Όργωμα: Δουλειά σκληρή για άνδρες, γυναίκες, παιδιά…


Από τις πολύ ισχυρές παιδικές μνήμες μου είναι και αυτή που σχετίζεται με το όργωμα των χωραφιών. Τέλη Οκτώβρη, αρχές Νοέμβρη. Μπροστά η μητέρα μου με ένα τροβά γεμάτο σιτάρι ή κριθάρι, έσπερνε. Στη συνέχεια τα δύο άλογα ζεμένα (συζευγμένα) και από πίσω ο έμπειρος ζευγολάτης, ο πατέρας μου, καθοδηγούσε τα ζώα στην αυλακιά. Η ακόμη πιο ωραία ανάμνηση; Όταν, μετά το όργωμα, μαζί με τον πατέρα μου ανεβαίναμε πάνω στην τριγωνική ιππήλατη σβάρνα. Έτσι όπως ήμασταν όρθιοι, με το αθώο μυαλό μου αισθανόμουν σαν ένας γενναίος πολεμιστής πάνω στο άρμα του!

Πώς πέρασαν τα χρόνια…

Από μικρός στα βάσανα…


Δεν είναι όμως για όλους όμορφες οι αναμνήσεις… Ο συνομιλητής μου (γενν. 1943), μέλος πολύτεκνης οικογένειας, θυμάται την επώδυνη εμπειρία του την πρώτη φορά που πήγε για όργωμα:

«Το θ’μάμαι σαν τώραγια… Ήμασταν μεγάλη φαμ’λιά, ο πατέρας μ’ είχε και τρία προγόνια (παιδιά από προηγούμενο γάμο), πέθανε η πρώτη η γ’ναίκα του και κοντά παντρεύ’κε τ’ μάνα μου.

Δεν ήμαν ούτε 12 χρονών τότε π’ μ’ έβαλε ο πατέρας μ’ να τον βοηθήσω να σπείρουμε το χωράφι. Ρόκες (καλαμπόκι). Ήθελε βόηθειο, δεν είχε άλλον. Τ’ άλλα τα παιδιά ήταν φευγάτα, άλλος σιαδώ, άλλος σιακεί. Εγώ μαναχά ήμαν στο σπίτι και πήρε εμένα. Δέκα-δώδεκα χρονών θα ήμαν…

Μ’ έβαλε να βαστάω τ’ αλέτρι κι αυτός να ρίχνει το σπόρο, το καλαμπόκι. Αυτός πάαινε μπροστά κι έσπερνε κι εγώ από πίσω με τ’ άλογα π’ τράβαγαν τ’ αλέτρι, το ξύλινο, το ξέρ’ς…

Έκανα χωράφι μες στ’ μέση, αλλά στ’ν άκρη (όταν θα άλλαζε κατεύθυνση για να οργώνει), δε μπόρ’γα (μπορούσα) να γυρίσω τ’ αλέτρι. Πού μπόρ’γα εγώ, παιδάκι ήμαν… Ήταν βαρύ τ’ αλέτρι. Όταν έφταναμαν στ’ν άκρη, γύρναγε αυτός τ’ άλογα και τ’ αλέτρι. Αυτός ήξερε να οργώσει. Αλλά κι αυτόν τον έφαγε η δ’λειά η πολλή και πέθανε νέος, 58 χρονών. Απ’ τ’ς… καλοσύνες (ειρ. τα βάσανα). Μας άφ’κε ορφανά και δε ματαπαντρεύ’κε η μάνα μ’.

Δυο-τρία στρέμματα χωράφι, ποτιστικό, δεν ήταν πλάι, ήταν ίσιο. Τ’ς ρόκες τ’ς έσπερναμαν ’ν’ άνοιξη, Απρίλη, αρχές Μάη…

Έκανε ζέστα, θ’μάμαι. Παιδάκι ήμαν, δε μπόρ’γα άλλο τ’ αλέτρι. Κι είπα τ’ πατέρα μ’, “Δε μπορώ άλλο, απόστασα (κουράστηκα)…”. Τότε μου ’πε ο πατέρας μ’, “Άμα δε μπορείς, πάρε να σπείρ’ς και να πάρω εγώ τ’ αλέτρι!”.

Το καλαμπόκι τού ’χε μέσα σ’ ένα τροβά, αλλά τον είχαν μετρημένο το σπόρο, πόσο θα πάρει αυτό το χωράφι. Έπρεπε να ρίχνω ένα σπ’ρί (σπυρί: κόκκος) κάθε δρασκίλι (σε κάθε βήμα), αλλά εγώ τό ’ρ’χνα όλο μαζί.

Λιανοπαίδι (μικρό παιδί) ήμαν, πού να ξέρω πώς σπέρουν… Πήρα το σπόρο… Φρουπ, φρουπ… Και δεν έφτασα μέχρι τον πάτο (άκρη) στο χωράφι. Έρ’χνα πολύ σπόρο εγώ γιατί δεν ήξερα! Δε βήκα καλά στ’ν άκρη κι είπα τ’ πατέρα μ’ “Θα πάω να πάρω κι άλλο σπόρο απ’ το σακί, γιατί δε μο’ ’φτασε!”. “Ωχ, τι μο’ ’καμες… Χαλασιά μ’! Θα μείνει το χωράφι άσπαρτο!”.

Με μάλωσε ο πατέρας μ’. Μου ’πε “Καλά, δεν ήγλεπες πώς έσπερνα εγώ;”. Άϊτε (άντε) να καταλάβει ένα παιδάκι με μία φορά πώς σπέρουν και πώς κάνουν χωράφι… Κι αφού γίν’κε αυτό, μου ’πε “Πάρε πάλι τ’ άλογα να κάμ’ς χωράφι και να σπέρω εγώ”!

Πήρα πάλι τ’ άλογα και το τελείωσαμαν το χωράφι. Αλλά ήταν ήσυχα τα πραματάκια (ζωάκια), δε με δυσκόλεψαν.

Ακούς, μωρέ Βασίλη, αυτά π’ μο’ ’λεγε ο μακαρίτ’ς ο πατέρας μ’ τα θ’μάμαι σα να ’ναι στη σημερ’νή τ’ μέρα!

Αυτό π’ σου ’πα γίν’κε τότε π’ πρωτοπήγα στο όργωμα. Αλλά όταν μεγάλωσα, δούλεψα πάρα πολύ στον κόσμο. Είμαι πολύ δουλεμένος. Μ’ έφαγε η ξένη η δ’λειά (ενν. μεροκάματο). Περισσότερο στον κόσμο δούλεψα, λιγότερο στο σπίτι μ’. Και τ’ αδέρφια μ’ τα βόηθησα πολύ, να οργώνω χωράφια, να τ’ς κόβω ξύλα, να κάνω, να ραίνω… Κι όταν έφκιανα το σπίτι, εμένα δε με βόηθησαν ντιπ. Δεν π’ράζει…».

Πρωτόγονος αλλά αποτελεσματικός ο εξοπλισμός…


Μπορεί να πει κάποιος: «Α, καλά, και τι είναι να οργώσεις με άλογο; Δένεις το ξύλινο άροτρο ή το σιδερένιο υνί πίσω από το άλογο και… όλα μπαίνουν στον αυτόματο πιλότο»! Αμ δε…

Αν ποτέ έχετε τη μοναδική ευκαιρία να δείτε ιπποκίνητη άροση, το πρώτο πράγμα με το οποίο θα εντυπωσιαστείτε είναι η προσαρμογή του εξοπλισμού πάνω στο άλογο, με τρόπο που αφενός να επιτυγχάνει μεγάλη απόδοση, αφετέρου όμως να μην καταπονεί το υποζύγιο. Είπαμε: Η τεχνική αυτή αριθμεί χιλιάδες χρόνια και απαιτήθηκαν εκατομμύρια ώρες οργώματος για να αποκτηθεί αυτή η γνώση. Η τελευταία φορά που είδα και κατέγραψα αυτή την πανάρχαια διαδικασία ήταν πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, όταν ο θείος μου ο Γιάννης όργωσε με το άλογό του ένα μικρό χωράφι με ελιές.

