Κυριακή, Νοεμβρίου 8

Οι τσοπάνηδες ανέκαθεν ήταν μια αξιοπρεπής και αξιοσέβαστη παραγωγική ομάδα! Καθημερινή, σκληρή και δύσκολη η ζωή του τσοπάνη, αφού δεν είχαν ωράριο και αργίες στο ξεγέννημα των ζωντανών, στο βόσκημα στο κρύο και στη βροχή, και στο άρμεγμα! Βάσανο μεγάλο και ο «νυχτόσκαρος, το νυχτερινό βόσκημα των κοπαδιών τον χειμώνα κοντά στη στάνη για καμιά δυο ώρες, επειδή η μέρα είναι μικρή και η νύχτα είναι μεγάλη και τα ζωντανά πεινάνε. Έβγαιναν στα άγρια μεσάνυχτα δύο- δύο μαζί οι τσοπάνηδες, άναβαν φωτιά, έλεγαν τα βάσανά τους, και «χούγιαζαν» για να μη ζυγώνουν οι λύκοι και τα τσακάλια! Αγρότες κι αυτοί όπως και οι γεωργοί, συνεργάζονταν αρμονικά και συνυπήρχαν σαν αλληλοεξαρτώμενες, και αλληλοσυμπληρούμενες παραγωγικές ομάδες, και είχαν ισχυρή κοινωνική παρουσία στη ζωή κάθε χωριού! Αλλά και οι μετακινούμενοι τσοπάνηδες που μετακόμιζαν με τα κοπάδια τους στα «χειμαδιά» και περνούσαν εκεί την μισή χρονιά, ήταν ένα κομμάτι της κοινωνίας του χωριού, ένιωθαν στενά δεμένοι μαζί της, και είχαν και αυτοί μερτικό στην ιστορία του τόπου!

Δύσκολη η εκτροφή των κοπαδιών σε έναν μόνο τόπο αφού ήταν πολλά τα κοπάδια, γι αυτό τον Οκτώβρη, κοντά στου Άι Δημητριού, ξεκινούσαν από τα ορεινά προς τα χειμαδιά για το ξεχειμώνιασμα των ζωντανών με ήπιο καιρό, και την εξασφάλιση τροφής, αφού στα ορεινά το χιόνι σκέπαζε για πολύ καιρό τη βοσκή. Και τέλη Απρίλη, από του Άι Γιωργιού μέχρι μέσα Μάη, όταν ζέσταινε ο καιρός και ξεραινόταν το χορτάρι, τα ζωντανά αναζητούσαν την χλόη και τη δροσιά του βουνού, οπότε επέστρεφαν στα ορεινά. Πολλά τα ζωντανά, λίγα τα χωράφια για βοσκή αφού τα περισσότερα σπέρνονταν, οπότε γινόταν μια πλειοδοσία για το νοίκι, αλλά για όλους είχε ο Θεός! Έτσι λοιπόν για όσα χρόνια κατέβαιναν στο χωριό νοίκιαζαν χωράφια για βοσκή, και τα «λιβαδιάτικα», το ενοίκιο που έδιναν στους ιδιοκτήτες ήταν σε λεφτά, ή σε είδος, δηλαδή τυρί, μυτζήθρες, βούτυρο, μαλλιά, ζωντανά αρνιά και κατσίκια για ζωή, ή σφαγμένα για την Λαμπρή.
Η μετακόμιση των κοπαδιών γινόταν με τα πόδια, και με τα άλογα, μουλάρια, και γαϊδούρια μετέφεραν όλο το αναχρικό της στάνης και της καλύβας, κότες, κουνέλια, γουρούνια, γατιά, καθώς και το τυροκομιό. Στην εποχή μας είχαμε μετρήσει πάνω από τριάντα μετακινούμενα κοπάδια με γιδοπρόβατα που κατέβαιναν να ξεχειμωνιάσουν στα Κροκεάτικα «στανοτόπια», τόπους με μαντριά και λότζες για τα ζωντανά, και μια καλύβα, ή ένα μικρόσπιτο για την οικογένεια. Η καλύβα φτωχική και μικρή, όσο χωρούσαν, κάτασπρη σαν περιστέρι από το ασβέστη, όλο το νοικοκυριό σε μια τάξη, άστραφτε και έλαμπε!
