Βάλτε όλοι (ξανά) πλάτη για τους πλούσιους


  • Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου

Το αδιέξοδο που διαφαίνεται για το σύστημα θα απαιτήσει και πάλι από τους πιο αδύναμους να πληρώσουν το κόστος

Από το 2008 μέχρι σήμερα οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες, οι οποίες διαχειρίζονται τα εθνικά νομίσματα για λογαριασμό των εθνικών κρατών -ή της Ευρωζώνης στην περίπτωση της ΕΚΤ- έχουν δημιουργήσει καινούριο, «φρέσκο» χρήμα συνολικής αξίας γύρω στα 29 τρισ. δολάρια, το οποίο διοχέτευσαν στην παγκόσμια οικονομία για να στηρίξουν τις αγορές και την οικονομία.

Είναι το λεγόμενο «τύπωμα χρήματος» ή «ποσοτική χαλάρωση», την οποία οι κεντρικές τράπεζες εφαρμόζουν παράλληλα με πολιτική μηδενικών ή ακόμα και αρνητικών επιτοκίων.

Ενα μεγάλο μέρος από τα «φρεσκοτυπωμένα» 29 τρισεκατομμύρια δολάρια δεν πήγαν στην

πραγματική οικονομία, αλλά διοχετεύθηκαν στις αγορές μετοχών, ομολόγων και άλλων «χαρτιών», καθώς και ακινήτων, τροφοδοτώντας την άνοδο των τιμών τους. Περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή, τα οποία κατά τεκμήριο κατέχουν οι πιο εύποροι άνθρωποι.

Διάφορες έρευνες έχουν τεκμηριώσει άλλωστε ότι τα πλουσιότερα τμήματα της κοινωνίας, στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη, ωφελήθηκαν περισσότερο από τις πολιτικές αυτές, ενώ η εικόνα εμφανίζεται ανάγλυφα στις μετρήσεις της περιουσίας γνωστών δισεκατομμυριούχων, που έγιναν ακόμη πλουσιότεροι.

Την ίδια στιγμή, το βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης παρέμεινε στάσιμο ή υποχώρησε.

Η περίπλοκη μηχανική του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνδυάζεται με την εγγενή αδιαφάνεια και έλλειψη λογοδοσίας που χαρακτηρίζει τους θεσμούς του. Οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν στο απυρόβλητο, χωρίς ανοιχτές διαδικασίες και δημοκρατικό έλεγχο, ενώ και οι μεγάλες εταιρείες απολαμβάνουν την de facto ασυλία της παγκοσμιοποιημένης χρηματαγοράς. Λίγοι άνθρωποι καταλαβαίνουν τους ισολογισμούς τους, ενώ ακόμα και κρατικοί θεσμοί πανίσχυρων χωρών αποδείχθηκαν τραγικά ανεπαρκείς μπροστά στα θηριώδη ανοίγματα της Lehman Brothers και της Deutsche Bank, στη φοροδιαφυγή της Google, στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης από τη Facebook ή στην παραβίαση του ανταγωνισμού από την Amazon.

Η απλή πραγματικότητα είναι ότι τα τελευταία χρόνια τα κράτη (μέσα από τις κεντρικές τράπεζες) «τύπωσαν» περί τα 29 τρισ. δολάρια, τα οποία διαχειρίστηκαν οι πιο πλούσιοι (σε αυτούς ανήκουν οι μεγάλες εταιρείες και οι μετοχές τους), οι οποίοι ήταν και οι κερδισμένοι. Με αυτά τα χρήματα έγιναν μπίζνες, επενδύσεις και αποταμιεύσεις και βέβαια διασώθηκαν αρκετές τράπεζες και άλλες εταιρείες, οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες θα είχαν βαρέσει κανόνι.

Στη διάρκεια της πανδημίας ένα μέρος από αυτά τα χρήματα πήγε στις τσέπες του κόσμου, με τη μορφή ενισχύσεων που χορήγησαν τα κράτη, τα οποία όμως στο μέλλον θα πρέπει να επιστρέψουν τα χρήματα που δανείστηκαν από τους επενδυτές για να χρηματοδοτήσουν τις παροχές, φορολογώντας τους πολίτες.

Το ενδιαφέρον είναι ότι σήμερα το σύστημα είναι σε μια αβέβαιη ισορροπία, καθώς έχει εμφανιστεί παντού το πρόβλημα του πληθωρισμού, της ανόδου των τιμών δηλαδή, η οποία όταν μεν είναι μικρή και ελεγχόμενη θεωρείται ευνοϊκή για την οικονομική δραστηριότητα, αλλά όταν είναι μεγάλη λειτουργεί διαβρωτικά.

Και πάλι είναι τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα που πληρώνουν τα σπασμένα, καθώς όταν οι τιμές αυξάνονται, χωρίς να ανεβαίνουν και οι μισθοί, στην πραγματικότητα το εισόδημα μειώνεται.

Οι κεντρικές τράπεζες μάλιστα προτιμούν να μην αυξηθούν οι μισθοί, διότι κάτι τέτοιο θα ανατροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και θα τις αναγκάσει να αυξήσουν τα επιτόκια, κάτι που μπορεί να αποσταθεροποιήσει τα χρηματιστήρια, να οδηγήσει σε πτώχευση υπερδανεισμένες εταιρείες -ίσως και υπερδανεισμένες χώρες- και να φέρει πάλι την οικονομική ύφεση, την οποία βέβαια θα πληρώσουν βαρύτερα οι πιο αδύναμοι.

Κάποιοι μάλιστα διαπιστώνουν με… ανακούφιση ότι τα περισσότερα συνδικάτα πια δεν έχουν δύναμη να διεκδικήσουν αυξήσεις μισθών, αλλά και εκείνα που την έχουν (π.χ. στη Γερμανία) βάζουν ως προτεραιότητα τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και όχι την αύξηση των μισθών.

Με λίγα λόγια, το αδιέξοδο που διαφαίνεται για το σύστημα θα απαιτήσει και πάλι από τους πιο αδύναμους να πληρώσουν το κόστος.

Για πόσο, όμως, θα είναι πολιτικά διαχειρίσιμο κάτι τέτοιο;