Ας δούμε αναλυτικότερα αυτόν τον εξοπλισμό. Το υνί είναι φυσικά σιδερένιο, αλλά στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα λέγεται και μηχανή, προφανώς σε αντιδιαστολή με το αλέτρι, δηλ. το ξύλινο (χειροποίητο) ησιόδειο άροτρο.

Η μηχανή (αυτό που πανελληνίως λέγεται υνί) αποτελείται από τρία μέρη: το υνί (γυνί), το φτερό (που απομακρύνει τα χώματα) και η χειρολάβη (δηλ. τη λαβή από την οποία το κρατάει ο ζευγάς και το κατευθύνει εκεί όπου θέλει).

Το υνί δένεται με δύο σκοινιά, τα οποία προσαρμόζονται σε ένα ξύλο που λέγεται παλάγκι. Με το παλάγκι εξασφαλίζεται η άνετη κίνηση του υνιού. Στη συνέχεια, το παλάγκι δένεται με την προκόβα, έναν ιμάντα που προσαρμόζεται στο σώμα του αλόγου και εντέλει συγκρατείται με ένα περιλαίμιο, τη λαιμαριά, που είναι δερμάτινη ή υφασμάτινη και παραγεμισμένη με άχυρα.

Λέξεις άγνωστες…


Ας τα πούμε όμως και στη δική μας γλώσσα, μαζί με άλλες τεχνικές λεπτομέρειες: «Τ’ αλέτρι, το ξυλάλετρο, έχει γυνί σιδερένιο μπροστά. Για να φκιάσεις αλέτρι, θέλ’ς γερό ξύλο, από φράξο ή από αριά ήταν το σταβάρι, γιατί σώνονταν (φθειρόταν).

Έχει τ’ν αλετροπόδα, το σταβάρι, τ’ χειρολάβη, τ’ σπάθη και τα φτερά. Τό ’φκιαναν π’τήδειοι αυτό τ’ αλέτρι. Ζυγάλετρα λέν’ όλα τα σύνεργα, τα χρειαζούμενα, για να κάμ’ς χωράφι.

Η προκόβα κρατάει τα σκ’νιά απ’ τ’ν αλαιμαριά κι αυτά τα σκ’νιά τα συνδέ’ς στο παλάγκι και το παλάγκι στο ζυγό (στο μεγάλο συνδετήριο ξύλο, που ενώνει τα δύο ζώα για να δουλέψουν μαζί)

Και τα παλάγκια π’ τα δεν’ς με δυο σκ’νιά κι αυτά τα δεν’ς στο το ζυγό, είναι το ξύλο το μεγαλύτερο.

Άμα ήταν καλόζευτο τ’ άλογο, έκανες και μονοζεύγαρο (οξύμωρο), από ανάγκη ένα άλογο. Άμα ήταν φιλότιμο τ’ άλογο, μπόρ’γες να κάμ’ς το χωράφι.

Το πρώτο κάμωμα ήθελε με τ’ μηχανή (σιδερένιο υνί), τ’ χωραφομηχανή, γιατί το χώμα είναι πατ’μένο, σκληρό. Το δεύτερο γένεται με τ’ αλέτρι και λέ’εται διβόλισμα. Άμα κόριαζε το χωράφι (σκλήραινε το χώμα σαν να είχε δημιουργήσει κόρα), ήθελε πάλι όργωμα.

Στο τέλος το σβαρίζεις με τ’ σβάρα, για να τριφτούν οι μπλάνες (σβόλοι χώματος) και το σπέρ’ς. Μπροστά ο σποριάρ’ς, πίσω ο ζευγολάτ’ς.

Άμα λόξευαν τ’ άλογα, έμνησκαν και χερσομάδες (χέρσο μικρό τμήμα χωραφιού), αλλά το ‘παιρνες τ’ν άλλη φορά, με τ’ν άλλη αυλακιά π’ θα γύρναγες δώθε.

Είχαμαν και μία φ’κέντρα (βουκέντρα, ξύλο) για να καθαρίζουμε τα χώματα απ’ τ’ αλέτρι. Κι είχαμαν και το βουρδούλι, για να τα ξαμώνουμε (απειλούμε ότι θα τα χτυπήσουμε). Τα γομάρια τα φοβέρ’ζαμαν, αλλά τα βάρ’γαμαν κι κανιά φορά. Τ’ άλογα άμα τα βαρέσεις, αγρεύουν και σκλεμάν’ (αφηνιάζουν)».

Η κατασκευή του αρότρου


Όσο δύσκολο είναι για κάποιον να απομνημονεύσει τις ονομασίες των εξαρτημάτων του ησιόδειου αρότρου (αλετριού), άλλο τόσο ήταν να το κατασκευάσει. Ή μάλλον… οι παλιοί δεν δυσκολεύονταν και πολύ…

«Ο παππούς μ’ έφκιανε αλέτρια, έρθονταν πολύς κόσμος για να τ’ς τα φκιάσει απ’ αρχή. Έφκιανε απ’ αρχή, είχε τα σύνεργα όλα, τα σκεπάρια, το ζιμπλάρι (σκαρπέλο), τα πριγιόνια.

Κι άμα χάλαγε κάνα αλέτρι, είχε ξύλα και το μαστόρευε (επισκεύαζε). Όλα τα μαστορέματα τ’ αλετριού τα ’ξερε.

Ήγλεπα κι εγώ κι έμαθα αυτή τ’ν τέχνη. Άμα ιδείς, θα μάθ’ς. Ήξερα να φκιάνω αλέτρι και να κάνω χωράφι, όλα μπιτ. Για να φκιάσεις αλέτρι, πρέπει να βρεις καλό ξύλο, να ’ναι δέντρος βασταερός (ανθεκτική δρυς).

Η αλετροπόδα γένεται απ’ το δέντρο. Πρώτα φκιάνουμε τ’ν αλετροπόδα και κοντά (ύστερα) φκιάνουμε το χειρολάβι, από ’κεί το κρατάμε για να κάνουμε το χωράφι, να το βάλουμε στ’ γης (έδαφος), να το βγάλουμε, με τ’ άλογα ή τα βόιδια, ό,τι καματερό (ζώο για άροση) έχ’ς.

Τ’ν αλετροπόδα και το χειρολάβι τα πελέκαγαμαν.

Κοντά βάνουμε το σταβάρι, ξύλινο κι αυτό. Αυτό πρέπει να ’ναι λίγο… καμπυλοτάτο, να μην είναι ίσιο.

Ανάμεσα στα ξύλα αυτά, στ’ν αλετροπόδα και στο σταβάρι έβαναμαν τ’ σπάθη. Άμα το χωράφι είναι ξερό ή έχει πέτρες, πρέπει να πατάς τ’ σπάθη με το ένα το χέρι και με τ’ άλλο το χειρολάβι. Αυτό το κάν’ς, για να μη σ’ βγάλουν τα ζώα τ’ αλέτρι απ’ το χώμα και πάει χαμένη η αυλακιά. Γιατί τα ζωντανά, άμα δεν έχ’ς το νου σου, το παίρνουν σβάρα τ’ αλέτρι και πααίνουν κοσή (τρέχοντας), για να γλιτώσουν (ενν. να απαλλαγούν, έστω και προσωρινά από το όργωμα). Άμα πάει χαμένη η αυλακιά, πρέπει να πας πάλι στ’ν άκρη, να τ’ αυλακώσεις, για να ματαμπούν στ’ γραμμή.

