Πρόλογος... και επίλογος


Με τον πρόλογο του «ασύμφορου λιγνίτη» είχε ξεκινήσει τον περασμένο Σεπτέμβρη ο τότε υπουργός Ενέργειας, Κ. Χατζηδάκης, την παρουσίαση για το «σχέδιο δίκαιης και αναπτυξιακής μετάβασης των λιγνιτικών περιοχών», λέγοντας πως το ετήσιο μέσο μεταβλητό κόστος (ΜΜΚ) της παραγόμενης από λιγνίτη ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώνεται στα 80 ευρώ/ΜWh, ενώ η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) ήταν στα 45 ευρώ/MWh. 

Παρουσίαζε δηλαδή τον λιγνίτη ως οικονομικά ασύμφορο σε σχέση με τα άλλα καύσιμα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, για να δικαιολογήσει τα λουκέτα στα εργοστάσια και την ανεργία που ήδη χτυπάει «κόκκινο» στη Δυτ. Μακεδονία. 

Αυτό που δεν είπε ο υπουργός είναι ότι το 2019, από τα 73,1 ευρώ/MWh (που στρογγύλεψε προς τα πάνω) του ετήσιου ΜΜΚ του λιγνίτη, τα 38 ήταν το «καπέλο» των προστίμων και της πολιτικής της ΕΕ και τα 35,1 το καθαρό κόστος, το οποίο το διάστημα 2011 - 2019 παρέμεινε σχετικά σταθερό, με τιμές που κυμάνθηκαν από 32,9 έως και 37,4 ευρώ. 

Ο «ακριβός» λιγνίτης, δηλαδή, προκύπτει από την πολιτική της «πράσινης ανάπτυξης», που φορτώνει με κάθε είδους «καπέλα» και πρόστιμα οτιδήποτε δεν παράγεται από τις πανάκριβες ΑΠΕ, με τελικό αποδέκτη την τσέπη του λαού. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι τιμές εκπομπών CO2 που χρεώνει η ΕΕ έχουν ξεπεράσει πλέον τα 50 ευρώ/τόνο, αύξηση δηλαδή κατά 50% από τον Δεκέμβρη του 2020, ενώ πολλοί είναι αυτοί που προβλέπουν τιμές μέχρι και 100 ευρώ/τόνο, ώστε να καταστούν ανταγωνιστικές οι «πράσινες» βιομηχανικές τεχνολογίες.

Τι συμβαίνει όμως με τα άλλα καύσιμα; 
Το 2019 το ετήσιο ΜΜΚ των μονάδων φυσικού αερίου ήταν 62,9 ευρώ/MWh, με το κόστος εκπομπών CO2 στα 8,6 ευρώ. Τον Αύγουστο του 2021 η ΟΤΣ, σπάζοντας επί τρεις μήνες το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, έφτασε στα 121,7 ευρώ/MWh. Το ΜΜΚ μιας μονάδας φυσικού αερίου, που θεωρείται «μεταβατικό καύσιμο» και κυριαρχεί σήμερα στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα μας, κινείται πλέον στα 75 ευρώ/Mwh, ξεπερνώντας ακόμα και τον «ασύμφορο» λιγνίτη. 

Κάπως έτσι γράφεται ο επίλογος του παραμυθιού που προσπάθησε να πουλήσει η κυβέρνηση για να καλύψει την αντιλαϊκή πολιτική της, σε συνέχεια όλων των προηγούμενων. Η απολιγνιτοποίηση είναι μια στρατηγική επιλογή στο πλαίσιο της «πράσινης μετάβασης» για τα κέρδη των μονοπωλίων και όχι για φτηνότερο ρεύμα στον λαό και καθαρότερο περιβάλλον, όπως την παρουσιάζουν. 

Αυτήν τη στρατηγική πληρώνουν τα λαϊκά νοικοκυριά με τις απανωτές αυξήσεις στο ρεύμα, αλλά και με την ενεργειακή ανασφάλεια που μεγαλώνει, βγάζοντας εκτός ενεργειακού μείγματος τον εγχώριο λιγνίτη και «επενδύοντας» για την ενεργειακή επάρκεια στο εισαγόμενο φυσικό αέριο και στις ΑΠΕ, οι οποίες παράγουν ρεύμα ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.