Ο οικοτουρισμός ως λύση


Του Γιάννη Σχίζα

Σε προηγούμενα άρθρα μου αναφερόμουν στις καταστάσεις «τουριστικής μονοκαλλιέργειας», που αναπτύσσονται όλο και περισσότερο στον νησιωτικό χώρο. Η αποδυνάμωση ή εξάλειψη του πρωτογενούς τομέα συμπορεύεται με νέες μορφές τουριστικών υπηρεσιών και με την ανάδυση μιας νέας τοπικής κοινωνίας, που σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό γίνεται «εισαγόμενη» και ευκαιριακή.

Η κοινωνία αυτή ευνοεί την αποσιώπηση κάθε ριζοσπαστικής κριτικής όσον αφορά τα τουριστικά δρώμενα, ενώ επίσης διέπεται από μια καθαρά «πελατειακή λογική»: «Λογική» που οδηγεί στη «μετάλλαξη» του τουριστικού χώρου, όπως είναι οι χιονοδρομικές πίστες στην καρδιά της ερήμου του Ντουμπάι (!) ή τα γήπεδα γκολφ στα κατσάβραχα της Κρήτης. Η οποία όμως μερικές φορές καταφέρνει να γίνεται και διασκεδαστική…

Ας διαβάσουμε λόγου χάρη ένα τουριστικό «συμβάν» που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πολίτης» του Ιουλίου-Αυγούστου 2006, το οποίο περιγράφεται υπό της Μαρίνας Κόντη ως «Γαϊδουροκαβαλαρία με ψήσιμο κοψιδιών στην παραλία». Εν αρχή η αρθρογράφος γίνεται μάρτυς του χάπενινγκ και αισθάνεται μάλιστα ελαφρά ζηλοτυπία, μερικές όμως ημέρες αργότερα διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται περί μεμονωμένου συμβάντος, δεδομένου ότι πλείστα όσα τουριστικά γραφεία διοργανώνουν τρέκινγκ με γαϊδούρια στην ακροθαλασσιά, ορισμένα των οποίων συνοδεύονται από «μπάρμπεκιου» και ενατένιση του ηλιοβασιλέματος…

Γενικά ο Τουρισμός «τέχνας κατεργάζεται», δοκιμάζοντας διάφορες τεχνικές και συνδυασμούς, που είναι ενίοτε χαριτωμένοι αλλά συχνά-πυκνά κιτσοειδείς, και που γενικά στοχεύουν στην προσέλκυση πελατείας. Διαβάζουμε σε ένα άρθρο του Τάσου Μπότουλα: «…Τα πάλαι ποτέ traditional villages» έχουν μεταβληθεί σε ένα κακόγουστο παζάρι, χωρίς να έχει διασωθεί ίχνος παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, και όπου υπάρχουν άπειρα τουριστικά μαγαζιά με θαυματουργά βότανα, τσολιαδάκια και… γιαπωνέζικα πόκεμον». Αυτό το «traditional villages» φαίνεται εκ πρώτης όψεως τόσο αστείο όσο και το «return to the roots» («επιστροφή στις ρίζες») του Τζίμυ Πανούση – έκφραση διά μέσου της οποίας χλευάζονταν το επιπόλαιο και ελαφρολαϊκό πνεύμα της «επιστροφής» σε διάφορες παραδόσεις. Ανεξάρτητα πάντως από την αστειότητα της συγκεκριμένης πινακίδας, το σίγουρο είναι ότι η τουριστική βιομηχανία αναλαμβάνει συχνά τη σκηνοθεσία του παρελθόντος χωρίς να χαμπαριάζει από αυθεντικότητες και γνήσιο πολιτισμό…

Αυτό που λείπει είναι μια οικονομία με μεγαλύτερο εύρος προϊόντων και στην προκειμένη περίπτωση με μεγαλύτερο πρωτογενή τομέα, ικανή να αντιμετωπίσει την εγχώρια αλλά και την ξένη ζήτηση

