Υπεράνω όλων οι τραπεζίτες

Αντα Ψαρρά
 Eπιμένοντας στην ίδια γραμμή για τους Ποινικούς Κώδικες, η Ν.Δ. ψήφισε χθες στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τις αλλαγές που επέβαλε ως κυβέρνηση στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Οπως είπε άλλωστε στη Βουλή ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρας: «Νομοθετούμε επί των δικών μας θέσεων, για τις οποίες είχαμε δεσμευτεί προεκλογικά».

Η παρουσία λιγοστών φορέων -και πάντως όχι εκείνων που έχουν αντιταχθεί σθεναρά στις συγκεκριμένες αλλαγές- δεν κατάφερε να αλλάξει στο ελάχιστο την απόφαση της κυβέρνησης να δώσει ασυλία στα τραπεζικά στελέχη και να προχωρήσει σε ακόμα μεγαλύτερη αυστηροποίηση αδικημάτων με το πρόσχημα της τρομοκρατίας.

Η αοριστία

Ηταν χαρακτηριστική η αντίφαση στις τοποθετήσεις του υπουργού, ο οποίος, ενώ έλεγε ότι η Ελλάδα ακολουθεί την Ε.Ε. στη σύγχρονη πολιτική μείωσης των ποινών, υπερασπίστηκε ταυτόχρονα όλες τις νέες, μεγαλύτερες ακόμα και από αυτές του παλιού Ποινικού Κώδικα ποινές.
Ειδικά η αοριστία στα αδικήματα του «δρόμου», της τρομοκρατίας και των βασανιστηρίων σχετίζεται με γενικές διατυπώσεις περί προθέσεων, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία στους πολίτες του κράτους Μητσοτάκη-Χρυσοχοΐδη.
Σχεδόν όλοι οι εισηγητές των κομμάτων της αντιπολίτευσης αναφέρθηκαν διεξοδικά στο ζήτημα της εξαίρεσης των τραπεζών, στην υιοθέτηση μιας πολύ αόριστης λέξης που περιγράφει τα βασανιστήρια, στην έννοια της διασάλευσης της τάξης, στη διεύρυνση με εξαιρετικά γενικές περιγραφές των προϋποθέσεων διάπραξης εγκλημάτων τρομοκρατίας, στην ποινικοποίηση αντιδράσεων στους πλειστηριασμούς, στους περιορισμούς της υφ' όρον απόλυσης, στις διατάξεις που επιμηκύνουν τις ισόβιες καθείρξεις, στον τρόπο τιμωρίας των τροχαίων κ.λπ.
Οι εισηγητές εντόπισαν κινδύνους που μπορούν να οδηγήσουν σε παραλογισμούς, άνιση μεταχείριση των πολιτών, αλλά και σε αντιδράσεις που θα προέλθουν από τον Αρειο Πάγο. Ο υπουργός, κλείνοντας τη συνεδρίαση, ουσιαστικά υπεραμύνθηκε των αλλαγών χωρίς να αφήσει πολλά περιθώρια για τις βελτιώσεις που ζητούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Στην πρωινή συνεδρίαση της επιτροπής, κατά την τοποθέτηση των φορέων μίλησε πρώτη η πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, Αννα Ζαΐρη, εκφράζοντας τη βούληση των εισαγγελέων να επανέλθει το αυτεπάγγελτο στο κακούργημα της απιστίας, ενώ ζήτησε να επανέλθουν και διατάξεις ακόμα αυστηρότερης μεταχείρισης (π.χ. στις κατ' επάγγελμα διαρρήξεις).

