Μπορεί ένα σύγχρονο ζευγάρι που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, να αγοράσει το δικό του σπίτι;

Του Δημήτρη Καραγκιόζη

Κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα στη Γερμανία δύο από τα θέματα που κυριάρχησαν στην ατζέντα ήταν η μεγάλη άνοδος στις τιμές αγοράς και εκμίσθωσης των ακινήτων και η αύξηση του κατώτατου μισθού. Η αγορά και η εκμίσθωση ακινήτου στη Γερμανία έχει γίνει πλέον πολύ δύσκολη καθώς η ετήσια άνοδος των τιμών σε μερικές πόλεις όπως η Φρανκφούρτη, το Βερολίνο και το Μόναχο είναι διψήφια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πόλη του Βερολίνου, όπου οι τιμές αγοράς των ακινήτων αναμένεται, σύμφωνα με την Handelsblatt, να αυξηθούν τους επόμενους 12 μήνες κατά 13,5%.

Παρόμοια συζήτηση έχει ανοίξει και στον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας. Πρόσφατα η Ελληνική Κυβέρνησε προχώρησε σε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2%, ανεβάζοντάς τον στα 663€. 

Ο μηνιαίος αυτός μισθός, σε πρώτη ανάγνωση, φαίνεται ιδιαιτέρως χαμηλός, ειδικά δε αν τον συγκρίνουμε με τα προ- Μνημονιακά χρόνια. 

Οι μηνιαίες αποδοχές των περισσοτέρων εργαζομένων στην Ελλάδα, δεν έχουν επανέλθει ακόμα στο επίπεδο που ήταν πριν από την οικονομική κρίση που χτύπησε τη χώρα μας, ενώ παράλληλα το κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς όπως οι λογαριασμοί ρεύματος, τα ενοίκια κατοικίας, οι λογαριασμοί νερού, τα εισιτήρια στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς κλπ. 

Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, είναι ένας αριθμός τον οποίο δύσκολα μπορούμε να ερμηνεύσουμε εάν δεν ζούμε με αυτόν. Οι αριθμοί στα οικονομικά δίνουν μια πρώτη εικόνα αλλά γίνονται ευκολότερα κατανοητοί όταν συνοδεύονται από μελέτες περιπτώσεων (τα λεγόμενα στην αγγλική γλώσσα case studies).

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε εάν ένα ζευγάρι το οποίο αμείβεται με τον κατώτατο μισθό μπορεί να αγοράσει ένα σπίτι. H αγορά κατοικίας αποτελεί όνειρο κάθε ζευγαριού, προκειμένου να στεγάσει τα όνειρα του και να αφήσει κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο παιδί του. 

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι έχουμε ένα νέο ζευγάρι 30 ετών οι οποίοι έχουν ένα παιδί, εργάζονται ως υπάλληλοι (με εργασιακή προϋπηρεσία 3-6 έτη) και έχουν ως μόνο περιουσιακό τους στοιχείο ένα αυτοκίνητο. Αυτό σημαίνει ότι οι μεικτές μηνιαίες απολαβές του καθενός ανέρχονται στα 729,30€ και οι καθαρές απολαβές (μετά από την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών) στα περίπου 626€. 

Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ζευγαριού ανέρχονται στα 1.252€ ενώ τα συνολικά δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα άδειας ανέρχονται σε 2.500€ ετησίως. Ο σχεδιασμός τους είναι να αποταμιεύουν το ποσό των δώρων και των επιδομάτων για 10 χρόνια, έτσι ώστε στην ηλικία των 40, να έχουν μαζέψει σωρευτικά 25.000€. Το ποσό αυτό σε συνδυασμό με ένα στεγαστικό δάνειο των 75.000€ θα τους επιτρέψει να έχουν 100.000€ προκειμένου να αγοράσουν ένα διαμέρισμα.

Είναι εφικτό όμως να ζήσουν μόνο με τις μηνιαίες αποδοχές τους;

Ας δούμε έναν μηνιαίο προϋπολογισμό όπου συμπεριλαμβάνουμε τα βασικά έξοδα του ζευγαριού.
 

pin

Από τον παραπάνω πίνακα διαπιστώνουμε ότι στην οικογένεια περισσεύουν μηνιαίως 317€ ή 3.804€ τον χρόνο. 