Τ’ αλέτρι έχει και φτερά (ξύλινα για να διώχνει το χώμα δεξιά κι αριστερά), για ν’ ανοί’ τ’ αυλάκι, να γένει η αυλακιά αν’χτή.

Γυνί, φτερά κι αλετροπόδα τα ’ναι όλα δεμένα συναμεταξύ τ’ς (συναρμοσμένα).

Το γυνί είναι… σούφλα, σίδερο, φκιασμένο απ’ το γύφτο (ενν. σιδηρουργό)».

«Βαριά δουλειά το καμάτι…»


Συνομιλία με γεννηθείσα το 1922. Έζησε πολλά, οπότε αντίστοιχες και οι βιοϊστορίες που ανακαλεί στη μνήμη της:

«Θέλω να σύρω λεβεντιά και καταντιά δεν έχω (θέλω να κάνω ότι έχω πολλές δυνάμεις, όμως αντικειμενικά δεν μπορώ).

Στα νιάτα μ’ ήμαν άξια στ’ δ’λειά! Ήμαν άλογο και μ’λάρι μαζί! Τόση πολλή δ’λειά!

Ο άντρας μ’ δούλευε, ήταν φευγάτος. Εγώ έκοβα ρόγκια. Και καμάτι (όργωμα), όργωσα με τ’ μηχανή (σιδερένιο υνί). Και σβάρ’σα (σβάρνισα) και θέρ’σα κι αλών’σα και ξανέμ’σα με το δικριάνι (τίναζα στον αέρα τα δημητριακά που είχα αλωνίσει, για να φύγουν τα σκουπιδάκια).

Έζευα και ξέζευα μαναχή μ’ τ’ άλογα, τ’ς αλαιμαριές (περιλαίμια αλόγων), τα παλάγκια, τ’ αλέτρι…

Πότε πρωτοόργωσα; Τότε… π’ αναστήθ’καν τα καβούρια (προ αμνημονεύτων χρόνων)! Ήμαν 18 χρονών τότε π’ πρωτοκινήθηκε (ξεκίνησε) ο πόλεμος, τότε πρωτόκαμα χωράφι.

Μαναχή μ’ έμαθα να οργώνω. Δε μ’ έμαθε κάνας. Είχαμαν ένα ζευγολάτη π’ ζευγάρ’ζε τα ζώα για να κάμει χωράφι κι ήγλεπα… Πώς δένουν τ’ς αλαιμαριές, πώς τσαμπακώνουν (δένουν, προσαρμόζουν) τα παλάγκια…

Βαριά δ’λειά το καμάτι! Να σκιεις (σκίζεις) τ’ γης! Τ’ άλογα τραβάν’ τ’ αλέτρι, αλλά άμα δεν ξέρει ο ζευγολάτ’ς να οργώσει, τ’ άλογα φκιάνουν μυρμηγκόστρατες (ακολουθούν ακανόνιστη πορεία, τυχαία, όπως τα μυρμήγκια).

Η μηχανή έπρεπε να πααίνει στ’ν αυλακιά, να μην παραστρατίσει. Όταν ζύγωνες (πλησίαζες) να βγεις στ’ν άκρη, κοντοζύγωναν τ’ άλογα κι εγώ… Πατ! Έβγανα τ’ μηχανή και γύρναγα τ’ άλογα να γυρίσουν δώθε (δηλ. προς την αντίθετη κατεύθυνση). Το ένα τ’ άλογο πάαινε μέσα στ’ν αυλακιά κι τ’ άλλο απόξω, για να κόβει η μηχανή…

Αλλά συνακούομασταν με τον άντρα μ’ το μακαρίτη (δηλ. συμφωνούσαμε απολύτως, συνεννοούμασταν) τι δ’λειά θα κάνουμε, πού θα σκαλίσουμε…

Ήμασταν σεμπρεμένοι (συνεργαζόμενοι) μ’ ένα χωριανό. Είχε ένα άλογο αυτός κι ένα εμείς. Αλλά αυτ’νού τ’ άλογο ήταν ζαβό (δύστροπο).

Σα θ’μάμαι τι έπαθα κάποτε… Αυτό το ζαβό τ’ άλογο το βάρεσαν (τσίμπησαν) αλογόμ’γες και στρέγκλιασε. Ξέρ’ς τι είν’ η στρέγκλα (έντομο που τσιμπάει τα βοοειδή και τα άλογα και τα κάνει να αφηνιάζουν)… Σκλέμισε (αφηνίασε) τ’ άλογο και κάνουν πέρα και τα δυο μαζί όπως ήταν ζεμένα. Αλλά κάπου γράδωσε (σκάλωσε) η μηχανή, στάθ’καν εκεί τ’ άλογα, τά ’πιασα, τά ’φερα δώθε στο σπίτι και τα ξέζεψα.

Δεν έχουν μολοημό αυτά π’ πέρασα…».

«Τα ρόγκια απόσωσαν τον κόσμο το ’40…»


Μιας και προηγήθηκε η αναφορά στον πόλεμο, αξίζει να δούμε μια τεχνική ελεγχόμενης πυρκαγιάς, ώστε οι κάτοικοι των χωριών να εξασφαλίζουν τα δημητριακά της χρονιάς χωρίς να οργώσουν τα χωράφια τους…

Τα ρόγκια είναι μια έκταση που εκχερσώνεται με ελεγχόμενη πυρκαγιά, ώστε η στάχτη να αποτελέσει πολύτιμο φυσικό λίπασμα για τα δημητριακά που θα σπαρθούν εκεί. Ο συνομιλητής μου θυμάται:

«Απ’ το ’40 και μετά, με τ’ς αντάρτες, όργωναμαν, αλλά έπρεπε να ‘ναι μεγαλύτερη η σοδειά. Τότε ήρθε η πείνα η μεγάλη! Στ’ς πόλεις έφαγαν μέχρι και τον πόντικα! Ή έκοβαν (πήγαιναν) στα χωριά κι άλλαζαν σπορίματα (αντάλλασσαν δημητριακά) μ’ ό,τι είχαν: ρολόια, σταυρούς, ράδια… Το ’δωνες (έδινες) σιτάρι κι αυτός το ’βραζε και το ’τρωγε έτσι!

Ειδικά τότε με τ’ς αντάρτες, έπρεπε να τ’ς ταΐζουμε κι αυ’νούς! Πώς… Να φέρ’ς τ’ αρνιά ζαλίγκα (φορτωμένος) ή το τυρί, για να περάσουν κι αυτοίνοι. Νηστ’κοί τ’ς ήταν κι αυτοίνοι. Έβραζαν κάτι μπλιαούρια (πλιγούρια), κομμένο σιτάρι, ή φασ’λάδα… Θ’μάμαι τότε που ’μαν λιανοπαίδι, εφτά-οχτώ χρονών και πάαινα εκεί πο’ ’βραζαν οι αντάρτες το φαΐ. Χοχλομάναγε (χόχλαζε) το φαΐ και πέραγαν όλοι με τ’ν καραβάνα, για να πάρει… ό,τι είχε το συσσίτιο! Σα στρατός… Στρατός ήταν!

