Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022

John O’Farrell – Ο άνθρωπος που ξέχασε τη γυναίκα του

Στις 22 Οκτωβρίου, ο εγκέφαλός μου είχε ξάφνου αποφασίσει να κάνει επαναφορά συστήματος στις εργοστασιακές ρυθμίσεις. 

Η αλλόκοτη αφύπνισή μου έλαβε χώρα σ’ ένα βαγόνι του λονδρέζικου μετρό, λίγο αφότου είχε βγει απ’ τη σήραγγα στο φως της μέρας, σταματώντας άσκοπα σε διάφορα σημεία στο πουθενά, που θα μπορούσαν να βρίσκονται τόσο στα περίχωρα του Λονδίνου όσο και του αεροδρομίου Χίθροου.

Ήταν ένα βροχερό απόγευμα του φθινοπώρου – κάτι που εξακολουθούσα να αντιλαμβάνομαι, έστω κι αμυδρά. Δεν είδα κάποια εκτυφλωτική λάμψη ούτε ένιωσα κάποιο κύμα ευφορίας· μόνο μια υφέρπουσα σύγχυση ως προς το πού ακριβώς βρισκόμουν. Το βουερό βαγόνι πήρε πάλι μπρος, και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ιδέα για ποιο λόγο βρισκόμουν σ’ αυτή τη διαδρομή του μετρό. «Ανατολικό Χάουνσλοου», έλεγε η επιγραφή μέσα απ’ το λερό παράθυρο καθώς ο συρμός σταματούσε, μα κανείς δεν ανέβηκε ούτε κατέβηκε. Ίσως να επρόκειτο για κάποιο στιγμιαίο μπλακ άουτ· μπορεί αυτό το αίσθημα του κενού να ήταν κάτι που ένιωθαν όλοι οι άνθρωποι φτάνοντας στο Ανατολικό Χάουνσλοου.

Έπειτα όμως συνειδητοποίησα ότι όχι μόνο δεν θυμόμουν πού πήγαινα, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ ούτε την αφετηρία της διαδρομής μου. Πηγαίνω στη δουλειά; Τι δουλειά κάνω; Δεν ξέρω. Τώρα ο πανικός είχε αρχίσει να φουντώνει μέσα μου. Δεν αισθάνομαι καλά· πρέπει να πάω σπίτι και να πέσω για ύπνο. Αλλά πού μένω; Δεν ξέρω πού μένω. Σκέ-ψου! Σκέψου – δεν μπορεί, θα σου ρθει!

«Έλα ρε συ…» είπα μεγαλόφωνα, σκοπεύοντας να απευθυνθώ στον εαυτό μου με τ’ όνομά μου. Μα το τέλος της πρότασης απούσιαζε· ήταν σαν λειψό σκαλοπάτι σε σκάλα. Έψαξα πάνω μου για κάποιο πορτοφόλι, ατζέντα, κινητό, οτιδήποτε μπορούσε να αποκαταστήσει την τάξη. Οι τσέπες μου ήταν άδειες – μόνο ένα εισιτήριο και λίγα λεφτά. Το τζιν μου είχε έναν μικρό λεκέ από κόκκινη μπογιά. «Αναρωτιέμαι πού να λερώθηκα» συλλογίστηκα. Ο εγκέφαλός μου είχε κάνει επανεκκίνηση, αλλά τα παλιά δεδομένα είχαν σβηστεί.

Στο δάπεδο υπήρχαν σκορπισμένες σελίδες από δωρεάν εφημερίδες. Είδα το σκίσιμο στο ύφασμα του απέναντι καθίσματος. Το μυαλό μου επεξεργαζόταν τις νέες πληροφορίες με μεγάλη ταχύτητα τώρα, καταβροχθίζοντας διαφημιστικά σλόγκαν κι επιγραφές που έλεγαν στον κόσμο να προσέχει τα ύποπτα δέματα. Όμως κοιτάζοντας το χάρτη του μετρό μπροστά μου, ανακάλυψα ότι όλη αυτή η ροή καινούριων σκέψεων αδυνατούσε να συνδεθεί με οτιδήποτε άλλο στο δίκτυο. Οι συνάψεις στο κεφάλι μου είχαν κλείσει για γενική επισκευή· οι νευρώνες είχαν ακινητοποιηθεί στο Κιγκς Κρος εξαιτίας προβλημάτων σήμανσης.

Ο φόβος μ’ έκανε να θέλω να το βάλω στα πόδια, όμως το πρόβλημα με ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινα. Τώρα βάδιζα στο διάδρομο του άδειου βαγονιού, σαστισμένος ως προς το τι να κάνω στη συνέχεια. Να κατέβω στον επόμενο έρημο σταθμό και να προσπαθήσω να καλέσω σε βοήθεια; Να τραβήξω το μοχλό εκτάκτου ανάγκης με την ελπίδα το αιφνίδιο φρενάρισμα να ταρακουνήσει τη μνήμη μου; «Ένα προσωρινό κολληματάκι είναι», είπα στον εαυτό μου. Κάθισα κι έκλεισα σφιχτά τα μάτια, πιέζοντας τα χέρια στους κροτάφους μου λες και θα κατάφερνα να βγάλω με τη βία κάποια εξήγηση απ’ το κεφάλι μου.


