Τα συνταγματικά της διάλυσης

Του Κώστα Μποτόπουλου 
Η πρόσφατη εξαγγελία του Πρωθυπουργού για διενέργεια εθνικών εκλογών, ασχέτως του λόγου που την προκάλεσε και που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν, όπως όλοι γνωρίζουμε, η μη διαχειρίσιμη ήττα του κυβερνώντος κόμματος στις ευρωεκλογές, πυροδοτεί, εκτός από τις προφανείς πολιτικές, και όχι ήσσονος σημασίας συνταγματικές εξελίξεις. Ας προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο ως προς τις δεύτερες, για να πάρουν τον ορθό δρόμο και οι πρώτες.
Ως προς τη διαδικασία παραίτησης της σημερινής κυβέρνησης και την κυβέρνηση που θα διενεργήσει τις εκλογές: Το Σύνταγμα έχει, στην αναθεωρημένη από το 1986 μορφή του, απαγορεύσει την ανάληψη πρωτοβουλίας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και προβλέπει, πέραν της απώλειας της εμπιστοσύνης της Βουλής, δύο ειδών ενέργειες,
και ανάλογες μορφές παραιτήσεων, εκ μέρους της κυβέρνησης: είτε την "κανονική" παραίτηση (πχ ως συνέπεια αδυναμίας, απώλειας της δεδηλωμένης ή σκανδάλου), κατά το άρθρο 38 του Συντάγματος, είτε την παραίτηση για "ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας", κατά το άρθρο 41 παρ. 2. Στην πρώτη περίπτωση, τις εκλογές διενεργεί, μετά από διερευνητικές εντολές, μια εντελώς νέα κυβέρνηση -που μπορεί να αποκληθεί "υπηρεσιακή", παρότι η έκφραση δεν συναντάται στο συνταγματικό κείμενο.
Στη δεύτερη, οι εκλογές διενεργούνται "από την κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης Βουλής" (άρθρο 41 παρ. 1, που φαίνεται να εφαρμόζεται και στην παρ. 2). Εχει συνεπώς κρίσιμη σημασία αν, την ερχόμενη εβδομάδα ο Πρωθυπουργός θα πάει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως εξήγγειλε το βράδυ των ευρωεκλογών, και απλώς θα παραιτηθεί, ή εάν θα παραιτηθεί επικαλούμενος "εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας" (που δεν μπορεί πάντως να είναι η ήττα στις ευρωεκλογές). Αν συμβεί το δεύτερο, δεν αλλάζει ολόκληρη η κυβέρνηση αλλά μόνο, κατά συνταγματική πρακτική, οι Υπουργοί που άμεσα εμπλέκονται με τη διενέργεια των εκλογών, δηλαδή σίγουρα ο Εσωτερικών και ο Δημόσιας Τάξης και κατά την ορθότερη ερμηνεία και ο Δικαιοσύνης. Υποστηρίχθηκε ορθώς, μεταξύ άλλων και από τον Αντώνη Μανιτάκη, ότι εφόσον ο πραγματικός λόγος της παραίτησης είναι η εκφρασμένη απώλεια της εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος, η κυβέρνηση θα έπρεπε να παραιτηθεί χωρίς επίκληση (άλλου) εθνικού λόγου και οι εκλογές να διενεργηθούν από "υπηρεσιακή" κυβέρνηση. Ωστόσο, από συνταγματική άποψη, το ενισχυμένα κοινοβουλευτικό μας σύστημα αφήνει την επιλογή "τρόπου παραίτησης" στην κυβέρνηση, δηλαδή στον Πρωθυπουργό. Το ποιος δε, πόσο υπαρκτός και πόσο σοβαρός, ειναι ο εθνικός λόγος του οποίου ενδεχομένως να γίνει επίκληση, δεν ελέγχεται δικαστικά.