Σαν κι ήταν μια μέρα μαναχά στο χωριό μας; Έφευγε ο ένας ο λόχος απ’ το χωριό μας κι έρθονταν άλλος… φρέσκος! Δεν έμνησκαν τα χωριά χωρίς αντάρτες!

Αλλά, όπως σου ’πα, για να ’χει σοδειά παραπανίσια ο κόσμος, ξαναγκάσ’κε να σπείρει τα ρόγκια. Εκεί έβγαναμαν σπόριμα χωρίς να οργώσουμε!

Τα ρόγκια τι ήταν; Έκοβαμαν το δάσος, τα κλαριά, το χινόπωρο. Και κοντά έβαναμαν φωτιά, για να καεί αυτός ο τόπος. Γένονταν καθαρός ο τόπος, καρ’καμπίλα (δηλ. σαν να ήταν κάμπος, πεδιάδα). Περπάταγε η φωτιά (εξαπλωνόταν), αλλά ήξεραμαν πώς τ’ν έβαναμαν, όχι όπ’θε (όπου) να ’ταν. Φύλαγαν (πρόσεχαν) τον αέρα, τ’ν έβαναν απ’ τ’ν κορφή, για να πααίνει κοντά στον πάτο βόσκοντα (δηλ. σιγοκαίγοντας), για να μην καεί όλος ο τόπος! Δεν έπαιρνε μπούγιο η φωτιά έτσι (δηλ. δεν γινόταν ανεξέλεγκτη πυρκαγιά). Γιατί άμα πάρει μπούγιο η φωτιά, δε γλιτώνει ο τόπος! Θα βγει στ’ ράχη!

Τα ρόγκια τά ’κοβαμαν τ’ν άν’ξη ή το καλοκαίρι, και το χινόπωρο, σιμά τ’ Αϊ-Δημητριού τά ’καιγαμαν. Η τσιούμα (ξυλώδης ρίζα θάμνων και δέντρων) έμνησκε (έμενε) μέσα κι απόλαγε βλαστάρια τ’ν άλλη χρονιά, έδωνε (ξαναφύτρωνε), ματαγένονταν ο λόγκος, σα να μην είχε καεί.

Κι αφού καίονταν τα κλαριά, λιανά και χοντρά, έμνησκε η λίγδα καταή, η πάχνη (στάχτη) απ’ τ’ φωτιά. Έσπερναμαν σιτάρι και βρίζα (σίκαλη). Το σιτάρι ήθελε τσάπ’σμα, τ’ βρίζα τ’ν έσπερναμαν αποπάνω κι έπιανε μαναχή τ’ς κι απόλαγε φύτρο στ’ γης όπως το κρεμμύδι».

Τα μουλάρια είναι… άπιστα!


Καθοριστικός παράγοντας στο όργωμα ήταν το υποζύγιο που έσερνε το αλέτρι, το υνί ή τη σβάρνα. Αν το όργωμα θεωρούνταν δύσκολη δουλειά για τους ανθρώπους, τι να πούμε και για τα καημένα τα ζώα… Πρόθυμος 87χρονος πληροφορητής μου έχει τον λόγο σχετικά με τα χαρακτηριστικά τους, ιδίως σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη αγροτική εργασία:

«Εγώ είχα αλογοζεύγαρο, αλλά και με μ’λάρια έκαμα (όργωσα) χωράφι.

Τ’ άλογα πααίνουν γληγορότερα, αλλά πατητά (στρωμένα), πώς πάμε… βήμα καλό στο στρατό, όχι τεμπελιασμένο, να ’μαστε τεμπελιασμένοι. Τ’ άλογα έχουν νεύρο (είναι δυνατά) κι όταν πάρουν (αρχίσουν) να ιδρώσουν, τότε δ’λεύουν καλύτερα. Είναι όπως τα σελιάρ’κα (ενν. ιππασίας) τ’ άλογα. Άμα είναι κρύα, δεν περπατάν’ καλά. Άμα ιδρώσουν λίγο, δεν τα κρατάς, φεύγουν κοσή (τρέχοντας)!

Τα μ’λάρια είναι ύπουλα, μπορεί να σε σκοτώσουν, είναι… άπιστα (δεν πρέπει να τους δείχνεις εμπιστοσύνη)! Δεν έχουν μπέσα, όχι. Είναι το φυσικό τ’ς. Έξυπνα είναι, αλλά είναι… πόνηρα. Ούτε να μπεις καβάλα μπορείς εύκολα. Μπήκες καβάλα στο μ’λάρι, δε θα σ’ αφήκει έτσι… Κάτι κακό θα σ’ κάμει… Άμα θέλ’ς να πάει γληγορότερα και το βαρέσεις λίγο με τ’ λούρα ή με τα ποδάρια εκεί που ’σαι καβάλα, θα σε γκρεμίσει καταή! Κλοτσάν’ κιόλα τα μ’λάρια, μπορεί να σ’ κόψουν και καμία δαγκωσιά… Ξέρ’ς τι δάγκωμα κάνει! Δεν είναι σαν τ’ άλογο το μ’λάρι. Τ’ άλογο είναι… μουλαΐμ’κο, ήμερο.

Ε, το γομάρι… γομάρι είναι! Τι να οργώσεις με το γομάρι… Δεν είναι άξιο το γομάρι για καμάτι (όργωμα), είναι απόκοντο (μικρόσωμο). Κι είναι και ζαντζιάρ’κα (δύστροπα) τα γομάρια, ξέρ’ς.... Άμα σμίξουν δυο σερ’κά γομάρια… σφάζονται! Τρώονται όπως τα κοκότια (κοκόρια)! Εκειό που ’ναι αξιότερο (δυνατότερο) θα το… σφάξει, θα το ψοφήσει! Να σε φέρει και ιδείς γομάρια σερ’κά να τρώονται... Το ένα δαγκώνει το σβέρκο τ’ αλλουνού… μέχρι να τ’ αφήκει ντιπ στον τόπο, να το ξαπλώσει καταή.

Τα βόιδια κάνουν αργά το χωράφι. Πααίνουν αργά τα βόδια, αλλά κάνουν καλή δ’λειά. Σα να ιδείς ένα κήπο καλοσκαμμένο. Έτσι και τα βόιδια, το κάνουν βαθιά το χωράφι.

Άλλα είναι κι αυτά ζαντζιάρ’κα άμα ζαβώσουν (δυστροπήσουν). Είναι κι η στρέγκλα π’ τα τσιμπάει, είναι σα μύγα, σα αφήκα και τα τσιμπάει. Άμα στρεγκλιάσουν τα βόιδια, προγκάν’ (φεύγουν) δε γλέπουν σιαπού πααίνουν! Λακάν’ (φεύγουν) και τα παίρουν όλα σβάρα: ζυγούδια, σταβάρι! Το ζυγό… τον κόβουν στ’ μέση! Τον παίρουν από μ’σό και κοσεύουν να πάν’ να βρουν λόγκο να τρυπώσουν, τίποτα πλατάνια, να γλιτώσουν απ’ τ’ στρέγκλα! Ώρα βράδυ θα βγουν απ’ το λόγκο, τόσο τρόξο (πανικό) παίρουν.

Τώρα δε γλέπ’ς π’θενά άλογα στα χωριά μας. Ε, βόιδια γλέπ’ς… αλλά με δυο ποδάρια!».