Τα στανοτόπια στα «Ψηφιά», στο «Μαυριλό», στα «Κουτσικόπουλα», στις «Μπόχλες», στον «Κάκκαβο», στις «Εκκλησίτσες», στο «Χλιό νερό», στα «Βριτσούλια» στη «Χέρσοβα», στο «Αρδέλι», στα «Ποτάμια», στο «Λιβάδι» στην δεξαμενή, στο «Σταυρό», ήταν μέρη που έσφυζαν από ζωή, και γνώρισαν μοναδικές στιγμές με τους τσοπάνηδες και τα κοπάδια τους! Τέτοια εποχή, άνοιξη, αντιλαλούσαν οι κάμποι και τα βουνά από τα μπελάγματα, τα ντροκάνια, τις φωνές, και από τις φλογέρες των τσοπανόπουλων! Έπαιζαν μουσική με τη φλογέρα, το «τσαφάρι» τους, και τραγουδούσαν «μια βοσκοπούλα αγάπησα, μια ζηλεμένη κόρη….», «πάνω σε ψηλή ραχούλα, κάθεται μια βλαχοπούλα ….», «τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα…»! Η άνοιξη πάντα επηρέαζε θετικά την διάθεση του ανθρώπου, ήταν η εποχή που τα παιδιά ένιωθαν τις «φουσκοδεντριές» που λέγανε οι γέροι, τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα, αλλά και κάθε ηλικία είχε τα ερωτικά της καρδιοχτύπια, εξάλλου το μαρτυρούσαν ο ιδρώτας και τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, σερνικών και θηλυκών! Στα «Ψηφιά τα Στρατηγαίικα μαζεύονταν πολλά τσοπανόπουλα, αγόρια και κορίτσια, και από άλλες περιοχές, από τη Στεφανιά τα Ταγκλάκια που ερχόντουσαν από το Μάναρη Αρκαδίας, και όλοι μαζί τραγουδούσαν και χόρευαν! Στον «πύργο» των Θεοχαραίων, ερχόταν από το «Μαραθάκι», ένα στανοτόπι πίσω από την «Ψηλιά μάντρα» μια βλαχοπούλα, ανύπαντρη κοπέλα, η θεια Στράτω η Καστανά, μετέπειτα Κώτσαινα Κολοβού από την Αράχωβα, που τους ξεσήκωνε όλους με την αγγελική της φωνή!
Η φλογέρα είχε την δική της ιστορία στην λαϊκή παραδοσιακή μουσική, και στην ζωή των τσοπάνηδων, αφού ήταν η μόνη συντροφιά τους! Με υπομονή και μεράκι την έφτιαχναν οι ίδιοι, διάλεγαν το κατάλληλο καλάμι, το δούλευαν σωστά, άνοιγαν τις τρύπες με πυρωμένο σίδερο, στόλιζαν τη φλογέρα με σχέδια, και δοκίμαζαν πολλές φορές τους ήχους της. Ο πατέρας μου ο Γιώργος Σερεμέτης προπολεμικά ήταν τσοπανόπουλο στα πρόβατα του πατέρα του, και έπαιζε καλά το τσαφάρι του, ένα τσαφάρι που είχε τη δική του ιστορία! Ήταν λέει άνοιξη, είχε βρει το καλύτερο καλάμι, και εκεί που έβοσκε τα πρόβατα βρήκε την ευκαιρία να φτιάξει το καινούργιο του τσαφάρι, ανοίγοντας με φωτιά τις τρύπες. Για απάγκιο επειδή φύσαγε αέρας, άναψε μια μικρή φωτιά κοντά στην ρίζα μιας γέρικης ελιάς, και άρχισε να δουλεύει το τσαφάρι του. Τα πρόβατα χωρίς επίβλεψη σκόρπισαν αλλού, έσβησε βιαστικά τη φωτιά για να τα μαζέψει, αλλά κάποιο κάρβουνο σιγόκαιγε, και τη νύχτα από τον αέρα έπιασε η κουτσούρα της ελιάς, λαμπάδιασε, και το πρωί ήταν στάχτη! Το αφεντικό του χωραφιού παραξενεύτηκε από τη ζημιά και έφερε για αυτοψία