Τα 3.804€ όμως δεν αποτελούν καθαρή αποταμίευση καθώς θα πρέπει να αφαιρεθούν τα πάγια ετήσια έξοδα για το αυτοκίνητο (service, τέλη κυκλοφορίας και ασφάλεια) που στην καλύτερη περίπτωση θα είναι 500€ καθώς και το κόστος για υγρά καύσιμα τα οποία θα υποθέσουμε ότι είναι 30€ τον μήνα δηλαδή 360€ ετησίως. 

Οπότε αν αφαιρέσουμε τις ανωτέρω "ανελαστικές" δαπάνες της οικογένειας, περισσεύουν περίπου 2.944€ για ένδυση, υπόδηση, σχολικά είδη, φροντιστήρια και δραστηριότητες του παιδιού και φυσικά για διασκέδαση και διακοπές (πολύ δύσκολο...). Και όλα αυτά με την παραδοχή ότι δεν θα προκύψουν έκτακτα έξοδα (π.χ. να χαλάσει το πλυντήριο) ή πρόβλημα υγείας καθότι θεωρούμε εκ προοιμίου ως δεδομένο ότι η πολιτεία προσφέρει δωρεάν υπηρεσίες Υγείας. 

Όπως καταλαβαίνουμε είναι πολύ δύσκολο να αποταμιεύσουν οι δύο νέοι τα δώρα και τα επιδόματά τους προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν μελλοντικά για την αγορά ακινήτου.

Και από τη στιγμή που για την έγκριση ενός στεγαστικού δανείου απαιτείται συνήθως και η ιδία συμμετοχή του δανειολήπτη (από 0% έως 30% ανάλογα με την εκτίμηση της εμπορικής αξίας του ακινήτου από τον μηχανικό της Τράπεζας), τότε αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία της αγοράς κατοικίας.

Βλέπουμε λοιπόν ότι πίσω από τον τριψήφιο αριθμό του βασικού μισθού, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε.

Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση σε αυτό το σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα;

Η πρώτη λύση θα ήταν η σταδιακή αύξηση του βασικού μισθού, μέσω της ανάπτυξης και της αύξησης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων.  

Η δεύτερη λύση θα ήταν η δημιουργία ενός κρατικού ταμείου εγγυήσεων στα πρότυπα του ΤΕΠΙΧ (εγγυήσεις και επιδοτήσεις για επιχειρηματικά δάνεια). Είναι ένα εργαλείο το οποίο χρησιμοποιείται από πολλές κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων οικονομιών όπως οι Η.Π.Α. (government backed mortgages) και θα βοηθούσε σημαντικά τις Τράπεζες να χρηματοδοτούν το 100% της αξίας του ακινήτου. Θα μπορούσε για παράδειγμα να δίνει εγγύηση 80% για στεγαστικά α’ κατοικίας μέχρι 100.000€ για οικογένειες με ετήσιο εισόδημα έως 18000€, όπως στην περίπτωση της οικογένειας που αναφέραμε. 

Στην κουλτούρα των ελληνικών νοικοκυριών υπάρχει η έντονη επιθυμία και το όνειρο να στεγάσουν την ζωή τους μέσα στο δικό τους σπίτι. Μια επένδυση σε ένα ακίνητο είναι για τους συμπολίτες μας μια επένδυση ζωής. Ας προσπαθήσουμε σαν κράτος αλλά και σαν κοινωνία να βοηθήσουμε να πραγματοποιήσουν αυτό το όνειρο όσο το δυνατόν περισσότεροι συνάνθρωποι μας. 

* Ο κ. Δημήτριος Ν. Καραγκιόζης είναι Τραπεζικός υπάλληλος

 https://www.capital.gr/me-apopsi/3588527/mporei-ena-sugxrono-zeugari-pou-ameibetai-me-ton-katotato-mistho-na-agorasei-to-diko-tou-spiti