Αναγκαία η ξεκούραση για όλους…


Τη σκυτάλη της αφήγησης παίρνει άλλος πληροφορητής, που όργωνε μέχρι και πριν από λίγα χρόνια:

«Βόιδι με γομάρι κάνουν χωράφι. Και το γιαλαδ’κό και το γομάρι έχουν αργό πάτημα (περπάτημα), να μην πααίνουν γλήγορα. Πααίνει άναργα (αργά) η γιαλάδα και γι’ αυτό γένεται καλύτερα το όργωμα και δεν κουράζει το ζευγίτη, γιατί τ’ μηχανή τ’ σέρει με τ’ν πλάτη.

Αφού έχει τ’ς ζεύλες στο λαιμό, το ζυγό τον έχει αποπάνω στο λαιμό, για να πααίνει στ’ς πλάτες η δύναμη, να μην αποσταίνει το γιαλάδι. Τα γιαλάδια πρέπει να τ’ αφήκει ο ζευγίτ’ς για να μαρκ’στούν (μαρκιστούν: αναμηρυκάσουν), να κάμει κι αυτός τ’ν τσιγάρα (η τσιγάρα!). Πρέπει να τ’ αφήκει να ξαποστάσουν κι αυτά λίγο, δεν αντέχουν κι αυτά.

Και τ’ άλογα θέλουν ξαπόσταμα, να πάρουν ανάσα κι αυτά κι ο ζευγίτ’ς. Άμα κάμ’ς δέκα αυλακιές, πρέπει να τ’ αφήκ’ς λίγο κι αυτά, για να έρθουν ξαπόστατα (ξεκούραστα) πάλι για όργωμα.

Για να ξεπατιάσεις (οργώσεις) όχτια, άκρες, γύρα όλο με τ’ μηχανή, τεσσεράγκωνο όπως είναι το τέγκι (ξύλινο αντικείμενο για δημιουργία τετράγωνης συσκευασίας τριφυλλιού ή σανού), πρέπει να ξέρ’ς.

Πρέπει να βάλ’ς πρώτα μαλακά τ’ μηχανή στο χώμα, άκρη άκρη, για ν’ ανάψουν οι πλάτες απ’ τα ζώα, να ζεσταθούν λίγο, να τριφτούν τα νεύρα. Σα να βάλ’ς έναν άνθρωπο να τραβήσει ένα ξύλο βαρύ άμα δεν είναι μαθ’μένος! Πρέπει να τριφτεί η πλάτη.

Τέσσερα καλέμια είναι το στρέμμα. Το χώρ’ζαμαν σε καλέμια το στρέμμα απ’ τα ίσια τα χωράφια. Τέσσερις ανάσες καλές το ’βγαζε ο ζευγίτ’ς το στρέμμα, και τα τέσσερα τα καλέμια.

Εγώ όργωνα τέσσερα στρέμματα μέχρι το μεσημέρι. Ήμαν ξεφτέρι στο όργωμα. Έπρεπε να βγάλ’ς πρώτα τ’ς γωνίες, για να κοντεύει το καλέμι (δηλ. να μην υπάρχουν γωνίες, να είναι μόνο «καθαρή» η έκταση για όργωμα)».

Παραπλασιές, η ομαδική καλλιέργεια


Παραπλασιά είναι η εναλλαγή καλλιέργειας σε ένα χωράφι, και μάλιστα σε συμφωνία με τους ιδιοκτήτες γειτονικών χωραφιών. Ο συνομιλητής μου επεξηγεί σχετικά:

«Κάθε χινόπωρο είχαμαν πρωιμιές (πρόωρη καλλιέργεια), σιτάρι, βρώμη, βρίζα, κριθάρι.

Τα χωράφια τα ’σπερναν Οκτώμβριο μήνα και τα θέρ’ζαν τον Ιούνιο, γι’ αυτό και τον λέν’ Θερτή.

Είχαμαν παραπλασιές στα χωράφια. Τ’ μία τ’ χρονιά έσπερναμαν ρόκες και τ’ν άλλη σιτάρι. Να σ’ δώκω να καταλάβ’ς, άμα είχαμαν ένα χωράφι σπαρμένο ρόκες, τ’ν άλλη χρονιά τον Οκτώμβριο το ’σπερναμαν σιτηρά. Τ’ν άλλη χρονιά θα το ’σπερναμαν σιτάρι. Και έτσι πάαινε η δ’λειά για όλα τα χωράφια.

Έπρεπε να ’χουμε παραπλασιές για να πααίνουν να βοσκάν’ τα πράματα (γιδοπρόβατα). Να μην έχουμε μαναχά σιτάρι, να ’ναι και χέρσα, να τα κάνουμε (οργώσουμε) για ρόκες.

Να σ’ πω και τ’ άλλο… Τ’ς παραπλασιές τ’ς είχαμαν όλοι μαζί, δεν έσπερνε ένας αλλιώτ’κο από ’κειό (εκείνο) πο’ ’σπερναν οι άλλοι, όλο το χωριό συμφώναγαμαν τι θα σπείρουμε. Γιατί γένονταν αυτό; Για να έχουν όλοι τα πράματα να βοσκάν’ πλασιές. Άμα είχαν όλοι σπαρμένα σιτάρια, δεν έσπερνε ένας ρόκες. Γιατί άμα έσπερνε, θα θερίζονταν τα σιτάρια και θα να ’μνησκε (θα έμενε) το χωράφι με τ’ς ρόκες… για φύλαμα! Θα ’πρεπε οι ν’κοκυραίοι, που ’χαν ένα χωράφι στ’ν πλασιά, να το φ’λάν’ για να μη μπουν μέσα τα πράματα και κάνουν αγροζημία. Άμα γένονταν αυτό, θα πάαινε ο δραγάτ’ς, θ’ απόκοβε (εκτιμούσε, καταλόγιζε) τ’ ζημιά και θα τ’ν πλήρωνε εκειός που ‘χε τα ζωντανά πο’ ’καναν τ’ ζημιά.

Τ’ ρόκα τ’ν έσπερναμαν Απρίλη, απ’ τ’ Αϊ-Γιωργιού και κοντά και τ’ς μάζωναμαν τέλος Αλωνάρη. Να τ’ς μάσεις, να τ’ς ξεφλουδίσεις, να τ’ς στουμπίσεις με τα δάρτια…».

Σεμπριά: η άγνωστη αλληλοβοήθεια


«Ψόφησε το βόιδι μας, πάει η σεμπριά μας»: Την παροιμιώδη αυτή φράση χρησιμοποιούμε για μια ψεύτικη φιλία, που διαλύεται όταν δεν υπάρχει πλέον συμφέρον για τη συνέχισή της. Αλήθεια, τι ήταν η σεμπριά; Ο ηλικιωμένος συνομιλητής μου εξηγεί:

«Επειδής πολλοί δεν είχαν δυο άλογα ή δυο μ’λάρια ή δυο γαϊδούρια ή δυο γελάδια, έπαιρναμαν ένα χοντρικό από έναν άλλον, π’ σέμπρευαμαν μ’ αυτόν. Σεμπριά λέονταν αυτό, αυτό το δέσιμο, αυτήνη η… αλισφίρ’ση (αλισβερίσι).

Έπρεπε να ’ναι δύο τα ζώα για να κάμ’ς χωράφι, να ’ναι ζευγάρι. Έκαμα και μ’ ένα ζώο, αλλά ήταν τυράγνια και για το ζώο και για το ζευγίτη. Άμα είναι δυο τα ζώα, ταιριάζουν. Το ένα πααίνει μέσα στ’ αυλάκι, το άλλο απόξω. Εκειό που ’ταν απόξω, ήταν πιο κουραστικό.