τον αγροφύλακα της περιοχής, τον Παναγιώτη τον Τσιμπίδη από τα «Κουβαρακιάνικα». Το «όργανο» ανασκουμπώθηκε, και «μετά από ενδελεχείς έρευνες, και την κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριών» κατάλαβε ότι «ακουμπούσε» τον δράστη! Περίμενε λοιπόν την άλλη μέρα τον πατέρα μου να ξαναπάει με τα πρόβατα, και την ώρα που έπαιζε αμέριμνος το τσαφάρι του, παρουσιάζεται μπροστά του. Εκστασιασμένος από τις υπέροχες μελωδίες του είπε μπράβο, τον ρώτησε ποιος τον έμαθε να παίζει, αν είναι δικό του το τσαφάρι, και του ζήτησε να το πιάσει για να το θαυμάσει! Πάνω στη κουβέντα είπε ότι ήταν δικό του και το έφτιαξε χτες που έβοσκε εδώ τα πρόβατα. Αφού το περιεργάστηκε ο αγροφύλακας, τον ρώτησε αν έσβησε καλά τη φωτιά που είχε ανάψει χτες! Τον πατέρα μου τον ζώσανε τα φίδια, αλαφιάστηκε, και όταν του έδειξε την καμένη ελιά, κοκάλωσε, άλλοθι δεν είχε, και «ομολόγησε»! Είχε βρεθεί πλέον ο ένοχος, ο αγροφύλακας όλο καμάρι ανέφερε στον αγρονόμο την «εξιχνίαση» της υπόθεσης, και μετά πήγε στο σπίτι του παππού του Λεωνίδα, και ο παππούς πλήρωσε τον «τζερεμέ»! Αυτό ήταν το «τίμημα» της επιτυχίας ενός τσαφαριού, που ευτυχώς δεν κατασχέθηκε! Η στεναχώρια του πατέρα μου μεγάλη, όσο μεγάλη ήταν και η ικανοποίησή του, γιατί όπως έλεγε, Θεός σχωρέστον, είχε φτιάξει ένα τσαφάρι που τον συντρόφευε για χρόνια με τους μοναδικούς του ήχους, πότε τους χαρούμενους, πότε τους παραπονιάρικους! Στο κελάιδισμά του «κάηκαν καρδιές», όπως κάηκε και η ελιά για πάρτη του, και κανένας δεν έμεινε ασυγκίνητος από τις μελωδίες του που έφερναν στην ψυχή τη γαλήνη και την αγαλλίαση!
Οι μετακινούμενοι τσοπάνηδες έπρεπε να συνυπάρξουν αρμονικά με τους ντόπιους συναδέλφους τους, αλλά και με τους ιδιοκτήτες των χωραφιών! Υπήρχαν ιδιότροποι ιδιοκτήτες που δεν ανεχόντουσαν ούτε να ζυγώσουν κοντά στα χωράφια τους, και άλλοι από κακία έσπερναν ένα μικρό κομματάκι χωραφιού για να εμποδίσουν το πέρασμα ενός κοπαδιού, εκβιάζοντας για να πάρουν κάτι παραπάνω από τα λιβαδιάτικα! Όσο και να πρόσεχαν οι τσοπάνηδες γινόντουσαν ζημιές, είχαν συχνά νταραβέρια με τους αγροφύλακες, αλλά πολλές φορές έρχονταν σε συμβιβασμούς για να μην πάνε στον ειρηνοδίκη, πληρώνοντας τον γνωστό «τζερεμέ», απευθείας ένα πρόστιμο, και τελείωνε εκεί η υπόθεση. Η παροιμία λέει «ο βλάχος κι ο λαγός φίλοι δεν πιάνονται», με την έννοια πως ό,τι και να γίνει θα την κάνουν την ζημιά! Οι περισσότεροι τσοπάνηδες ήταν στρωτοί και μπεσαλήδες άνθρωποι, και οι προσφωνήσεις «κουμπάρε» και «κουμπάρα», εκτός από καθημερινή και πρόχειρη κουβέντα, ήταν και πραγματικές, αφού μετά από τόσα χρόνια γνωριμίας προχώρησαν και σε κουμπαριές, που τις τιμούσαν!
