Σε παγκόσμια μετεξελίσσεται η ενεργειακή κρίση


Γράφει ο Γιώργος Ηλιόπουλος

Η αγορά ανησυχεί για την επάρκεια των αποθεμάτων φυσικού αερίου με επικείμενη την χειμερινή περίοδο, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στον Nord Stream 2 AG, του οποίου το πρώτο σκέλος ήδη πληρούται από την Gazprom. Όμως η διαμόρφωση των διακυμάνσεων στην Ολλανδία, όπου στον δείκτη TTF που αποτελεί τιμή αναγωγής για ολόκληρη την αγορά της Ευρώπης, οι τιμές διασπούν ανοδικά το φράγμα

των 100 δολαρίων ανά Mwh, για πρώτη φορά στην ιστορική τους διαδρομή κατά την τωρινή ενεργειακή κρίση.

Οι αναλυτές που παρακολουθούν με αγωνία την αγορά, παρατηρούν απογοητευμένοι πως η ενεργειακή κρίση θα συνεχίσει να εξελίσσεται, χωρίς ορατή προς το παρόν διέξοδο. Η απίστευτη ολλανδική τιμή, εάν αντιπαραβληθεί με το ενεργειακό ισοδύναμο του αργού πετρελαίου αντιστοιχεί σε τιμή της τάξης των 205 δολαρίων ανά βαρέλι και μάλιστα σε περίοδο γενικής ανόδου των τιμών στον τομέα της ενέργειας, που επιτείνονται λόγω της επερχόμενης χειμερινής περιόδου.

Με την απεργία του προσωπικού των πυρηνικών σταθμών ενέργειας στην Γαλλία να μειώνει επίσης δραστικά, αν και προσωρινά την παραγωγή, η κρίση εμφανίζεται να επιδεινώνεται, χωρίς άμεση ανακούφιση της αγοράς και επιβράδυνση της ανοδικής πορείας των τιμών. Το ουσιαστικό πρόβλημα αφορά το γεγονός ότι αποκτά βάθος, σε αντίθεση με την κρίση των τιμών του αργού πετρελαίου του 2008, όταν από το ανώτατο επίπεδο των 150 δολαρίων στα μέσα Ιουλίου, καταρρέουν σε επίπεδα κατώτερα των 40 πριν από την λήξη του έτους και παρά την είσοδο σε χειμερινή περίοδο.

Η νευρικότητα της αγοράς

Στο περιβάλλον που διαμορφώνεται, η αγορά εμφανίζεται υπερβολικά νευρική και ευάλωτη ακόμα και στα πλέον ασήμαντα στοιχεία, με κυρίαρχο σημείο την μείωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου. Η αβεβαιότητα για την έναρξη λειτουργίας του αγωγού Nord Stream 2 AG, συντηρεί τις φοβίες στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη οι τιμές του αργού πετρελαίου και του άνθρακα κινούνται επίσης ανοδικά πέραν πάσης προσδοκίας.

Με εξαίρεση τον Φεβρουάριο του 2021 όταν αιφνιδιαστικά η τιμή του φυσικού αερίου εκτοξεύεται στα 5,35 δολάρια ανά MΜBtu ή Mcf, από τα 2,71 του προηγούμενου μήνα, για να υποχωρήσει απότομα στα 2,62 τον Μάρτιο, η πραγματικά επικίνδυνη άνοδος εμφανίζεται τον Απρίλιο, με την τιμή ανά MΜBtu ή Mcf από τα 2,66 δολάρια να φθάνει τελικά τα 5,98 τον Σεπτέμβριο, δηλαδή να υπερδιπλασιάζεται σε ένα πεντάμηνο, χωρίς καμία ένδειξη αποκλιμάκωσης.

Η σιωπηρή αρχικά αντίδραση της αγοράς δεν συνεκτιμάται από τους ιθύνοντες της Ευρωζώνης, που μάλλον δεν αντιλαμβάνονται πως ο βασικός λόγος για την άνοδο των τιμών απορρέει από το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει τα χαμηλότερα αποθέματα από το 2010.

Η προσφυγή σε επικοινωνιακά τεχνάσματα και θεωρίες συνωμοσίας για την στάση κυρίως της Ρωσίας, δεν καλύπτει πάντως το βασικό σφάλμα των Βρυξελλών που εδράζεται στον λανθασμένο σχεδιασμό της μετάβασης προς την καθαρή ενέργεια, χωρίς την ορθολογική διαχείριση των εφεδρικών πηγών σε περίπτωση αστοχιών.