Έπαιρναμαν το ζώο αυτό, το χοντρικό (υποζύγιο) απ’ το σέμπρο (συνέταιρο στο όργωμα) κι έκαναμαν χωράφι. Κι έπαιρνε κι ο άλλος τ’ άλογο τ’ αλλουνού (ουσιαστικά είχαν έναν συνεταιρισμό για το όργωμα, χρησιμοποιώντας τα δύο υποζύγια μαζί).

Αυτός ο σέμπρος λέονταν και σμίχτης. Άμα συμφώναγες, θα τελείωνε η χρονιά. Δε χάλαγε η συμφωνία στα μ’σά τ’ς χρονιάς. Τον κράταγαμαν το λόγο μας εμείς. Όλοι!

Και δούλευαμαν πολύ. Όργωναμαν μέχρι τ’ απόγεμα. Φόρτωναμαν και ξύλα στ’ άλογα κι έρθομασταν βράδυ στο σπίτι, γιατί ήθελαμαν ξύλα για το τζάκι».

Η μαύρη μοίρα της χήρας…


Η σεμπριά πολλές φορές υπέκρυπτε δόλιους σκοπούς. Οι χήρες τα παλιά χρόνια ήταν απολύτως ευάλωτες στις ορέξεις των επιτηδείων…

Ευγενέστατη συνομιλήτρια καταθέτει με έμφαση την άποψή της: «Οι γ’ναίκες παντρεύονταν, έπρεπε να ’ναι ν’κοκύρ’ς στο σπίτι, αφεντικό, να μην είναι η γ’ναίκα έρμη. Έπρεπε να πιαστεί απ’ αντρός χέρια, έτσι έλεγαν. Ακόμα κι αν κακοπαντρεύονταν. Και να κακοπέραγε, “κάτσε αυτού που ’σαι…”, τ’ς έλεγαν, “γιατί η παντρειά δεν είναι μπάλωμα, να το ξεκολλή’εις και να το κολλή’εις παρέκεια”.

Άμα, μακριά να γένει (απευχή), πέθαινε ένας ν’κοκύρ’ς (σύζυγος) κι έμνησκε η γ’ναίκα μαναχή, μαύρες μέρες τ’ν καρτέρ’γαν. Φίδια π’ τ’ν έτρωγαν με δεκαοχτώ κεφάλια (παροιμιώδης φράση για μεγάλη δυστυχία)!

Κι άμα ήταν και κούτσικα τα παιδιά τ’ς, χειρότερα ακόμα! Η χήρα μέσα κάθεται… κι απόξω τ’ν κουτσομπουλεύουν! Σα να ’χε το λυκοτόμαρο (θεωρούνταν το μαύρο πρόβατο, αποδιοπομπαίος τράγος).

Ανύπαντρη γ’ναίκα, δε στέκονταν και δε στέκονταν π’θενά, δε θα ‘χε σταμό να σταθεί.

Η χήρα τ’ς έκανε μαναχή τ’ς τ’ς δ’λειές, και το όργωμα ακόμα, άμα ήταν άξια. Λεπτά δεν είχε, για να πληρώσει ζευγολάτη να τ’ς κάμει τα χωράφια. Οι γ’ναίκες ήταν αξιότερες απ’ τ’ς σημερ’νές, τα χέρια τ’ς τα ’ταν όλο ρόζια (ρόζους), απ’ το τσαπί κι απ’ τ’ αλέτρι πο’ ’καναν τα χωράφια. Κι άλλες δ’λειές έκαναν οι γ’ναίκες τα παλιά τα χρόνια. Έκοβαν σανό, τριφύλλια, με τ’ν κοσιά, και ξύλα έκοβαν. Δεν τα καρτέρ’γαν όλα απ’ τ’ς άντρες. Αλλά δεν είχαν τα… μανκιούρια τότε οι γ’ναίκες!

Άμα ήταν κανιά βαριά δ’λειά, οι χήρες έπαιρναν μεριάτικο (μεροκάματο) κάναν άντρα, αλλά και πάλι τ’ς λόιαζαν (κατηγορούσαν), τ’ς κρέμαγαν κ’δούνια. Έλεγαν, “Τι δ’λειά έχει αυτός εκεί; Αραγέ θα τα ’χουν σιασμένα αυτοίνοι οι δυο…”. Ήταν και τότε πολλοί που ’χαν τέτοιο γλωσσίδι σαν τ’ς οχιές!

Άμα πέθαινε ο άντρας τ’ς, έλεγαν “Ε, μωρ’, μη στενοχωρεύεσαι… Θα σε βοηθήσουμε”… Αλλά κοντά έπιαναν τ’ς άκρες και δεν τ’ βόηθαγαν… Ή άμα τ’ βόηθαγαν κι ήταν νέα η χήρα, ήθελαν… άλλο νταραβέρι απ’ τη χήρα! Να τ’ς το ξεπληρώσει διπλό το καλό π’ τ’ς έκαναν, τάχα ότι τ’ λυπάνταν κι πάαιναν να τ’ βοηθήσουν με το όργωμα…».

«Φαγοσπόριζε το σπόριμα…»


Όπως σε όλες τις γεωργικές εργασίες, η παρακολούθηση του καιρού ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μην υπάρξουν προβλήματα:

«Το χινόπωρο έπερπε να σπείρουμε τα χωράφια. Σιτάρι, βρώμη, κριθάρι… Οι άντρες είχαν το ζευγάρι (δηλ. όργωναν με το ζευγάρι) κι εμείς οι γ’ναίκες από κοντά. Αν δεν είχαν παρασποριάρη (σπορέα), έσπερναν οι γ’ναίκες κι οι άντρες έκαναν χωράφι. Έπρεπε να ξέρ’ς να σπείρ’ς, να μην το σπείρ’ς πυκνό, ούτ’ αρύ. Άμα δεν ήξερε η γ’ναίκα τ’ καθεμιανού, έσπερνε ο ν’κοκύρ’ς, ο άντρας. Άφ’νε τ’ άλογα ζεμένα (δηλ. συζευγμένα για όργωμα), έσπερνε και κοντά (έπειτα) έκανε χωράφι. Το ’κανε σποριές το χωράφι (δηλ. το χώριζε σε νοητές γραμμές πάνω στις οποίες θα έσπερνε), διάβαινε μέχρι τ’ν άκρη και γύρναγε πάλι δώθε.

Τήραγαμαν τι καιρό θα κάμει. Άμα άστραφτε στο β’νό (από δυτικά), έλεγαμαν “Άστραψε στο Ζάλογγο, δέσ’ το μέσα τ’ άλογο”!

Άμα είχε πολλή βροχή, τρόμπα, δε φύτρωνε ο σπόρος, χάλαγε η σπαρμουδία (σπορά). Τότε π’ σπέρ’ς, δεν πρέπει να τα πιάνει από κοντά η βροχή (δηλ. να βρέχει αμέσως μετά), γιατί θα σαπεί (σαπίσει) ο σπόρος.

Άμα δεν είχε νότη, φαγοσπόριζε το σπόριμα, το μάζωναν τα μυγμήγκια, οι κ’ρούνες και τα καλιακούδια (πουλιά). Κι έτσι το σπόριμα έχανε, φύτρωνε αριά άμα το ’πιανε η βροχή.

Και το καλαμπόκι τα ίδια. Γι’ αυτό τότε πο’ ’σπερναμαν, γύρναγαμαν δώθε με το ζευγάρι, γομώνονταν τ’ αυλάκι (καλυπτόταν η οργωμένη αυλακιά) για να μην το μάσουν τα π’λιά (να μην το φάνε τα πουλιά).