Ως προς τους χρόνους: Η πρωτοβουλία, άρα και ο χρόνος, για την υποβολή παραίτησης ανήκει, όπως προειπώθηκε, στην κυβέρνηση, όμως, στην προκείμενη περίπτωση, ο Πρωθυπουργός δεσμεύθηκε δημόσια και πανηγυρικά ότι θα γίνει αμέσως μετά τον δεύτερο γύρο των τοπικών εκλογών. Από εκεί και πέρα, στην περίπτωση "σκέτης παραίτησης" (άρθρο 38) και μη συγκρότησης νέας κυβέρνησης κατόπιν διευρευνητικών εντολών (άρθρο 37, στο οποίο παραπέμπει ρητώς το 38), το Σύνταγμα δεν ορίζει ρητή προθεσμία για τη διενέργεια εκλογών, ενώ σε περίπτωση "παραίτησης για εθνικό θέμα" (άρθρο 41 παρ. 2), οι εκλογές πρέπει να διεξαχθούν μέσα σε 30 μέρες από τη διάλυση της Βουλής (41 παρ. 3). Ήδη πάντως το ζήτημα κατέστη άνευ αντικειμένου, αφού ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, βιαστικός και αντιθεσμικός όπως σχεδόν πάντα, ανήγγειλε την ημερομηνία εκλογών: 7 Ιουλίου. Το -προεδρικό- διάταγμα διάλυσης της Βουλής συμπεριλαμβάνει την ημερομηνία εκλογών και πυροδοτεί την έναρξη της προεκλογικής περιόδου.
Ως προς τις πολιτικές αποφάσεις που είναι δυνατόν να ληφθούν από σήμερα ως την ανάληψη της εξουσίας από τη νέα κυβέρνηση, με έμφαση στις σχετικές με ενδεχόμενο ορισμό της δικαστικής ηγεσίας: Ασχέτως εάν τις εκλογές διενεργήσει "υπηρεσιακή" κυβέρνηση ή η σημερινή (όπως φαίνεται να έχει ήδη αποφασίσει η ίδια), από τη στιγμή που θα διαλυθεί η Βουλή είναι προφανές ότι δεν υπάρχει δυνατότητα ψήφισης νονοθετικών διατάξεων, κάτι μάλιστα που, κατά τη γνώμη μου, ιδίως για πράξεις με πιθανή εκλογική επιρροή, ισχύει από τωρα, αφού κατέστη επίσημη και αδιαφιλονίκητη η διενέργεια, και η ημερομηνία διενέργειας, εκλογών, βρισκόμαστε δηλαδή ήδη σε οιονεί προεκλογική περίοδο. Σχετικά με άλλες κυβερνητικές πράξεις, ο νόμος ορίζει ότι απαγορεύονται προσλήψεις, μετακινήσεις δημοσίων υπαλλήλων, δοσοληψίες με οικονομικό περιεχόμενο (έργα, προμήθειες, αναθέσεις). Εχει επίσης επικρατήσει το συνταγματικό έθιμο να μην λαμβάνονται μέτρα που θα δεσμεύουν την μετά τις εκλογές κυβέρνηση και να μην γίνονται διορισμοί ή ορισμοί προσώπων, ιδίως σε κρίσιμες θεσμικές θέσεις (ηγεσία Δικαιοσύνης, ανεξάρτητες αρχές, ΔΕΚΟ κλπ). Εφόσον συμβεί μια τέτοια αντιθεσμική επιλογή, νομικά μεν δεν είναι αυτομάτως άκυρη, μπορεί όμως να προσβληθεί δικαστικά και επίσης να θεωρηθεί πολιτικά αναστρέψιμη από την επόμενη κυβέρνηση. Η θεσμική αυτοσυγκράτηση μπορεί να μην υπακούει σε αυστηρούς κανόνες, συνιστά ωστόσο αυστηρή υποχρέωση κάθε κυβέρνησης που θέλει να λέγεται δημοκρατική. Και υπάρχει βέβαια και η ασφαλιστική δικλίδα, εφόσον για το διορισμό των ανωτάτων δικαστικών απαιτείται διάταγμα, που λέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πόσον μάλλον συνταγματολόγος Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
* Ο κ. Κώστας Μποτόπουλος είναι Συνταγματολόγος
  .capital.gr/