 8,5%. Τα προηγούμενα χρόνια καταγραφόταν επίσης αύξηση, αλλά με αργούς ρυθμούς. Τη διετία 2014 - 2015 το ποσοστό ήταν κοντά στο μηδέν και προοδευτικά αυξήθηκε στο 4,51% το 2018.
  • Εξαιρετικά ενδιαφέρον, όμως, είναι το φαινόμενο που παρατηρήθηκε το 2020, καθώς το ποσοστό συνδρομητών που άλλαξαν πάροχο μειώθηκε ελαφρώς, από 8,5% σε 7,8%. Ομως αυτοί οι συνδρομητές που μετακινήθηκαν αντιπροσώπευαν σχεδόν τετραπλάσιο ποσοστό της κατανάλωσης ηλεκτρισμού, από 2,22% το 2019 σε 8,12% το 2020. Όπως όλα δείχνουν άλλαξε το μείγμα των καταναλωτών που αλλάζουν πάροχο και προστέθηκαν περισσότερες επιχειρήσεις, που έχουν μεγαλύτερη κατανάλωση από τα νοικοκυριά.

Οι αλλαγές παρόχων


 

Οι αλλαγές παρόχου γίνονται κυρίως από τη ΔΕΗ προς τις ιδιωτικές εταιρείες, αλλά πλέον είναι αρκετά σημαντικός και ο αριθμός των συνδρομητών που μετακινούνται από μια ιδιωτική εταιρεία σε μια άλλη, αναζητώντας την καλύτερη προσφορά στα τιμολόγια. Πάντως, η ΔΕΗ παρέμεινε και το 2020 κυρίαρχη στη λιανική αγορά, με μερίδιο 70%, παρότι έχει μειωθεί σε ποσοστό μόλις 33% το μερίδιό της στην παραγωγή ενέργειας.

Σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά, η κινητικότητα των συνδρομητών έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο το τρέχον έτος. Την επιταχύνουν τους τελευταίους μήνες οι επιθετικές πρακτικές μάρκετινγκ των ιδιωτικών εταιρειών, που κατά κανόνα διαφημίζουν εκπτώσεις συνέπειας σχεδόν 50%.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης έχει εκφράσει δημόσια την ενόχλησή του για αυτές τις πρακτικές, λέγοντας ότι διαφημίζονται οι εκπτώσεις αλλά όχι και οι ρήτρες χονδρικής που μπορεί να «φουσκώνουν» τους λογαριασμούς.

Σε κάθε περίπτωση ο ανταγωνισμός στην αγορά ρεύματος θα ενταθεί ακόμη περισσότερο το επόμενο διάστημα, καθώς η ΡΑΕ επιδιώκει να καταργήσει και τον τελευταίο περιορισμό που έκανε τους καταναλωτές να διστάζουν να λύσουν ένα συμβόλαιο πρόωρα, για να αξιοποιήσουν μια καλύτερη προσφορά από ανταγωνιστικό πάροχο.

Η ρήτρα πρόωρης αποχώρησης

Στη δέσμη προτάσεων για την αλλαγή των ρυθμιστικών κανόνων, την οποία έθεσε η ΡΑΕ σε διαβούλευση ως το τέλος Αυγούστου, με την προοπτική να εκδώσει αμέσως μετά σχετική απόφαση, περιλαμβάνεται και η κατάργηση της ρήτρας πρόωρης αποχώρησης, είτε για λόγους αλλαγής προμηθευτή είτε για λόγους τερματισμού της σύμβασης και αποσύνδεσης του μετρητή. Το πέναλτι αλλαγής προμηθευτή, όπως προτείνει η ΡΑΕ, θα μπορούσε να διατηρηθεί μόνο στην περίπτωση της καταγγελίας από τον πελάτη μιας σύμβασης σταθερής τιμής (δηλαδή χωρίς ρήτρα τιμής χονδρικής). Όπως τονίζει η ΡΑΕ, η επιβολή της σχετικής ρήτρας οφείλει να είναι πλήρως αποσυνδεδεμένη από την ενάσκηση από τον καταναλωτή του δικαιώματός του περί αλλαγής προμηθευτή.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σημειώνει η Αρχή, οι περισσότερες χώρες (Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο, Ιταλία, Λετονία, Κροατία, Σλοβενία) δεν επιτρέπουν την επιβολή τελών, κατ’ ελάχιστον στους οικιακούς καταναλωτές και τις μικρές επιχειρήσεις. Καταγράφεται η περίπτωση της Σουηδίας, όπου επιτρέπεται μεν η επιβολή τελών λόγω πρόωρης λήξης της σύμβασης (termination fees), όχι όμως αν η αιτία έγκειται στην αλλαγή προμηθευτή (switching fees). Σε κάθε δε περίπτωση, τα τέλη λήξης επιτρέπονται μόνο στα «σταθερά τιμολόγια».

Ομοίως, στην περίπτωση της Γαλλίας, οι οικιακοί πελάτες απαλλάσσονται από την επιβολή «τέλους αλλαγής προμηθευτή». Το εν λόγω τέλος, επισημαίνει η ΡΑΕ, επιβάλλεται σε μικρούς μη-οικιακούς πελάτες (κάτω των 36 kVA) εφόσον έχουν συνάψει συμβάσεις σταθερής τιμής ή/και σταθερού χρόνου. Περαιτέρω, στη Γαλλία, δύναται να επιβάλλονται τέλη λήξης της Σύμβασης, τα οποία συσχετίζονται με συγκεκριμένα κόστη του Διαχειριστή του Δικτύου Διανομής.