Γι’ αυτό φύλαγαμαν τον καιρό. Άμα έβρεχε, έπρεπε να κρατήσει δυο-τρεις μέρες, για να σπείρουμε».

Ο καλός σπορέας


Η φράση «καλός σπορέας» είναι γνωστή από την παραβολή του Ευαγγελίου. Η μητέρα μου εξηγεί πώς γινόταν στην κυριολεξία η σπορά, και μάλιστα ανά είδος σπόρου:

«Ο τριφυλλόσπορος είναι πολύ ψ’λός, σα μύτη από βελόνι! Τον ανακάτωναν με στάχτη για να γλέπουν πού σπέρουν. Μην αφήκουν αλλού χέρσο κι αλλού σπείρουν πολύ. Με τον τριφ’λλόσπορο είχαμαν ένα σκ’νί, ένας κάθονταν απ’ τ’ μία μεριά κι ένας απ’ τ’ν άλλη, για να γλέπουν πού είναι σπαρμένο. Και κοντά το ξεσπάραγαν παρέκεια (το μετακινούσαν παραπέρα) κι έσπερναν κι εκεί όσο πο’ ’βγαιναν σ’ όλο το χωράφι.

Το σιτάρι, το κριθάρι, φαίνονται πού θα πέσουν. Αλλά έκαναμαν σποριές. Αυλάκι, αυτό είναι η σποριά. Σπόριαζαμαν πρώτα όλο το χωράφι. Τράβαγαμαν αυλακιές με τ’ άλογα (δηλ. πρώτα άνοιγαν ένα αυλάκι όπου έπεφτε ο σπόρος). Κοντά έρθονταν ο παρασποριάρης (σπορέας) κι έσπερνε. Είχε το σπόρο σ’ έναν τροβά αυτός.

Πώς έσπερνε; Φρρρ… Πώς σπέρουν τα ζαχαράτα (τα κουφέτα) οι νύφες, μπροστά έσπερνε, με το ένα το χέρι.

Το καλαμπόκι το σπέρ’ς αριά, ένα κλωνί (κόκκος) σε κάθε δρασκελισιά όπως περπατάμε. Άμα πέσουν μαζί 2-3 κλωνιά, όταν γένουν για σκάλο οι ρόκες (δηλ. όταν τα καλαμπόκια είναι για σκάλισμα), ξεκωλώνουμε (ξεριζώνουμε) τ’ς δύο κι αφήνουμε τ’ μία, γιατί δε δένουν, δε χωρίζουν (σχηματίζουν) ρόκες, αφού τ’ς είναι σιμά (κοντά), δεν έχουν δύναμη να χωρίσουν καρπό.

Ήμασταν μαθημένοι εμείς, ήξεραμαν από μ’κρά παιδιά, από 12 χρονών, να σπέρουμε».

Τσάπισμα, το… χειροποίητο όργωμα!


Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις χωραφιών που μόνη λύση ήταν το τσάπισμα. Εμπρός, λοιπόν, καλά μου χέρια!

«Άμα ήταν γκρέμιο (χωράφι με μεγάλη κλίση), το τσάπ’ζαμαν. Στα πλάια (ενν. επικλινή εδάφη) δεν πατάν’ τ’ άλογα. Δεν είναι για ζευγάρι (ενν. αλόγων που οργώνουν).

Μ’κρά πλάια, κηπάρια τα τσάπ’ζαμαν με το τσαπί. Δεν είχε άργητα. Μαθημένοι ήμασταν στ’ δ’λειά, ήμασταν νέοι.

Εμείς άλλη τέχνη δεν ήξεραμαν. Αλλά το τσάπ’σμα τού ’χαμαν μαθ’μένο απ’ τότε που ’μασταν παιδιά.

Και το τσάπ’σμα θέλει κι αυτό τέχνη. Αλλά εμείς ήξεραμαν, γιατί από λιανοπαίδια ήγλεπαμαν πώς τσάπ’ζαν οι γονήδες μας κι έτσι έμαθαμαν κι εμείς.

Το ’παιρναμαν έργο. Τι είναι… ο έργος; Χώρ’ζαμαν το χωράφι σε… έργια! Δυο-τρία δρασκίλια πλάτος και μάκρος όσο πο’ ’πιαναμαν (φτάναμε) στ’ν κορ’φή. Το πάαιναμαν ίσια, γραμμή, απάνω. Να μην είναι παραφάουλο (παράγωνο, στραβό).

Φαίνεται εύκολη δ’λειά, αλλά άμα δεν ξέρει ο άνθρωπος δε μπορεί να τ’ν κάμει. Άμα βάλ’ς έναν ατζιαμή, δεν ξέρει πώς να τσαπίσει. Πρέπει να κατέχει απ’ τ’ γεωργική (ενν. τέχνη). Παράδειγμα, να βάλ’ς ένα νέο σήμερα, δεν ξέρει. Ουου! Θα φρουσκαλιάσουν τα χέρια του, θα στάζουν νερό! Κι αυτός θα ξεπατωθεί και δ’λειά δεν κάνει άμα δεν ξέρει…».

Άλλη χρονομάρτυρας μιλάει για το καλό τσάπισμα και κυρίως αυτό που σχετίζεται με την αμπελουργία: «Και το τσάπ’σμα θέλει τέχνη. Πρέπει να σκάψεις μετά από απόβροχο το χώμα, να ’ναι μαλακό το χώμα, να πάρει ανάσα.

Η μακαρίτ’σσα η κυραμάνα μ’ (γιαγιά) ήξερε ποιοι εργάτες σκάβουν καλά και ποιοι… παίζουν, ίσια π’ ανακατεύουν το χώμα, για να φαίνεται σκαμμένο.

Ο εργάτ’ς ο καλός έσκαφτε βαθιά, βάραγε βαθιά τ’ν τσάπα ή το δικέλι (σκαπτικό εργαλείο) με τ’ς δυο μύτες, μπιστεμένα, με καρδιά (με δύναμη, με ζήλο).

Στ’ αμπέλι δε μπορείς να οργώσεις, σκάλο θέλει, λίγο αφράτεμα το χώμα γύρα απ’ το κλήμα.

Είναι κι ένα τραγούδι… Το ξέρ’ς; -Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο, για δεν ανθείς, για δεν καρπείς, σταφύλια για δε βγάζεις; Με χρέωσες παλιάμπελο κι εγώ θα σε πουλήσω. -Μη με πουλάς, αφέντη μου, κι εγώ σε ξεχρεώνω. Για βάλε νιους και σκάψε με, γέρους και κλάδεψέ με, βάλε κορίτσια ανύπαντρα να με βλαστολογήσουν…

Κατάλαβες, Βασίλη μ’; Το βλαστολόημα θέλει χέρια από γ’ναίκα, δε θέλει άγαρμπα πράματα, να μην τσακίζεις τα κλήματα…

Σήμερα, ξέρ’ς, έχουν μηχανήματα, θηρία τραχτέρια, και τα οργώνουν και τ’ αμπέλια

Θ’μήθ’κα κι ένα αίνιγμα… Όμορφος γιος, άσχημος παππούς, τρελό αγγόνι. Τι είν’ αυτό; Όμορφος γιος είναι το σταφύλι απ’ το κλήμα το φουντωμένο. Ο παππούς είναι όταν το κλήμα μένει κούτσουρο το χειμώνα, κλαδεμένο, και δεν έχει βλαστάρια, το κουτσουρόκλημα π’ το λέμε, σκέτο ξύλο. Και το τρελό αγγόνι είναι… το κρασάκι! Λίγο τρελό είναι… αυτό τ’ αγγόνι; Ε, ο τρελός, λέει (ενν. η παροιμιώδης φράση), είδε το μετζ’μένο (μεθυσμένο) κι αναμέρ’σε (παραμέρισε)».