«Τ’ αρμέξανε τα πρόβατα, τ’ αρμέξανε τα γίδια,
βλάχα μ’ με τα στολίδια!
Το πήξανε και το τυρί, σε μια παλιοκαρδάρα,
παλιά μου φιλενάδα», λέει ένα δημοτικό τραγούδι!
Στη στρούγκα μάζευαν και στρίμωχναν τα ζωντανά, είχαν κάποιον να «στρουγκοβαράει» για να πάρουν θέση για το άρμεγμα, και οι υπόλοιποι, ο καθένας με τη βεδούρα του καθισμένοι συνήθως σε κάποιο κοτρώνι ξεκίναγαν το άρμεγμα! Σούρωναν το γάλα με το σουρωτήρι και τα «τσαντηλόπανα», λεπτές γάζες σαν τις τσαντήλες για το τυρί, και το κρεμάγανε ψηλά να αερίζεται και να μην πάει κανένα φίδι, γιατί στα φίδια αρέσει το γάλα! Όσο γάλα περίσσευε το δίνανε στους γαλατάδες της περιοχής.
Για να πήξουν το τυρί χρησιμοποιούσαν πυτιά που την είχαν φτιάξει οι ίδιοι, γιατί η πυτιά παίζει μεγάλο ρόλο στο τυρί. Την έφτιαχναν από το στομάχι ενός μικρού αρνιού ή κατσικιού που έτρωγε μόνο γάλα. Έπαιρναν το στομάχι που ήταν γεμάτο πηγμένο γάλα, δένανε κόμπο το κάτω μέρος, από τον οισοφάγο ρίχνανε αλάτι και λεμόνι, το δένανε, το αλάτιζαν και απόξω να διατηρηθεί, και το κρεμούσαν μέσα στο τζάκι μέχρι να ξεραθεί. Το περιεχόμενο του αποξηραμένου στομάχου το έτριβαν σε μικρά κομματάκια. Αυτή ήταν η πυτιά, τη διατηρούσαν ξερή, και με αυτή έπηζαν το τυρί όλη τη χρονιά.
Έβαζαν το καζάνι με το γάλα στη φωτιά για να ζεστάνει μέχρι την θερμοκρασία που έπρεπε, έριχναν την πυτιά, το σκεπάζανε, και μετά από αρκετή ώρα ακουμπούσανε τα δάχτυλα από την ανάποδη στην επιφάνεια για να δούνε αν κολλάει το γάλα. Αν δεν κολλούσε είχε πήξει, και τότε έπαιρναν μια ξύλινη πήχη και χάραζαν πρώτα ένα σταυρό στο πηγμένο γάλα, σαν σταύρωμα, και μετά το ανακάτευαν να σπάσει σε μικρά κομματάκια για να ξεχωρίσει πιο γρήγορα το τυρί από το τυρόγαλο, το ρίχνανε στις τσαντήλες και το κρεμάγανε για να στραγγίξει. Αφού στράγγιζε το τυρί, φόρτωναν τις τσαντήλες με το τυροκομιό στο γαϊδούρι, τις τύλιγαν με νάιλον για να μην τρέχουν στο δρόμο τα τυρόγαλα, έβαζαν οι γυναίκες τα καλά τους, απόξω φόραγαν την ποδιά τους, και πήγαιναν το τυροκομιό όπου είχαν κανονίσει. Εκεί το ζύγιζαν με το καντάρι, οι νοικοκυρές το έκοβαν σε φέτες, το αλάτιζαν με χοντρό αλάτι στην ξύλινη