Η ευρύτερη εικόνα

Εγκαταλείποντας την Ευρώπη και τα ενεργειακά της προβλήματα, στην Βρετανία αναδύονται ελλείψεις στην ενέργεια που επαναφέρουν μνήμες της φοβερής χειμερινής περιόδου του 1970, με τρομακτική υστέρηση παραγωγής και συνεχείς διακοπές παροχής ενέργειας από το δίκτυο. Παρά ταύτα τα παθήματα δεν διδάσκουν, όπως αποκαλύπτει και ο αφορισμός του Βρετανού πρωθυπουργού Boris Johnson, που δηλώνει με βλακώδη στόμφο πως είναι πανεύκολη η μετατροπή στην πράσινη!

Προβλέποντας μάλιστα πως έως το 2035 η χώρα του θα παράγει κατά 100% καθαρή ενέργεια, συμπεριλαμβανομένων όμως το δίκτυο και των πυρηνικών της σταθμών. Αυτό που δεν αντιλαμβάνεται ο Βρετανός πρωθυπουργός, αφορά το γεγονός ότι ακόμα και στον νέο αιώνα κάποιος επιβιώνει επί μία εβδομάδα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά δεν επιβιώνει χωρίς το φυσικό αέριο.

Στον αντίποδα ο Ιταλός διευθύνων σύμβουλός του ομίλου ενεργειακών υποδομών SNAM, δηλώνει απεγνωσμένα πως επιβάλλεται να πληρωθεί άμεσα και το τελευταίο κυβικό εκατοστό των μονάδων αποθήκευσης για να αποτραπούν τα χειρότερα. Ήδη στην Κίνα πολλές βιομηχανικές μονάδες αναστέλλουν την λειτουργία τους και το βραχυπρόθεσμο μέλλον δεν θεωρείται ευοίωνο, με την κρίση στον τομέα της ενέργειας να αποτελεί μία από τις αρκετές και μάλλον την πρώτη σοβαρή που ταλανίζει την χώρα.

Μάλλον και στο Πεκίνο, η κινεζική ηγεσία, έχει πεισθεί όπως και στην Ευρώπη, πως η μετάβαση προς την καθαρή ενέργεια αποτελεί απλή υπόθεση και καταλήγει σε επιβολή συνεχώς αυστηρότερων κανόνων εκπομπής ρύπων σε βιομηχανίες και οργανισμούς κοινής ωφέλειας. Αιφνιδιαστικά όμως αναστρέφει την πολιτική της και προτρέπει με εντολή να αξιοποιηθεί κάθε μέσον ώστε να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία των οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, για να αποφευχθούν ελλείψεις ενέργειας.

Προβλήματα σε Ευρώπη, Κίνα και ΗΠΑ

Η εντολή διατυπώνεται κατά τα φαινόμενα με απελπιστική καθυστέρηση και διάφορες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες αναστέλλουν την λειτουργία τους, κυρίως λόγω του ότι η παραγωγή άνθρακα παραμένει περιορισμένη και η κατάσταση αυτή δεν αναμένεται να μεταβληθεί στο άμεσο μέλλον. Ακόμα και η απελευθέρωση των τιμών του άνθρακα για να δοθούν κίνητρα με στόχο την λειτουργία ανενεργών ανθρακωρυχείων με δέλεαρ υψηλότερες τιμές λόγω ανταγωνισμού, έρχεται με δραματική καθυστέρηση.

Οι Κινέζοι αντιλαμβάνονται πλέον πως παρά τις υπερβολικές τους ίσως εκτιμήσεις για το συνεχώς μειούμενο κόστος παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, πως τελικά δεν πρόκειται για ζήτημα κόστους, αλλά για πρόβλημα αξιοπιστίας αυτών των πηγών που μεταβάλλει δραστικά την παράμετρο του κόστους. Αλλά το δράμα δεν εκτυλίσσεται μόνον στην Ευρώπη και στην Κίνα, από την στιγμή που παρατηρούνται ανάλογα φαινόμενα στις ΗΠΑ, με πρώτο ορατό την απότομη αύξηση της τιμής των καυσίμων.

Η νέα αμερικανική κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα στην αγορά καυσίμων, με ασύμμετρες πολιτικές προεκτάσεις, από την στιγμή που ο μέσος Αμερικανός υποχρεώνεται να καταβάλλει 3,18 δολάρια ανά γαλόνι καυσίμου, από μόλις 2,18 προ δωδεκαμήνου, δηλαδή να υποστεί μία άνοδο του κόστους στην καθημερινή του ζωή κατά 45,9%.

Ταυτόχρονα και σε πείσμα του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ αποτελούν μεγάλο εξαγωγέα στον τομέα της ενέργειας, τα τιμολόγια των καταναλωτών εμφανίζονται υπερδιπλάσια σε σχέση με τα αντίστοιχα του προηγούμενου δωδεκαμήνου με τις συνέπειες αυτές να έχουν άμεση επίπτωση στην καταναλωτική ψυχολογία του μέσου Αμερικανού και ανακλώνται στα αρνητικά του αισθήματα για την κυβέρνησή του.

