Foreign Policy: Γιατί ο Μητσοτάκης θα συνεχίσει την εξωτερική πολιτική του Τσίπρα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα συνεχίσει τη γεωπολιτική πορεία του Αλέξη Τσίπρα μ
Αν και για μεγάλο χρονικό διάστημα η Ελλάδα δεν ήταν από τις πλέον φιλικές χώρες προς τις ΗΠΑ, έχει πραγματοποιήσει το τελευταίο διάστημα μία γεωπολιτική στροφή και είναι από τους στενότερους συμμάχους των Αμερικανών στην ΕΕ, επισημαίνει σε ανάλυσή του το Foreign Policy.
Για τον λόγο αυτό ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Geoffrey Pyatt, πρόσφατα επαίνεσε τη χώρα ως «έναν πυλώνα σταθερότητας σε μια δύσκολη περιοχή».

Εν μέρει, αυτή η δυναμική σχετίζεται με την έκβαση των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα στις αρχές του μήνα, κατά τις οποίες η κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία, με επικεφαλής τον τεχνοκράτη Κυριάκο Μητσοτάκη που σπούδασε στο Χάρβαρντ και το Στάνφορντ, νίκησε τον αριστερό λαϊκιστικό ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ήταν από τους υποστηρικτές του Hugo Chávez της Βενεζουέλας και απείλησε τη συνοχή της ΕΕ το 2015 αρνούμενος αρχικά ένα νέο πρόγραμμα βοήθειας.
Πολλά από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης αναμένουν ότι ο Μητσοτάκης θα επιδιώξει σύντομα να εμβαθύνει τους δεσμούς με την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η στροφή της Ελλάδας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει βαθύτερες ρίζες από μια απλή αλλαγή κυβερνήσεων στην Αθήνα.
Είναι προϊόν της αλλαγής της γεωπολιτικής, και ο Αλέξης Τσίπρας, ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, αξίζει μερίδιο της γεωπολιτικής αυτής στροφής, αναφέρει το Foreign Policy.
Κατά την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα παρακολουθούσε με έκδηλη ανησυχία την ανταγωνίστριά της Τουρκία να γίνεται ισχυρότερη, αν και απομονωμένη από τους δυτικούς συμμάχους της.
Η απέλπιδα προσπάθεια της Άγκυρας να ενταχθεί στην ΕΕ εκτροχίασε την προσέγγισή της με την Ελλάδα, η οποία είχε επιταχυνθεί στη δεκαετία του 2000, κατά τη διάρκεια της μεταρρυθμιστικής και φιλοευρωπαϊκής εποχής του Τούρκου προέδρου Recep Tayyip Erdogan.
Τώρα, οι θαλάσσιες διενέξεις και αμφισβητήσεις έχουν «δηλητηριάσει» τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας.
Οι αεροπορικές παραβιάσεις είναι καθημερινή πραγματικότητα. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι δικαιούται τμήμα των υδρογονανθράκων στις ακτές της Κύπρου και κοντά στο ελληνικό νησί Καστελόριζο.
Σε απάντηση, η Ελλάδα ζήτησε και πέτυχε από την ΕΕ να επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία ως απάντηση σε αυτό που θεωρεί «παράνομες γεωτρήσεις».
Για την επίτευξη «ισορροπίας» με την Τουρκία, η Ελλάδα έχει στραφεί στις ΗΠΑ.
Τον Οκτώβριο του 2017, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, καλωσόρισε τον Τσίπρα στο Λευκό Οίκο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχάρη την Ελλάδα για την εκπλήρωση του στόχου του ΝΑΤΟ να δαπανήσει 2% του ΑΕΠ για την άμυνά της και υπεγράφη συμφωνία αξίας περίπου 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων για την αναβάθμιση 84 από τα 154 F-16 των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.
Η γενική αναβάθμιση των F-16, η οποία ξεκίνησε το 2018, ακολουθήθηκε από ανάλογη ενίσχυση του ελληνικού ναυτικού και ενδεχομένως από την αγορά ελικοπτέρων Seahawk από τις ΗΠΑ.
