Ο Τραμπ μειώνει κατά 15% τον εταιρικό φόρο

Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε χθες τη φορολογική μεταρρύθμιση που κάποιοι τη θεωρούν επιταχυντή της ανάπτυξης και κάποιοι απάτη.

Η σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση, η οποία προβλέπει πάνω απ’ όλα μια μεγάλη μείωση του φορολογικού συντελεστή για τις εταιρείες, που από το 35% θα μειωθεί στο 20%, είναι ένα σχέδιο «υπέρ της ανάπτυξης, υπέρ της απασχόλησης, υπέρ των οικογενειών, υπέρ των Αμερικανών», σύμφωνα με τον Τραμπ.

Για τον Μπραντ Κλόουζ, αντιπρόεδρο της εθνικής ομοσπονδίας ανεξάρτητων επιχειρήσεων (NFIB), αυτή η μεταρρύθμιση είναι «κρίσιμη προκειμένου να βοηθηθούν οι μικρές επιχειρήσεις να επενδύσουν και να δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης».
Οι μικρές επιχειρήσεις όλων των κλάδων (υγεία, υπηρεσίες, βιομηχανία, βιοτεχνία, κ.ά.) οι οποίες απασχολούν κατά μέσον όρο πέντε ανθρώπους «συνεισφέρουν σχεδόν το μισό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και δημιουργούν τις δύο θέσεις εργασίας στις τρεις», συνέχισε ο Κλόουζ, ο οποίος δήλωσε «πολύ ικανοποιημένος για αυτό το σχέδιο» μεταρρύθμισης.
Οι μικρές εταιρείες «ουδέποτε συνήλθαν μετά την παγκόσμια κρίση» του 2008-2009, συμπλήρωσε ο ίδιος και έκρινε πως μια μείωση των φόρων ίσως τους δώσει μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών, όπως αναφέρει το δημοσίευμα του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων.
Τόσο από μέρους της NFIB όσο και από μέρους άλλων οργανισμών εργοδοτών, ήταν πάγιο αίτημα η μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις και η απλούστευση του φορολογικού κώδικα που χαρακτήριζαν τροχοπέδη για την ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων κι υποστήριζαν ότι τους στερούσαν έσοδα που θα μπορούσαν να επανεπενδύσουν και να αξιοποιήσουν για να προσλάβουν περισσότερους.
Από την πλευρά της η ομοσπονδία των εμπόρων λιανικής (NRF) εκτίμησε ότι αυτή η μεταρρύθμιση, που ο Τραμπ θέλει να αποτελέσει τη σημαντικότερη έπειτα από εκείνη που είχε εφαρμόσει ο Ρόναλντ Ρίγκαν το 1986, θα «τονώσει την οικονομία».
Η μείωση του συντελεστή της φορολογίας για τις επιχειρήσεις στο 20% θα τον φέρει σε επίπεδο κατώτερο του μέσου όρου των βιομηχανικών κρατών (22,5%). Σε πρόσφατη μελέτη της, η NRF είχε υπολογίσει ότι η μείωση της φορολογίας στο 20% από το 35% σήμερα θα «μεταφραζόταν σε μια αύξηση των μισθών και τη δημιουργία 500.000 ως 1,5 εκατ. νέων θέσεων εργασίας». Αυτό θα ενθάρρυνε τις ξένες εταιρείες του κλάδου της λιανικής να επενδύσουν περισσότερο στις ΗΠΑ.
Με τις εκτιμήσεις και τις αναλύσεις αυτές όμως δεν συμφωνούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Το σχέδιο των ρεπουμπλικάνων για τη φορολογική μεταρρύθμιση «δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απάτη και οι εργαζόμενοι είναι ανάμεσα σε αυτούς που επιχειρείται να εξαπατηθούν», κατήγγειλε ο Ρίτσαρντ Τράμκα, πρόεδρος της μεγαλύτερης συνομοσπονδίας εργατικών συνδικάτων των ΗΠΑ, της AFL-CIO.
«Πρώτα-πρώτα γίνεται η υπόσχεση για μειώσεις φόρων για τους πλούσιους και για τις μεγάλες εταιρείες και ότι (τα χρήματα που θα εξοικονομήσουν) μπορεί να ξαναγυρίσουν στην οικονομία. Κατόπιν η υπόσχεση ότι αυτές οι μειώσεις φόρων θα αυτοχρηματοδοτηθούν (…). Τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια», τόνισε ο Τράμπ και προεξόφλησε ότι αφού εξοικονομήσουν οι πλούσιοι δισεκατομμύρια δολάρια «θα μας πουν ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να περικόψουμε» τις καλύψεις των προγραμμάτων Medicaid, Medicare και της κοινωνικής ασφάλισης, πρόσθεσε.
Ο Ουίλιαμ Κλάιν, οικονομολόγος του Peterson Institute for International Economics, εκτίμησε ότι είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πραγματικά ο αντίκτυπος που θα έχει η μεταρρύθμιση. «Θα έχει αναμφίβολα κάποιες θετικές επιπτώσεις», σημείωσε, δηλώνοντας συγκρατημένα αισιόδοξος.
«Δεν είμαι πολύ ενθουσιώδης για τον αντίκτυπό του» καθώς «το βασικό ερώτημα παραμένει εάν αυτό το μέτρο μείωσης των φόρων θα οδηγήσει στη δημιουργία δημόσιου ελλείμματος», πρόσθεσε. «Κατά τη δική μου άποψη, η οικονομική ανάπτυξη δεν θα αρκέσει προκειμένου αυτές οι περικοπές να αυτοχρηματοδοτηθούν», εξήγησε ο ίδιος.
Η κυβέρνηση Τραμπ, που ακόμη ψάχνει μια «επιτυχία» μετά την κατάρρευση της τελευταίας προσπάθειάς της να ακυρώσει το Obamacare, διαβεβαιώνει ότι οι μειώσεις των φόρων δεν θα κοστίσουν απολύτως τίποτε στο κράτος διότι θα αυτοχρηματοδοτηθούν, αυξάνοντας την ανάπτυξη και άρα τα έσοδα του δημοσίου.
Την Τετάρτη όμως η Επιτροπή για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό προέβλεψε ότι το κόστος που θα έχει η μείωση των φόρων για το δημόσιο θα ανέλθει σε 2,2 τρισεκ. δολάρια μέσα σε μια δεκαετία.
Για τον Κλάιν δεν πρόκειται να υπάρξουν ούτε θεαματικά, ούτε καταστροφικά αποτελέσματα: «ο αντίκτυπος στην οικονομία θα είναι πιθανόν μέτριος», είπε και τόνισε πως τα αποτελέσματα δεν θα μπορέσουν να εκτιμηθούν πριν περάσει τουλάχιστον 1,5 χρόνος από την εφαρμογή της μεταρρύθμισης.
«Να θυμόμαστε ότι η φορολογική πολιτική αφορά τόσο την οικονομική όσο και τη δημοσιονομική πολιτική. Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί θα είναι καθοριστικοί»,
localStorage.clear();


Πηγή