σκαφίδα όπου το άφηναν για τρεις μέρες, και μετά το έβαζαν στο τουλούμι, σε ξύλινα βαρέλια, ή σε ντενεκέδες, σε άρμη μαζί με τυρόγαλο, και το διατηρούσαν στο κατώι για δροσιά, όλο το χρόνο! Το άφηναν τουλάχιστον τρείς μήνες για να «ψηθεί», και για να αποκλείσουν και τον κίνδυνο του μελιταίου πυρετού. Το πρώτο που έκαναν στο σπίτι με το φρέσκο τυρί, που μας έχει μείνει αξέχαστο, ήταν να το τηγανίσουν με αυγά, που ήταν το κάτι άλλο! Πολύς κόσμος αγόραζε το τυρί όλης της χρονιάς. Την παροιμία «σου το ‘φερε ο βλάχος το τυρί» την λένε γι’ αυτούς που απροσδόκητα ωφελούνται από κάτι! Από το σκέτο τυρόγαλο που το ξαναβράζανε, φτιάχνανε τις «στερφομυτζήθρες», αλλά αν πρόσθεταν λίγο γάλα, το «πρόσγαλο», γινόταν πιο νόστιμες. Το τυρόγαλο ανακατεμένο με πίτουρα και λιοκόκκια ήταν η καλύτερη τροφή για το γουρούνι τους. Με τυρόγαλο πλένανε πιάτα και κουταλοπίρουνα, αφού έσπαζε τη γλίδα και τα έκανε να αστράφτουν και να τριζοβολάνε! Όλες οι βλάχες για το χαρτζιλίκι τους έκοβαν ξύλα από τον λόγγο και τα πουλάγανε!
Τέτοιες μέρες ξεκινούσε και η μεγάλη επιστροφή στις πατρίδες τους με τα πόδια, αφού πρώτα απ’ όλα είχαν φροντίσει να μην αφήσουν καμία εκκρεμότητα με τα λιβαδιάτικα, για να έχουν μούτρα να ξαναζητήσουν και του χρόνου τα λιβάδια! «Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» λέγανε! Έπιναν τον καφέ του αποχαιρετισμού, τσούγκριζαν και ένα ποτήρι κρασί με τα αφεντικά λέγοντας «εις υγείαν κουμπάρε, καλές διαφορές να έχουμε όλοι, και του χρόνου να είμαστε καλά να ξανασμίξουμε»! Την παραμονή της αναχώρησης οι γυναίκες άναβαν τους φούρνους και έφτιαχναν γλυκά με γάλα, γαλακτομπούρεκο, ή γαλατόπιτα, να κεράσουν όσους βοηθούσαν στην μετακίνηση, για «να είναι γλυκιασμένο το κοπάδι»! Ήταν μια παλιά συνήθεια που την συνεχίζουν και οι νεότερες τις μέρες μας! Και όταν έφτανε η ώρα του φευγιού, ξεκινούσαν με το χάραμα το ταξίδι της επιστροφής! Φόρτωναν τα ζα, όλοι πεζοπορία, με μπροστάρη το «γκεσέμι», το τραΐ ή το κριάρι που οδηγούσε το κοπάδι. Οι φωνές των τσοπάνηδων, το σαλάισμα των τσοπανόπουλων, το μπέλαγμα , και οι ήχοι των κουδουνιών, ήταν μια μοναδική μελωδία!