Αυξήσεις και προβλήματα ανεφοδιασμού

Συγκεκριμένα και σύμφωνα με την Energy Information Administration – EIA, σχεδόν το 50% των νοικοκυριών που χρησιμοποιεί φυσικό αέριο καλείται να καταβάλλει 30% περισσότερα στην περίοδο Οκτωβρίου-Μαρτίου, το 10% που θερμαίνεται με αργό πετρέλαιο ή προπάνιο θα καταβάλλει 19% περισσότερα και τα υπόλοιπα που θερμαίνονται με ηλεκτρικό ρεύμα μόλις 4%.

Παράλληλα στα μέσα Οκτωβρίου οι γιγαντιαίοι όμιλοι αλουμινίου της χώρας προειδοποιούν για μεγάλη κάμψη των παραδόσεων ράβδων αλουμινίου το 2022 στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην ανάλογη αεροδιαστημική, στα ναυπηγεία και γενικά σε ευρύτατο φάσμα βιομηχανικών μονάδων που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο μέταλλο. Το βασικό αίτιο απορρέει από την έλλειψη μαγνησίου, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την παραγωγή αλουμινίου.

Γιγαντιαίοι όμιλοι, όπως της Alcoa και της Metalco δηλώνουν πως αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα στον ανεφοδιασμό τους με μαγνήσιο και πυρίτιο, με συνέπεια να προειδοποιούν για μείωση της αμερικανικής παραγωγής, που θα περιορίσει δραστικά την παγκόσμια προσφορά του πολύτιμου για την βιομηχανία μετάλλου και αποτέλεσμα την κατακόρυφη άνοδο των τιμών.

Ταυτόχρονα οι χαοτικές κινήσεις στον τομέα της ενέργειας και οι πολύμηνες αναστολές λειτουργίας ορυχείων λόγω πανδημίας, μειώνουν τα αποθέματα χαλκού στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1974 (κατά 89%), εκτοξεύοντας την τιμή του μετάλλου ανά τόνο σε επίπεδα ανώτερα των 10.000 δολάριων (σχεδόν πενταπλάσια από τα συνηθισμένα).

Απόλυτο χάος

Στην Ευρώπη και σε πείσμα πλέον των ορατών προβλημάτων, εξακολουθεί να διατυμπανίζεται πως η μοναδική διέξοδος προς την καθαρή ενέργεια έγκειται στην κατά 100% παροχή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, χωρίς καμία αναφορά στον ανασχεδιασμό των εφεδρικών πηγών για την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς. Μία εικόνα της εμμονής της σε μονοδιάστατες λύσεις, παρέχεται από την πρόσφατη δημοπρασία του πράσινου ομολόγου ύψους 13,9 δισεκατομμυρίων ευρώ λήξης 2037, για το οποίο προσφέρονται 135 δισεκατομμύρια και αποτελεί το πρώτο από μία σειρά συνολικού ύψους 250 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Το απίστευτο κλίμα χάους πάντως που έχει δημιουργήσει η πανδημία, εξωθεί τους ανθρώπους να αδιαφορούν για το οτιδήποτε, με εξαίρεση τα σχετικά με την επιβίωσή τους από την λαίλαπα του Covid-19. Την κατάσταση επιτείνουν και τα Μέσα Ενημέρωσης που δεν παρέχουν καμία άλλη πληροφόρηση, περιθωριοποιώντας ίσως σκόπιμα κάποιους άλλους χειρότερους κινδύνους.

Με το διεθνές οικονομικό περιβάλλον σε φάση αποσάθρωσης λόγω άκριτων εγκλεισμών και των περιοριστικών μέτρων που παραλύουν επί μήνες τις οικονομίες του πλανήτη, πολλά προγράμματα επιχορηγήσεων προς τις αγριότατα χειμαζόμενες χώρες του αναθεωρούνται με κύριο χαρακτηριστικό τις μεγάλες περικοπές. Οι ανασχεδιασμοί συνεπάγονται μία μέση ημερήσια αύξηση των θανάτων ανά την υφήλιο κατά 300.000 άτομα.

Επιπλέον η Παγκόσμια Αναφορά Διατροφικών Κρίσεων του 2020 (Global Report on Food Crises 2020 – GRFC), προειδοποιεί πως όλες οι εκτιμήσεις εμφανίζονται συγκεχυμένες και με μεγάλες αποκλίσεις, λόγω μεγάλων κενών στην πληροφόρηση και την συγκέντρωση δεδομένων, εκτιμώντας πάντως σε ετήσια βάση ένα δισεκατομμύριο θανάτους, λόγω πείνας και ανέχειας.