Οι τρείς δέσμες

Στη συνέχεια η γενική γραμματέας της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, Χ. Απαλαγάκη, παρουσίασε τρεις «δέσμες» επιχειρημάτων προκειμένου να υποστηρίξει και να δικαιολογήσει την εξαίρεση των τραπεζικών στελεχών από την αυτεπάγγελτη δίωξη για κακούργημα.
Το βασικό της επιχείρημα ήταν ότι ο τρόπος λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος διασφαλίζει πως τα διοικητικά συμβούλια θα εξακολουθούν να αποφασίζουν για το αν θα εγκαλέσουν τον εαυτό τους.
Πρόσθεσε δε ότι «στο 99,9% των περιπτώσεων οι χρηματοδοτήσεις και οι αναδιαρθρώσεις πραγματοποιούνται από τις επιχειρηματικές μονάδες, δεν γίνονται από τα διοικητικά συμβούλια, που στελεχώνονται με χαμηλά ή και μεσαία στελέχη, και δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη στιγμή στις εκκρεμείς υποθέσεις τα 500 στελέχη είναι μεσαία στελέχη». Τέλος, η ίδια ανέφερε ότι από τις εκατοντάδες υποθέσεις που οδηγήθηκαν αυτεπάγγελτα στα δικαστήρια, οι περισσότερες κατέληξαν σε αθωώσεις.
Αντιρρήσεις εξέφρασε για τη φωτογραφική αυτή διάταξη και ο πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Νομικών – e ΘΕΜΙΣ, Δ. Αναστασόπουλος, επισημαίνοντας την ανάγκη βελτίωσής της.
Στην αναλυτική του τοποθέτηση για την ευνοϊκή αυτή ασυλία, ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ Σ. Λάππας, απευθυνόμενος στους εισαγγελείς, είπε ότι ο οριζόντιος κανόνας είναι η αυτεπάγγελτη δίωξη, εφόσον αυτή σχετίζεται με το δημόσιο συμφέρον και την υποχρέωση της ισότητας απέναντι στον νόμο.
Ο ίδιος αναρωτήθηκε πώς μπορεί «η εξαίρεση να γίνει αποδεκτή σε έναν Ποινικό Κώδικα φιλελεύθερο και δικαιοκρατούμενο».
Μιλώντας προς την εκπρόσωπο των τραπεζών, που συμπτωματικά είναι και στέλεχος της Ν.Δ. (μέλος της Επιτροπής Δικαιοσύνης και Διαφάνειας του κόμματος), ο Σ. Λάππας τής υπενθύμισε όσα ειπώθηκαν στην εξεταστική επιτροπή για τα δάνεια των ΜΜΕ και των κομμάτων.
Εξήγησε πως τότε οι δύο κορυφαίοι επιθεωρητές (Παπαγιαννίδου, Πάσχας) του Εποπτικού Τμήματος της Τραπέζης της Ελλάδος «μας είπαν δύο τρομερά πράγματα: ότι για πολλά χρόνια παραβιάζονταν συστηματικά και οι πιστοληπτικοί και οι πιστοδοτικοί κανόνες, να μη μιλάμε για εγγυήσεις.
Και, μάλιστα, η κυρία Παπαγιαννίδου είπε μια φράση που την κρατάω στο μυαλό μου και θα την κρατάω σε όλη μου τη ζωή σχετικά με τη χορήγηση δανείων σε αυτά τα πρόσωπα, τα κόμματα και τα ΜΜΕ: Ηταν “ένα πάρτι που κανένας δεν ήθελε να χαλάσει”.
Ο δε κ. Πάσχας είπε ότι ήταν “μια φούσκα που κανένας δεν ήθελε να σκάσει”. Δεδομένων των προηγούμενων, νομίζω ότι ο ελληνικός λαός και η νομική κοινότητα έχουν αξίωση να μην υπάρχει τέτοια εξαίρεση διότι, το είπε νομίζω ο εκπρόσωπος της e-ΘΕΜΙΔΑΣ, είχε φωτογραφικό χαρακτήρα και πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί».
Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα της κάθετης αντίρρησης κινήθηκαν και τα ερωτήματα των εισηγητών του ΚΙΝ.ΑΛΛ., του ΚΚΕ, του ΜέΡΑ25 και της Ελληνικής Λύσης, περί αντισυνταγματικότητας της φωτογραφικής διάταξης.
Ανταπαντώντας η εκπρόσωπος των τραπεζών είπε, μεταξύ άλλων, ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος «μόνο και μόνο για να σώσουμε το 1,8 δισ. δανείων προς συγκεκριμένες κατηγορίες δραστηριοτήτων», αναφερόμενη στα «θαλασσοδάνεια» των κομμάτων και των ΜΜΕ.
«Σέβομαι φυσικά το πόρισμα της Βουλής, αλλά πρόκειται για 1,8, ενώ τα οφειλόμενα είναι 80. Νομίζω οικονομικά μάς συμφέρει να το δούμε διαφορετικά», παρατήρησε, προσθέτοντας ότι η νομοθεσία για τις τράπεζες πρέπει να φιλελευθεροποιηθεί αφού πρόκειται για ιδιωτικές εταιρείες. Ο τρόπος που η ίδια υπερασπίστηκε τη διάταξη μάλλον καταδεικνύει και τον πιθανό συντάκτη της.
Στο σημείο αυτό ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ επανήλθε: «Να επισημάνω στην εκπρόσωπο της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών ότι πριν από λίγες ημέρες αθωώθηκε ο Ψυχάρης, διότι ικανοποίησε σε ποσοστά 95% το χρέος των 50 εκατομμυρίων με τη μεταβίβαση των ακινήτων στο Πόρτο Χέλι. Αν δεν υπήρχε η αυτεπάγγελτη δίωξη, τα χρήματα δεν θα επιστρέφονταν».

Κριτική για το άρθρο 390

Σφοδρή κριτική ασκεί με επιστολή της στον υπουργό το μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, για την τροποποίηση του άρθρου 390.
Οπως υπογραμμίζει, η συγκεκριμένη διάταξη είναι απολύτως εσφαλμένη και στερείται οποιασδήποτε τεκμηρίωσης, ενώ με τη συγκεκριμένη προσθήκη «οι διευθύνοντες σύμβουλοι των τραπεζικών ιδρυμάτων δεν θα μπορούν να διωχθούν ποτέ για ζημίες εκατομμυρίων που ενδεχομένως έχουν προκαλέσει σε βάρος των τραπεζών, καθώς η τρίμηνη προθεσμία της έγκλησης θα έχει παρέλθει πριν καν διαπιστωθεί η απιστία».
 efsyn.gr