Οι μετακινούμενοι τσοπάνηδες, όπου κι αν βρέθηκαν, μετέφεραν γνώσεις συνήθειες και πρακτικές του τόπου τους, προσθέτοντας έτσι σημαντικά στοιχεία που επηρέασαν θετικά την πολιτισμική ζωή του κάθε τόπου! Πολύτεκνες οικογένειες σχεδόν όλες, έδιναν τον δικό τους τόνο στο χωριό, και άφησαν παντού τα χνάρια τους! Ήταν αγνοί άνθρωποι, τα παιδιά τους σκληραγωγημένα, γερά σαν τα κοτρόνια, σεβαστικά, θαρρετά, και καλομίλητα! Κάθε μέρα περπατούσαν χιλιόμετρα να πάνε στο σχολείο, και τα περισσότερα σπούδασαν και έγιναν λαμπροί επιστήμονες! Οι «βλαχοπούλες» ήταν «σαν τα κρύα τα νερά», «κοκκίνιζε το μάγουλό τους σαν το μήλο», όλες «ψημένες» από μικρές στη νοικοκυροσύνη! Πολλές παντρεύτηκαν στο χωριό, έκαναν οικογένειες και έγιναν άξιες νοικοκυρές και καλές μανάδες! Όσα παιδιά τις πήραν νοικοκυρεύτηκαν, άσχετα αν μερικές πεθερές που δεν ευχαριστιόντουσαν με τίποτα, τις προσφωνούσαν απαξιωτικά «παλιόβλαχες»! Με το πέρασμα του χρόνου η ζωή στο χωριό άλλαξε, και πέρασαν ανεπιστρεπτί αυτές οι αλλιώτικες εποχές με τις συνήθειες, τις σχέσεις, και τις συναλλαγές των ανθρώπων του μόχθου! Σήμερα όσο και να ψάξουμε δεν θα ξαναδούμε βλάχα να πηγαίνει το τυρί, παρά μόνο σε φωτογραφία! Η κτηνοτροφία ελεύθερης βοσκής μειώνεται δραματικά από τα δυσβάστακτα κόστη στα εφόδια, και τις χαμηλές τιμές στο γάλα και στο κρέας, αποτέλεσμα της έλλειψης μιας συγκροτημένης και ολοκληρωμένης αγροτικής πολιτικής. Αστικοποιηθήκαμε, άλλαξαν οι διατροφικές συνήθειες, όλα τα χωράφια φυτεύτηκαν και καλλιεργούνται εντατικά, τα ζιζανιοκτόνα δίνουν και παίρνουν με ό,τι αυτό σημαίνει. Τα πρόβατα δεν μπορούν πια να βοσκήσουν στα ήμερα, μόνο γίδια βόσκουν ψηλά στα αγριώματα. Τα τελευταία χρόνια μόνο τρείς οικογένειες μετακινούμενων κτηνοτρόφων, της Κοντύλως, της Πότας και της Μαρίας, κουμπάροι και φίλοι, συνεχίζουν από πάππου προς πάππου να έρχονται από τις Καρυές να ξεχειμάσουν τα γίδια στο χωριό, αφού κάποια από τα παιδιά τους επέλεξαν να συνεχίσουν την δουλειά ορεξάτα, με νέες ιδέες, και σύγχρονα συστήματα. Καλή αρχή, και καλή προκοπή να έχουν ! Σε λίγες μέρες θα φύγουν και αυτά, όχι με τα πόδια αλλά με φορτηγά, κλείνοντας έτσι τον κύκλο μιας ακόμη κτηνοτροφικής περιόδου. Ας πάνε στο καλό, και το χινόπωρο πρώτα ο Θεός να ξανασμίξουμε!
Έτσι είναι η ζωή, άνθρωποι πάνε κι έρχονται, και ο κόσμος μικραίνει! Τρόποι ζωής αλλάζουν, συνήθειες σβήνουν, αλλά είναι και κάτι αναμνήσεις που δεν ξεθωριάζουν ποτέ!
Να έχουμε την υγειά μας, και ας ζούμε με αυτές τις αναμνήσεις! Εξάλλου οι αναμνήσεις είναι οι διαχρονικοί θησαυροί του νου και της καρδιάς!
Το τυροκομιό της θειάς Νικόλαινας, και η θεια Γιώργαινα! Παλιές συνήθειες, καλοί λογαριασμοί, δυνατές φιλίες!
του Λουη Γ Σερεμετη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οιοσδήποτε θίγεται από άρθρο ή σχόλιο που έχει αναρτηθεί στο oxafies.com , μπορεί να μας ενημερώσει, στο oxafies@gmail.com ώστε να το αφαιρέσουμε άμεσα. Ομοίως και για φωτογραφίες που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα.

Στo oxafies.com ακούγονται όλες οι απόψεις . Αυτό δε σημαίνει ότι τις υιοθετούμε η ότι συμπίπτουν με τις δικές μας .