Τότε, προς μεγάλη μου ανακούφιση, διαπίστωσα ότι δεν ήμουν τελείως μόνος. Μια ελκυστική γυναίκα επιβιβάστηκε στο βαγόνι και κάθισε διαγωνίως απέναντι μου χωρίς να διασταυρώσει το βλέμμα της με το δικό μου.

«Συγγνώμη», είπα βιαστικά, «νομίζω ότι μπορεί να τρελαίνομαι λιγάκι!» και ίσως έβγαλα και κάποιο ελαφρώς μανιακό γέλιο. Μα πριν οι πόρτες προλάβουν καν να σκεφτούν να κλείσουν, η γυναίκα σηκώθηκε μονομιάς και βγήκε απ’ το βαγόνι.

Πρόσεξα στο χάρτη ότι ο συρμός θα έκανε κύκλο στο Χίθροου. Άραγε αν επέστρεφα προς την ίδια κατεύθυνση απ’ την οποία είχα έρθει, υπήρχε περίπτωση κάποιος σταθμός ή κάποιο οπτικό ερέθισμα να με βοηθούσε να ξαναβρώ τον εαυτό μου; Και στο αεροδρόμιο θ’ ανέβαιναν κάμποσοι επιβάτες στο βαγόνι, το δίχως άλλο· οπότε δεν μπορεί, δεν θα έβρισκα έναν να με βοηθήσει; Αλλά στον τερματικό σταθμό 2 του Χίθροου, βρέθηκα από κει που ήμουν μόνος σ’ ένα έρημο βαγόνι, παγιδευμένος τώρα σ’ ένα βαγόνι τίγκα, με επιβάτες φορτωμένους με αποσκευές να στριμώχνονται ο ένας πλάι στον άλλο, μιλώντας σε εκατό διαφορετικές γλώσσες, που καμιά τους δεν ήταν η δική μου. Παρατηρούσα κάθε κουμπί σε κάθε πουκάμισο, άκουγα όλες τις διαφορετικές φωνές συγχρόνως – όλα ήταν πιο ηχηρά, τα χρώματα υπερβολικά έντονα, οι μυρωδιές τρομερά δυνατές. Βρισκόμουν σ’ ένα συρμό του μετρό με χάρτες που δήλωναν ξεκάθαρα τη διαδρομή, με χιλιάδες κόσμου γύρω μου, κι ωστόσο ένιωθα χαμένος κι ολομόναχος όσο δεν πάει.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ / O'FARRELL JOHN

Από το βιβλίο του John O’Farrell – Ο άνθρωπος που ξέχασε τη γυναίκα του. Μετάφραση Αύγουστος Κορτώ  – Εκδόσεις Διόπτρα

Πολλοί σύζυγοι ξεχνούν διάφορα: ξεχνούν όχι η γυναίκα τους είχε ένα σημαντικό ραντεβού το πρωί* ξεχνούν να πάρουν τα ρούχα απ’ το καθαριστήριο ορισμένοι ξεχνούν μέχρι και την επέτειο του γάμου τους.Αλλά ο Βον έχει ξεχάσει την ίδια την ύπαρξη της γυναίκας του. Το όνομά της, το πρόσωπό της, την κοινή τους ιστορία, ό,τι του είπε ποτέ, ό,τι της είπε ποτέ – έχουν όλα χαθεί, σβησμένα μυστηριωδώς σε μια καταστροφική στιγμή απώλειας μνήμης. Και τώρα πρέπει να την ανακαλύψει εκ νέου – μόνο και μόνο για να μάθει ότι βρίσκονται στα πρόθυρα διαζυγίου. Ο άνθρωπος που ξέχασε τη γυναίκα του είναι η αστεία, συγκινητική και σπαραξικάρδια ιστορία ενός ανθρώπου που βιώνει ακριβώς αυτά. Και που θα κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να γυρίσει το χρόνο πίσω, για μια τελευταία ευκαιρία να διεκδίκηση τη ζωή του απ’ την αρχή.

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οποιοσδήποτε κάνει σχόλια φέρει και την ευθύνη αυτών που λέει και ο κάθε αναγνώστης είναι ελεύθερος να τον χαρακτηρίζει από αυτά. Παρόλα αυτά ,γνώμες από κομματόσκυλα θα διαγράφονται γιατί η εποχή τους πέρασε, ότι έφαγαν έφαγαν και όσο κακό έκαναν στην Ελλάδα έκαναν.