Τον περασμένο μήνα είχα την ευκαιρία να συζητήσω με δύο κορυφαία στελέχη της παγκόσμιας φαρμακευτικής βιοτεχνολογίας με πολυετή εμπειρία στη διοίκηση μεγάλων εταιρειών. Η αφορμή ήταν κάποια πρώιμα αλλά ιδιαίτερα ελπιδοφόρα ευρήματα της ερευνητικής μας ομάδας

για την ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών.

Η συζήτηση, όμως, κατέληξε σε μια σκληρή διαπίστωση: η υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους κανόνες της αγοράς. Και πουθενά αυτό δεν είναι πιο εμφανές από ό,τι στα αντιβιοτικά.

Σήμερα η επιστροφή στην «προ-αντιβιοτικών εποχή» δεν αποτελεί πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Δεν σημαίνει μόνο ότι μια λοίμωξη θα γίνει δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί. Σημαίνει ότι τίθεται σε κίνδυνο ολόκληρο το οικοδόμημα της σύγχρονης ιατρικής.

Τα αντιβιοτικά αποτελούν το αόρατο δίχτυ ασφαλείας πίσω από σχεδόν κάθε ιατρική πράξη. Χωρίς αποτελεσματικά αντιβιοτικά, προγραμματισμένα χειρουργεία, μεταμοσχεύσεις, χημειοθεραπείες, η φροντίδα πρόωρων νεογνών, ακόμη και η αντιμετώπιση μιας απλής λοίμωξης, θα γίνουν πολύ πιο επικίνδυνες, όπως συνέβαινε πριν από την ανακάλυψή τους.

Η μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά έχει ήδη χαρακτηριστεί ως η «βουβή πανδημία». Σήμερα ευθύνεται για εκατομμύρια θανάτους ετησίως, ενώ μέχρι το 2050 εκτιμάται ότι μπορεί να προκαλεί έως και 10 εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο, ξεπερνώντας ακόμη και τον καρκίνο. Παράλληλα, οι οικονομικές της επιπτώσεις ενδέχεται να είναι αντίστοιχες ή και μεγαλύτερες από εκείνες της κρίσης του 2008.

Κι όμως, ενώ η ανάγκη για νέα αντιβιοτικά γίνεται ολοένα πιο επιτακτική, η φαρμακοβιομηχανία εγκαταλείπει σταδιακά την ανάπτυξή τους. Ο λόγος είναι ότι το οικονομικό μοντέλο των αντιβιοτικών είναι ουσιαστικά «σπασμένο». Ενα νέο αντιβιοτικό απαιτεί επένδυση που μπορεί να κοστίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Ομως, όταν τελικά εγκριθεί, οι γιατροί ορθώς το χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν λιγότερο ώστε να καθυστερήσει η εμφάνιση ανθεκτικών μικροβίων. Επιστημονικά αυτή είναι η σωστή πρακτική. Επιχειρηματικά, όμως, σημαίνει ότι η επένδυση δύσκολα αποσβένεται.

Ταυτόχρονα, τα αντιβιοτικά χορηγούνται μόνο για λίγες ημέρες και παραμένουν σχετικά φθηνά, σε αντίθεση με θεραπείες που λαμβάνονται για μήνες ή για όλη τη ζωή του ασθενούς. Για μια εταιρεία του χώρου, η επιλογή επένδυσης είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Ετσι, ελάχιστες είναι διατεθειμένες να αναλάβουν το τεράστιο κόστος ανάπτυξης και διάθεσης νέων αντιβιοτικών.

Παρά τις αξιόλογες πρωτοβουλίες χωρών όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Σουηδία, οι οποίες εφαρμόζουν μοντέλα τύπου «subscription», όπου τα κράτη καταβάλλουν σταθερό ετήσιο ποσό για πρόσβαση σε νέα αντιβιοτικά ανεξάρτητα από την κατανάλωσή τους, καθώς και τη χρηματοδότηση από διεθνείς οργανισμούς, το πρόβλημα παραμένει. Δεκάδες υποσχόμενα νέα αντιβιοτικά εξακολουθούν να μένουν εγκλωβισμένα στα εργαστήρια επειδή κανείς δεν αναλαμβάνει το κόστος της ανάπτυξής τους.

Είναι εξοργιστικό το γεγονός ότι η προστασία εκατομμυρίων ανθρώπινων ζωών εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το αν ένα φάρμακο θεωρείται ή όχι επαρκώς κερδοφόρο. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι επιστημονικό. Είναι πολιτικό και οικονομικό. Η επιστήμη, από την πλευρά της, έχει ήδη κάνει το καθήκον της. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική παρέμβαση, η κρατική χρηματοδότηση, νέες στρατηγικές στην έρευνα και την καινοτομία, καθώς και νέα οικονομικά μοντέλα και εργαλεία που θα πλαισιώσουν τα παραπάνω.

Γιατί αν αποτύχουμε στο μέτωπο των αντιβιοτικών, το πραγματικό κόστος δεν θα αποτυπωθεί στις οικονομικές εκθέσεις.

Θα μετρηθεί σε ανθρώπινες ζωές. Και τότε θα είναι ήδη αργά…

Ο κ. Παναγιώτης Φ. Σαρρής είναι καθηγητής Τμήματος Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, επικεφαλής ομάδας «Μικροβιολογίας και Βιοτεχνολογίας», ΙΜΒΒ – ΙΤΕ, και επίτιμος καθηγητής στη Σχολή Επιστημών Ζωής, Πανεπιστήμιο Exeter, UK.

 https://www.tovima.gr/print/opinions/to-paradokso-lfton-antiviotikon/