Καταχρηστικός όρος

Παλιά ο όρος «τουριστική βιομηχανία» εθεωρείτο μάλλον καταχρηστικός και «ευφημιστικός», δεδομένου ότι απέδιδε την ιδιότητα της «παραγωγικής δραστηριότητας» σε έναν τομέα θεωρούμενο ως δευτεροκλασάτο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου προειδοποιούσε για τον κίνδυνο να γίνει η Ελλάδα χώρα των γκαρσονιών, οι διανοούμενοι μίλαγαν για την αποδυνάμωση της παραγωγικής οικονομίας προς όφελος της μεταπρατικής. Έκτοτε κύλησε πολύ νερό, η αποβιομηχάνιση της δεκαετίας του ’80 και ’90 ανέτρεψε τα παλιά «προοδευτικά» οράματα, ενώ «ανεπαισθήτως» η κοινωνία συμφιλιώθηκε με την πρωτοκαθεδρία των υπηρεσιών – συμπεριλαμβανομένων των γκαρσονικών τοιούτων. Ο τουρισμός θεωρήθηκε ως δραστηριότητα με «συγκριτικό πλεονέκτημα» μέσα στον διεθνή καταμερισμό των έργων, ενώ πολλές βιομηχανικές ή αγροτικές δραστηριότητες θεωρήθηκαν μη βιώσιμες. Η χώρα βέβαια δεν μπορούσε να καλύψει όλο το εύρος των προϊόντων και υπηρεσιών που χρειάζονταν, όμως θα μπορούσε να καλύψει ένα συγκεκριμένο μεγαλύτερο εύρος και μάλιστα να διατηρήσει τομείς παραγωγής «έκτακτης ανάγκης». Η πορεία της Ε.Ε. διασκέδασε τις ανησυχίες για μια οικονομία ευάλωτη λόγω της υπερβολικής εξάρτησης από τον τουρισμό – όμως οι ανησυχίες για την επέλευση μιας άλλης κοινωνίας, πελατειοκεντρικής, σε απόλυτη ρήξη με την παράδοση, που θυσιάζει τον κριτικό λόγο μπροστά στις ανάγκες εξωραϊσμού του τουριστικού προϊόντος, κάθε άλλο παρά απαντήθηκαν. Εξάλλου, η πορεία στην Ε.Ε. διέψευσε τις προβλέψεις περί ασφάλειας, η τουρκική απειλή πήρε μεγάλες διαστάσεις σε Ελλάδα και Κύπρο και ο κίνδυνος ενός πολέμου δρούσε κι αυτός αντιτουριστικά.

Ο οικοτουρισμός, σαν απάντηση στις υπαρκτές μονοκαλλιέργειες και σαν δυνατότητα επιλογής ενός «τουριστικού προϊόντος» σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας και σε όλες τις εποχές, αποτελεί μια λύση, που όμως δεν μπορεί από μόνη της να θεραπεύσει τις υπαρκτές ανισότητες: Αυτό που λείπει είναι μια οικονομία με μεγαλύτερο εύρος προϊόντων και στην προκειμένη περίπτωση με μεγαλύτερο πρωτογενή τομέα, ικανή να αντιμετωπίσει την εγχώρια αλλά και την ξένη ζήτηση. Ας μην ξεχνάμε ότι μια χώρα ούτε το μισό της Ελλάδας –η Ολλανδία– σήμερα αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα γεωργικών προϊόντων στην Ευρώπη.

Πρόσφατα, σε μια εκδρομή στο Πήλιο με φίλους του ορειβατικού χώρου, μας δόθηκε η ευκαιρία να δούμε με τα μάτια μας τις συνέπειες του ελληνικού «συγκριτικού πλεονεκτήματος» σε μια περιοχή με αξιοσημείωτα φυσικά προσόντα: Τα χωριά ήταν χωρίς ανθρώπους, τα μήλα αμάζευτα κάτω από τις μηλιές, όλα τα γεωργικά προϊόντα ήταν σε κατάσταση σήψης. Εμένα τουλάχιστον δεν με παρηγόρησαν τα πολιτιστικά και επιμελώς σημασμένα μονοπάτια, που είχαν διαμορφωθεί για τις ανάγκες του «ποιοτικού τουρισμού»…

από edromos