«Εγώ νογάω, το βόιδι δε νογάει!»


Το έχω γράψει και άλλες φορές ότι οι διηγήσεις των παλαιοτέρων είναι μοναδικές. Σχετικά με το όργωμα, απολαυστική είναι μια ωραία ιστορία που μου αφηγήθηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα από ορεινό χωριό. Βαριά ηπειρώτικα λοιπόν: «Εκειά τα χρόνια, έκαναμαν χουράφι μι τα βόιδια. Νια (μια) μέρα, πήγαμαν προυί μι του ν’κουκύρη μ’ (=άντρα μου) να οργώσουμι ένα χουράφι τ’ αφέντη μ’ (=κουνιάδου μου). Έζεψαμαν τα βόιδια κι αρχίν’σαμαν να ουργώνουμι. Μπρουστά ιγώ μι τουν άντρα μ’, είχαμαν από έναν τρουβά σπόρου κι έσπιρναμαν. Πίσω ο αφέντ’ς μ’ είχε του αλέτρι μι του ζιουβγάρι. Του ένα το βόιδι φαίνονταν π’ δεν είχι μπόρου (=δύναμη). Σι κανιά ώρα φόντι (αφότου) αρχίν’σαμαν, έπισι καταή του βόιδι τ’ ανήμπουρου κι δε μπόρ’γε (μπορούσε) να σηκουθεί με τίπουτις. Του χουράφι μ’σοκαμωμένο (=μισοοργωμένο)... Τότι πάει μπροστά ου νοικοκύρ’ς μ’ κι ζεύ’κει (συνδέθηκε) αυτός μαζί μι τ’ άλλου του βόιδι, για να προπήσουμε (=προλάβουμε) να κάνουμι του χουράφι, γιατί θα να ’βρεχε. Ου αφέντ’ς μ’, τ’ δ’λειά του τήραγε να κάμει, κένταε με τ’ φκέντρα (κέντριζε με τη βουκέντρα, ξύλο που στην άκρη έχει βελόνα) του βόιδι, αλλά… έδουνι κι από καμία κι στουν άντρα μ’. Άμα τουν σούφλισε πέντ’-έξι φουρές, χόλουσε ου άντρας μ’ κι του ’πε: “Τι μι σ’φλάς ιμένα;! Εγώ νογάω, το βόιδι δε νογάει, αυτό σούφλα! (=σούβλισε)”».

Η τιμωρός Αγία Μαύρα


Θεοφοβούμενοι οι περισσότεροι πρόγονοί μας, ξεκινούσαν τη σπορά κάνοντας το σταυρό τους, αλλά και επισφράγιζαν την ολοκλήρωση του οργώματος με την τοποθέτηση ενός πρόχειρου ξύλινου σταυρού στην άκρη του χωραφιού:

«Τ’ς φύλαγαμαν τ’ς γιορτάδες (τηρούσαμε τις αργίες των εορτών) τ’ς βαριές. Ε, άμα ήταν κανιά αλαφρογιορτή, έκαναν το σταυρό μας και τ’ χάλαγαμαν (δεν τηρούσαμε την αργία).

Τότε π’ αρχίναγαμαν το όργωμα, έπρεπε να κάνουμε το σταυρούλη μας. Αλλά είναι μια γιορτή, τ’ς Αγία Μαύρη (!), τ’ς 3 Μάη, τότε π’ βγαίνουν τα φίδια στ’ν αυλακιά…

Κάτσε να σ’ το μολοήσω αυτό… Κάποτε ήταν η γιορτή τ’ς Αγία Μαύρη κι ένας πήρε το ζευγάρι (ενν. ζώων) και πάει (πήγε) να σπείρει ρόκες. Του ’πε μια κοντογειτόν’σσα “Σήμερα είναι γιορτή, είναι τ’ς Αγία Μαύρη…”. Κι είπε αυτός “Ας είναι… Δεν είναι γιορτή βαριά. Τι μ’ λες τώρα… Δεν είναι… μαύρη η μέρα! Εγώ θα πάω να κάμω χωράφι, να σπείρω ρόκες”.

Πάει... Τ’ν πρώτη αυλακιά πο’ ’καμε (όργωσε), βήκαν τρία-τέσσερα φίδια πέρα τ’ αυλάκι, σ’ όλη τ’ν αυλακιά! Και παραπέρα άλλα φίδια!

Ξεζεύει τ’ άλογα κι έφ’γε, πάει στο σπίτι του και το μολόησε αυτό. Και μολογιόται μέχρι σήμερα. Δεν τ’ν έπιασε για μαντέ (δεν την υπολόγισε) τ’ γιορτή τ’ς Αγία Μαύρη.

Εμείς τ’ φύλαγαμαν πολύ αυτήνη τ’ μέρα. Αλλά σήμερα δε φ’λάει τίποτα ο κόσμος. Ξετσαντ’λώθ’καν όλα (δηλ. ξεχείλωσαν σαν την τσαντήλα του τυριού). Ούτε τα π’στεύει κανένας αυτά…

Α, είχαμαν κι ένα άλλο! Αυτοίνοι π’ λυποκρατούσαν, οι σπ’τίσιοι αυτ’νού π’ πέθανε δεν έπρεπε να πιάσουν χώμα ώς τ’ς εννιά (εννιάμερα), αλλά κι ώς τ’ς σαράντα φύλαγαν για εκειόν π’ πέθανε (δηλ. δεν έκαναν κάποια εργασία που να σχετιζόταν με χώμα μέχρι το 40ήμερο μνημόσυνο), γιατί έλεγαν ότι άμα έπιανε χώμα κάνας σπ’τίσιος, θα πέθαινε κι άλλος».

**

Σήμερα τα χωριά, ειδικά τα ορεινά, μαραζώνουν. Ελάχιστες εκτάσεις καλλιεργούνται, σε πολλές περιπτώσεις ούτε καν οι κήποι δίπλα απ’ τα σπίτια. Τα πάντα αγορασμένα πλέον. Πριν από πολλά χρόνια είχα συναντηθεί με έναν ηλικιωμένο σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Κάποια στιγμή, ενώ ετοιμαζόμουν να τον αποχαιρετήσω, βγήκαμε σ’ ένα ξάγναντο και μου είπε δείχνοντάς μου τις χέρσες εκτάσεις που βρίσκονταν μπροστά μας:

«Αυτά τα κουτσοχώραφα μάς μεγάλωσαν, κι εμένα και τ’ς γονέους μ’ και τ’ς παππ’λάδες μ’… Τα παιδιά μ’ δεν ήθελαν να κάτσουν εδώ, δεν τ’ς άρεγε αυτήνη η ζωή. Τα ’ναι φευγάτα, πήγαν στ’ν Αθήνα. Σαν και (μήπως) περάν’ καλύτερα εκεί; Χρεωμένα τα ’ναι στ’ς τράπεζες. Καρτερούν από μένα κι απ’ τ’ γριά μ’, να τ’ς στείλουμε λεπτά απ’ τ’ς συντάξεις μας…».

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, κλασικός φιλόλογος, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Κάτσε να σου μολογήσω – Ηπειρώτικες ιστορίες από το παρελθόν που μιλούν στο παρόν» (εκδ. Αλεξάνδρεια).

Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas

Πηγή: maxitisartas.gr

http://www.matrix24.gr/2021/11/orgoma-doulia-skliri-gia-andres-ginekes-pedia/