Δυσοίωνο μέλλον

Η νεοελληνική εσωστρέφεια δεν επιτρέπει δυστυχώς την κατανόηση μίας τεράστιας κλίμακας ευρύτερης εικόνας που διαγράφεται απειλητικά για την υφήλιο. Μεγάλη πάντως ευθύνη για την απίστευτη κατάσταση φέρουν οι ανά τον κόσμο υγειονομικές επιτροπές, ακόμα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας που με τεράστια υποκρισία προβάλλουν τα σχεδόν πέντε εκατομμύρια θύματα της πανδημίας, εξαφανίζοντας κυριολεκτικά τις εκατοντάδες εκατομμύρια θύματα των λιμών και της πείνας, αν και αποτελούν και αυτά ζήτημα πρόνοιας και δημόσιας υγείας, που κατά τα άλλα ανερυθρίαστα επικαλούνται.

Η περισσότερο πιθανή εξέλιξη προβλέπει γενική κάμψη των εισοδημάτων κατά 20%, γεγονός που θα εξωθήσει στην ανέχεια και στην πείνα 548 εκατομμύρια ανθρώπους, που θα καταλήξουν με μέσο ημερήσιο εισόδημα κατώτερο των 5,50 δολαρίων. Ο ΟΗΕ προειδοποιεί πως το φαινόμενο αυτό και κυρίως η απότομη ανάδυσή του, απαιτούν σε διεθνές επίπεδο άμεσες ελάχιστες δαπάνες της τάξης των 2,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για την υποστήριξη αναπτυσσόμενων οικονομιών, με τις απώλειες θέσεων εργασίας στην Αφρική να φθάνουν το 50% του συνόλου.

Το σκοτεινό μέλλον που προδιαγράφεται απαιτεί αναμφίβολα δραστικές και αποτελεσματικές κινήσεις και άμεση έξοδο από την ληθαργική κατάσταση που δημιουργούν τα ΜΜΕ με την σχεδόν παθολογική εμμονή τους στην πανδημία. Οι αναγκαστικές διαγραφές χρεών, η έκτακτη φορολόγηση πλούτου, η παρακράτηση εκτάκτων και ανόργανων κερδών (δηλαδή από μη λειτουργική δραστηριότητα), αλλά και η επιβολή αναγκαστικής εισφοράς σε κερδοσκοπικά χρηματιστηριακά προϊόντα, οπωσδήποτε συνεισφέρουν στην επιτακτική συγκέντρωση εσόδων.

Από την στιγμή που η γενική εκτίμηση καταλήγει στην ανάγκη άμεσης διάθεσης ποσού 2,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και αποτελεί ιστορικό δεδομένο το γεγονός ότι οι αναπτυγμένες οικονομίες διαθέτουν την πολυτέλεια να κινητοποιούν σε περιόδους κρίσεων τρισεκατομμύρια, επιβάλλεται να το πράξουν, για να περιορίσουν δραστικά τους θανάτους.

Φόβος για ραγδαία μετανάστευση

Σε αντίθετη περίπτωση οι αλυσιδωτές επιπτώσεις της κρίσης δεν θα επιτρέψουν στις αναπτυσσόμενες χώρες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα προβλήματα του υγειονομικού και του οικονομικού τομέα, προκαλώντας συρράξεις και προσφυγικά κύματα. Σε ένα ανάλογο κλίμα προ τριών δεκαετιών, οι συγκρούσεις στα Βαλκάνια, στον Καύκασο, στην Μέση Ανατολή, στην κεντρική Ασία και στην Αφρική, προκαλούν προσφυγικά κύματα της τάξης των 16,5 εκατομμυρίων εξαθλιωμένων ανθρώπων.

Το σύνολο των προσφυγικών ροών κατά το 1995 αυξάνεται απότομα σε 23 εκατομμύρια, με τους νέους πρόσφυγες να αποτελούν το 72% του συνόλου και να προκαλούν τρόμο στους Ευρωπαίους που αντιλαμβάνονται πως πρόκειται να αποτελέσουν τους αποδέκτες των κυμάτων, ενώ ανάλογο τρόμο προκαλούν τα κύματα προσφύγων της Συρίας και τα αναμενόμενα του Αφγανιστάν. Ίσως κάποιος αξίζει επιτέλους να αναρωτηθεί τι είδους τρόμο αναμένεται να προκαλέσει η συνειδητοποίηση της κινητοποίησης ενός κύματος ενός δισεκατομμυρίου ανθρώπων, εάν δεν ληφθούν άμεσα τα απαραίτητα μέτρα.

από slpress

 https://teleytaiaexodos.blogspot.com/2021/11/blog-post_3817.html