Το ερωτικό παράδοξο: Γιατί είμαστε ερωτευμένοι πάντα με εκείνον που φεύγει;




Mια έξοχη παρατήρηση της ποιήτριας Αν Κάρσον για την παράδοξη λειτουργία του έρωτα, που όχι τυχαία πρώτη η Σαπφώ τον χαρακτήρισε «γλυκόπικρο»ίτε νοηθεί ως δίλημμα των αισθήσεων, ως δίλημμα της δράσης ή δίλημμα αξιακό, ο έρωτας καταγράφεται ως ένα γεγονός αντιφατικό:
μές στην ερωτική επιθυμία η αγάπη συμφύρεται με το μίσος.
Γιατί;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι ν’ απαντήσουμε σε τούτο το ερώτημα. Έναν πολύ ξεκάθαρο μας τον δίνουν τα ελληνικά. Η λέξη έρως δηλώνει «στέρηση», «έλλειψη», «επιθυμία για κάτι που απουσιάζει». Ο ερωτευμένος θέλει αυτό που δεν έχει. Είναι εξ ορισμού αδύνατον για το ερωτικό υποκείμενο να έχει αυτό που θέλει, μιας και, αφ’ ης στιγμής το αποκτήσει, το αντικείμενο του έρωτα παύει ν’ απουσιάζει. Δεν πρόκειται για απλό παιχνίδι με τις λέξεις. Στον έρωτα υπάρχει ένα δίλημμα που στοχαστές απ’ τη Σαπφώ μέχρι τις μέρες μας το θεώρησαν κρίσιμο. Ο Πλάτωνας το θίγει ξανά και ξανά. Τέσσερις διάλογοί του διερευνούν τι σημαίνει το γεγονός ότι η επιθυμία στρέφεται πάντοτε μονάχα προς κάτι που λείπει, κάτι που δεν είναι διαθέσιμο, κάτι που απουσιάζει, κάτι που δεν είναι ούτε στην κατοχή σου ούτε μέρος του είναι σου: ο έρως συνεπάγεται την ένδειαν. Όπως λέει η Διοτίμα στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο Έρως είναι ο νόθο παιδί του Πλούτου (του Πόρου) και της Φτώχειας (της Πενίας) και πάντοτε εγκατοικεί σε μια ζωή ματαιωμένης στέρησης (203 b-e). Η Σιμόν Βέιλ επιλέγει σαν αναλογία την πείνα:

Όλες μας οι επιθυμίες είναι αντιφατικές, σαν την επιθυμία για τροφή. Θέλω αυτός που αγαπώ να μ’ αγαπά. Όμως αν είναι ολότελα δοσμένος σ’ εμένα, παύει να υφίσταται και σταματώ να τον αγαπώ. Και όσο δεν είναι ολότελα δοσμένος σ’ εμένα, δε μ’ αγαπά αρκετά. Πείνα και κορεσμός μαζί. (1977, σ. 364).lifo.gr/