Η Ελλάδα έχει επίσης αρχίσει να εισάγει LNG από τις ΗΠΑ και ενώ αρχικά ο Τσίπρας είχε επισημανθεί ως
ο «Δούρειος Ίππος» του Κρεμλίνου έγινε πρότυπος συνεργάτης των ΗΠΑ.
Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες διαδραμάτιζαν παραδοσιακά ρόλο διαιτητή και ειρηνοποιού μεταξύ των δύο συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο, έχουν στρατηγικούς λόγους να στραφούν προς την Αθήνα.
Οι όλο και στενότεροι δεσμοί του Erdogan με τη Ρωσία έχουν προκαλέσει πολλούς εχθρούς στην Ουάσινγκτον, αν και περισσότερο στο Καπιτώλιο και στο υπουργείο Άμυνας παρά στον Λευκό Οίκο.
Η παράδοση στην Τουρκία ρωσικών πυραύλων S-400 είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιφέρει κυρώσεις εναντίον της Άγκυρας, η οποία έχει επίσης αποβληθεί από την κοινοπραξία παραγωγής του μαχητικού F-35.
Αντιθέτως, καθώς η Ελλάδα έχει ενισχύσει τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, έχει υποβαθμίσει τις ιστορικά φιλικές σχέσεις της με τη Ρωσία, επίσης ορθόδοξης χριστιανικής πλειοψηφίας που κάποτε βοήθησε την Ελλάδα στον αγώνα της για απελευθέρωση από την οθωμανική κυριαρχία.
Και στην επίλυση της διαρκούς διαμάχης με τη FYROM το περασμένο έτος, ο Τσίπρας άνοιξε το δρόμο για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια.
Η Βόρεια Μακεδονία βρίσκεται τώρα μία ανάσα από την επίσημη ένταξή της στην Ατλαντική Συμμαχία.
Εν τω μεταξύ, κατά την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα έχει σφυρηλατήσει εξαιρετικά ζεστούς δεσμούς με το Ισραήλ.
Η τριμερής συνεργασία με το Ισραήλ και την Κύπρο είναι σε άνθηση, σε τομείς από την άμυνα έως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αλλά και την ασφάλεια στη θάλασσα.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Mike Pompeo, συμμετείχε σε σύνοδο κορυφής στη Μπέερσμπα, με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Bejamin Netanyahu, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κύπριο Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη.
Στα τέλη του 2018, ο Τσίπρας και ο Αναστασιάδης είχαν επίσης συνάντηση με τον Αιγύπτιο Πρόεδρο Abdel Fattah al-Sisi στην Κρήτη.
Η τριμερής συμμαχία, που επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στην ενεργειακή συνεργασία, πηγαίνει πίσω στο 2014.
Οι ΗΠΑ, επίσης, ρίχνουν το βάρος τους στην εκκολαπτόμενη συμμαχία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εξωτερική πολιτική του Μητσoτάκη θα είναι πιθανότατα η ίδια.
Ο νέος πρωθυπουργός θα ακολουθήσει την προσέγγιση του Τσίπρα με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους του στην Ανατολική Μεσόγειο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.
Αλλά όπως και ο προκάτοχός του, ο Μητσοτάκης θα διατηρήσει ανοικτούς τους δίαυλους επικοινωνίας με τους Τούρκους προκειμένου να διαχειριστεί τις εντάσεις και να ασχοληθεί με ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος όπως οι πρόσφυγες, το εμπόριο και η ενεργειακή υποδομή.
Τον Φεβρουάριο 2019, ο Erdogan υποδέχθηκε τον Τσίπρα στην Κωνσταντινούπολη, αυξάνοντας τις ελπίδες για αναθέρμανση των διμερών σχέσεων που, δυστυχώς, αποδείχτηκαν φρούδες.
Η ελληνική κοινωνία, παρά την ιστορική δυσπιστία της για τις ΗΠΑ, θα συνεχίσει τουλάχιστον σιωπηρά να υποστηρίζει ενισχυμένους δεσμούς με την κυβέρνηση του Trump.
Εξάλλου η ταραγμένη ιστορία της Ελλάδας έχει διδάξει στους πολίτες της ένα ή και περισσότερα μαθήματα σχετικά με την άσκηση ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
bankingnews.